Με σαφή θεσμική στόχευση παρενέβη ο βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ, Γεώργιος Ρούντας, στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, κατά τη συζήτηση επί των άρθρων 47, 51 και 54. Η τοποθέτησή του ανέδειξε τον βαθύτερο πυρήνα της κυβερνητικής πρότασης: περισσότερη εξουσία στα κομματικά επιτελεία, μεγαλύτερη ευχέρεια ελέγχου της εκλογικής διαδικασίας και ακόμη πιο ισχυρό πρωθυπουργικό κέντρο.
Για το άρθρο 47, ο κ. Ρούντας στάθηκε κυρίως στη μεθοδολογική ασάφεια της κυβερνητικής προσέγγισης, επισημαίνοντας ότι πριν από οποιαδήποτε συνταγματική παρέμβαση θα έπρεπε να προηγηθεί σαφής δημόσιος και νομικός προσδιορισμός της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος. «Αφού δεν υπάρχει ένας σαφής νομικός ορισμός για το τι είναι το πολιτικό έγκλημα, ίσως θα έπρεπε πρώτα να μπαίνουμε σε έναν τέτοιο δημόσιο διάλογο», ανέφερε, δείχνοντας ότι η κυβέρνηση προχωρά σε αναθεωρητικές κινήσεις χωρίς να έχει λύσει βασικές θεσμικές εκκρεμότητες.
Το κύριο βάρος της παρέμβασης του αφορούσε το άρθρο 51 και την πρόταση για επέκταση της επιστολικής ψήφου στους εκλογείς που βρίσκονται εντός της ελληνικής επικράτειας. Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ απέρριψε την κυβερνητική επιχειρηματολογία περί αντιμετώπισης της αποχής, τονίζοντας ότι η αποχή γεννιέται από τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η πολιτική και από τη βαθιά απογοήτευση που έχουν προκαλέσει στους πολίτες οι κυβερνητικές πρακτικές.
«Έχετε κάνει τους Έλληνες να απαξιώσουν την πολιτική συμμετοχή και γενικά την πολιτική», υπογράμμισε, σημειώνοντας ότι η μειωμένη συμμετοχή σημαίνει και μειωμένη δημοκρατική νομιμοποίηση για κάθε κυβερνητική πλειοψηφία που πανηγυρίζει τα ποσοστά της ενώ η κοινωνία απομακρύνεται από την κάλπη.
Ο κ. Ρούντας υπενθύμισε ότι το κυβερνητικό αφήγημα του 41% αποκτά άλλη διάσταση όταν εξετάζεται μαζί με τη μεγάλη πτώση της συμμετοχής. Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση πέτυχε τον εκλογικό της «θρίαμβο» με περίπου 180.000 λιγότερες ψήφους από όσες είχε λάβει η κυβέρνηση Καραμανλή το 2009, όταν ηττήθηκε από το ΠΑΣΟΚ. Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική: το 2009 η συμμετοχή ήταν περίπου 71%, ενώ τον Ιούνιο του 2023 κινήθηκε περίπου στο 54%.
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν και απέναντι στη λογική της λεγόμενης ηλεκτρονικής δημοκρατίας, συνδέοντας την επιστολική ψήφο με μια πιθανή σταδιακή μετατόπιση προς ηλεκτρονικές μορφές ψηφοφορίας. «Θέλετε να αντιμετωπίσετε την αποχή ή να μας βάλετε σε μια λογική εισαγωγής σταδιακά της ηλεκτρονικής δημοκρατίας; Γιατί αν αυτή η πρόθεσή σας είναι η αληθινή, εμάς θα μας βρείτε αντιμέτωπους», τόνισε.
Η ΝΙΚΗ, όπως ξεκαθάρισε ο βουλευτής Λαρίσης, υπερασπίζεται την αυτοπρόσωπη ψήφο ως θεμέλιο της δημοκρατικής συμμετοχής. Η κάλπη, το παραβάν, η εφορευτική επιτροπή και ο δικαστικός αντιπρόσωπος συγκροτούν θεσμικές εγγυήσεις που προστατεύουν τη μυστικότητα και την ακεραιότητα της ψήφου. Στην επιστολική ψήφο εντός επικράτειας, ο πολίτης ψηφίζει σε ιδιωτικό χώρο, όπου η Πολιτεία αδυνατεί να διασφαλίσει ότι δεν ασκείται πίεση από συγγενείς, εργοδότες, κομματικούς μηχανισμούς ή άλλα πρόσωπα.
«Η μυστικότητα της ψήφου μετατρέπεται από θεσμική εγγύηση σε ατομική υποχρέωση του εκάστοτε πολίτη», είπε χαρακτηριστικά, αποδομώντας τον πυρήνα της κυβερνητικής πρότασης.
Για το άρθρο 54, ο Γεώργιος Ρούντας εξαπέλυσε ευθεία επίθεση στο αφήγημα της κυβερνησιμότητας, καταγγέλλοντας ότι πίσω από τον όρο αυτό κρύβεται η επιδίωξη της εκάστοτε ισχυρής κομματικής μηχανής να εξασφαλίζει τη νομή και κατοχή της εξουσίας. Κατά τη ΝΙΚΗ, το εκλογικό σύστημα οφείλει να υπηρετεί την πραγματική αντιπροσώπευση και όχι τις ανάγκες των κομματικών επιτελείων.
Ο βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ πρότεινε θεσμική υπέρβαση της κομματοκρατίας με ενιαία ψηφοδέλτια σε διευρυμένες εκλογικές περιφέρειες, ώστε οι πολίτες να επιλέγουν τους αξιότερους υποψηφίους χωρίς να εγκλωβίζονται σε κομματικές λίστες. Παράλληλα, επανέφερε την ανάγκη για απλή και ανόθευτη αναλογική, χωρίς μπόνους εδρών και χωρίς τεχνητές ενισχύσεις του πρώτου κόμματος.
Με ιδιαίτερη ένταση απέρριψε και τη δυνατότητα διαίρεσης της χώρας σε μείζονες και ελάσσονες περιφέρειες, προειδοποιώντας ότι ένα τέτοιο σύστημα θα δημιουργήσει βουλευτές δύο ταχυτήτων. Στη μία βαθμίδα θα βρίσκονται οι τοπικοί κομματάρχες των μικρών περιφερειών, ενώ στην άλλη θα κυριαρχεί μια υπερπροβεβλημένη πολιτική ελίτ των μεγάλων περιφερειών, εξαρτημένη από τηλεοπτική προβολή, χρήμα και μηχανισμούς.
Κλείοντας, ο κ. Ρούντας τόνισε πως αν οι κυβερνητικές προτάσεις συνδυαστούν με λίστα, με ενισχυμένη κομματική πειθαρχία και με αποδυναμωμένη αντιπροσώπευση, τότε η χώρα οδηγείται σε ένα μοντέλο εκλόγιμης μοναρχίας. Έναν παντοδύναμο πρωθυπουργό που διορίζει υπουργούς, επηρεάζει τη Δικαιοσύνη, καθορίζει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τελικά ελέγχει και τους βουλευτές του.
Με την ομιλία του ξεκαθάρισε ότι η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να γίνει εργαλείο για την ενίσχυση της κομματοκρατίας. Το Σύνταγμα πρέπει να προστατεύει τον πολίτη, την ψήφο, τη μυστικότητα, την αντιπροσώπευση και τη δημοκρατική συμμετοχή. Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως θεσμική μεταρρύθμιση ένα σχέδιο μεγαλύτερου ελέγχου της πολιτικής ζωής. Η Δημοκρατία χρειάζεται ζωντανή συμμετοχή, πραγματική αντιπροσώπευση και ισχυρές εγγυήσεις, όχι μηχανισμούς που μετατρέπουν την εξουσία σε κλειστό κομματικό προνόμιο.

