Η Ελλάδα διαθέτει γη, θάλασσα, ενεργειακές δυνατότητες, ορυκτό πλούτο και υποδομές που χτίστηκαν μέσα σε δεκαετίες με τη φορολογία και τις θυσίες του ελληνικού λαού. Διαθέτει λιμάνια σε κρίσιμα σημεία, αεροδρόμια, δρόμους, σιδηροδρομικά δίκτυα, εγκαταστάσεις ύδρευσης, τηλεπικοινωνίες και ακίνητα τεράστιας αξίας. Όλα αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση μιας ισχυρής παραγωγικής οικονομίας, να δώσουν μόνιμα έσοδα στο Δημόσιο και να στηρίξουν τις επόμενες γενιές. Αντιμετωπίζονται όμως ως περιουσιακά στοιχεία προς πώληση, με τις κυβερνήσεις να παρουσιάζουν κάθε νέα παραχώρηση ως μεγάλη επενδυτική επιτυχία.
Το χρέος άνοιξε τον δρόμο για αυτή τη μεταφορά πλούτου και οι «ανάγκες αποπληρωμής» δημιούργησαν ένα καθεστώς μόνιμης πίεσης και έβαλαν τη δημόσια περιουσία στο τραπέζι των πιστωτών. Κάθε πώληση προσφέρει ένα πρόσκαιρο έσοδο, το οποίο κατευθύνεται γρήγορα στην κάλυψη παλαιών υποχρεώσεων. Η χώρα χάνει παράλληλα μια μόνιμη πηγή εισοδήματος και περιορίζει την παρουσία της σε στρατηγικούς τομείς. Το χρέος γεννά παραχωρήσεις, οι παραχωρήσεις στερούν μελλοντικά έσοδα και η απώλεια των εσόδων μεγαλώνει ξανά την εξάρτηση.
Η μνημονιακή περίοδος μετέτρεψε αυτή την πολιτική σε μόνιμο σύστημα. Το Υπερταμείο συγκέντρωσε ακίνητα, επιχειρήσεις και κρίσιμες υποδομές σε έναν μηχανισμό με προσανατολισμό την εμπορική τους αξιοποίηση. Δημόσια περιουσία που θα μπορούσε να στηρίξει την κατοικία, την περιφερειακή ανάπτυξη και την παραγωγή αντιμετωπίζεται ως αριθμός σε έναν οικονομικό πίνακα. Η αξία ενός λιμανιού ή ενός ενεργειακού δικτύου μετριέται με το τίμημα μιας σύμβασης και χάνεται από τη συζήτηση η δύναμη που προσφέρει στο κράτος για τον έλεγχο των τιμών, την τροφοδοσία και την εθνική ασφάλεια.
Οι μεγάλες συμφωνίες συνοδεύονται συχνά από προνόμια που παραμένουν άγνωστα στους πολίτες. Το Δημόσιο παραχωρεί γη, χρηματοδοτεί έργα πρόσβασης και προσφέρει φορολογικές διευκολύνσεις. Σε αρκετές περιπτώσεις παρέχει κρατικές εγγυήσεις ή δεσμεύεται να καλύψει μέρος της ζημιάς όταν οι οικονομικές προβλέψεις του επενδυτή δεν επαληθευτούν. Ο επιχειρηματικός όμιλος αποκτά μια έτοιμη υποδομή και εξασφαλισμένη πελατεία. Η κοινωνία πληρώνει για την κατασκευή, χρηματοδοτεί την επένδυση και συνεχίζει να πληρώνει για τη χρήση της.
Οι πραγματικές δεσμεύσεις βρίσκονται συνήθως στις σελίδες που δεν φτάνουν ποτέ στη δημόσια συζήτηση. Ρήτρες αποζημίωσης και εγγυημένες αποδόσεις δεσμεύουν το κράτος για πολλά χρόνια. Μια κυβέρνηση μπορεί να θελήσει να ενισχύσει την περιβαλλοντική προστασία ή να περιορίσει μια υπερβολική χρέωση και να βρεθεί αντιμέτωπη με απαίτηση αποζημίωσης. Οι αποφάσεις μιας σημερινής πολιτικής ηγεσίας μεταφέρονται ως βάρος στις επόμενες κυβερνήσεις και στους πολίτες που δεν ρωτήθηκαν ποτέ.
Η απώλεια του ελέγχου αγγίζει πλέον κρίσιμους τομείς της καθημερινής ζωής. Η ενέργεια καθορίζει το κόστος κάθε προϊόντος και πιέζει τα νοικοκυριά. Οι σιδηρόδρομοι επηρεάζουν την ασφάλεια των μετακινήσεων και τη σύνδεση της περιφέρειας. Τα λιμάνια αποτελούν πύλες εμπορίου και τροφοδοσίας. Το νερό συνδέεται με τη δημόσια υγεία και την αγροτική παραγωγή. Όταν τέτοιες υποδομές οργανώνονται με κύριο κριτήριο την οικονομική απόδοση, οι ακριβές υπηρεσίες και η εγκατάλειψη των λιγότερο κερδοφόρων περιοχών γίνονται μέρος της καθημερινότητας.
Οι πολίτες βλέπουν δρόμους που χρηματοδοτήθηκαν με δημόσιο και ευρωπαϊκό χρήμα να γεμίζουν διόδια. Πληρώνουν υψηλούς λογαριασμούς ενέργειας, ενώ το κράτος έχει περιορίσει τη δυνατότητά του να επηρεάζει την αγορά. Παρακολουθούν τον σιδηρόδρομο να υποβαθμίζεται και τις δημόσιες υπηρεσίες να συρρικνώνονται. Η περιουσία αλλάζει χέρια, οι τιμές ανεβαίνουν και το Δημόσιο παραμένει υπεύθυνο για τη χρηματοδότηση έργων και την κάλυψη κρίσεων. Οι Έλληνες πληρώνουν ξανά για όσα έχουν ήδη πληρώσει.
Το ίδιο σοβαρό είναι το ζήτημα του φυσικού πλούτου και των υδρογονανθράκων. Η εξόρυξη αφήνει πραγματικό όφελος στη χώρα όταν δημιουργεί δημόσια έσοδα, σταθερή εργασία και ελληνική τεχνογνωσία. Οι ελληνικές επιχειρήσεις χρειάζονται συμμετοχή στα έργα και οι τοπικές κοινωνίες χρειάζονται προστασία από την περιβαλλοντική επιβάρυνση. Συμβάσεις που επιτρέπουν την εξαγωγή του πλούτου με περιορισμένη συμμετοχή της ελληνικής οικονομίας μετατρέπουν τη χώρα σε χώρο άντλησης πρώτων υλών. Ο πόρος εξαντλείται και η προστιθέμενη αξία δημιουργείται σε άλλες οικονομίες.
Η ΝΙΚΗ τοποθετεί τη διατήρηση του εθνικού ελέγχου στον πυρήνα της οικονομικής της πρότασης. Το νερό και τα ενεργειακά δίκτυα χρειάζεται να παραμένουν υπό δημόσιο έλεγχο. Το ίδιο ισχύει για τα λιμάνια, τους σιδηροδρόμους, τις τηλεπικοινωνίες και τη δημόσια γη. Η συνεργασία με ιδιωτικά κεφάλαια μπορεί να αφορά την κατασκευή και την τεχνική υποστήριξη έργων, με την κυριότητα και τις στρατηγικές αποφάσεις να παραμένουν στην Πολιτεία.
Η δημόσια περιουσία μπορεί να δημιουργήσει διαρκή πλούτο για την κοινωνία. Δημόσιες εκτάσεις μπορούν να στηρίξουν την προσιτή κατοικία και την παραγωγή. Τα λιμάνια μπορούν να λειτουργήσουν ως κέντρα ελληνικού εμπορίου και να συνδεθούν με τη μεταποίηση. Τα ενεργειακά δίκτυα μπορούν να υπηρετήσουν την ενεργειακή επάρκεια και να μειώσουν το κόστος για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Η αξιοποίηση χρειάζεται να αφήνει κυριότητα και μόνιμο εισόδημα στο Δημόσιο.
Η ΝΙΚΗ προτάσσει την παραγωγική ανασυγκρότηση με ελληνική μεταποίηση, ισχυρό πρωτογενή τομέα και ουσιαστική στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Οι επενδύσεις αποκτούν αξία για τη χώρα όταν δημιουργούν εργοστάσια και τεχνολογία, όταν συνεργάζονται με Έλληνες προμηθευτές και προσφέρουν σταθερές θέσεις εργασίας. Η μεταφορά μιας έτοιμης και κερδοφόρας δημόσιας υποδομής σε έναν επιχειρηματικό όμιλο ενισχύει την εξάρτηση και στερεί από το κράτος ένα βασικό εργαλείο οικονομικής πολιτικής.
Κάθε μεγάλη σύμβαση χρειάζεται πλήρη δημοσιοποίηση. Το Κοινοβούλιο και οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν το τίμημα, τις φοροαπαλλαγές και τις εγγυήσεις που παρέχει το κράτος. Πρέπει να γνωρίζουν ποιοι είναι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες των εταιρειών και πού μεταφέρονται τα κέρδη. Οι διαγωνισμοί με μία προσφορά και οι ειδικές ρυθμίσεις για συγκεκριμένες επενδύσεις απαιτούν αυστηρό κοινοβουλευτικό και δικαστικό έλεγχο.
Η εκποίηση της χώρας εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μιας κοινωνίας που πληρώνει ακριβότερα και ελέγχει λιγότερα. Κάθε παραχώρηση αφαιρεί ένα ακόμη εργαλείο από το κράτος. Κάθε μακροχρόνια σύμβαση στενεύει τον χώρο των μελλοντικών αποφάσεων. Κάθε στρατηγική υποδομή που περνά σε ξένο ή ιδιωτικό έλεγχο απομακρύνει την Ελλάδα από την οικονομική της ανεξαρτησία.
Η σύγχρονη αποικιοκρατία μπαίνει από τα υπουργικά γραφεία, περνά μέσα από ειδικές τροπολογίες και καταλήγει σε συμβάσεις που ελάχιστοι έχουν διαβάσει.
Οι υπογραφές μπαίνουν σήμερα και ο λογαριασμός φτάνει στους πολίτες χρόνια αργότερα, όταν τα κοιτάσματα έχουν αδειάσει, οι υποδομές έχουν αλλάξει ιδιοκτήτη και το κράτος έχει χάσει τη δυνατότητα να αποφασίζει.
Όταν κλείσουν τα εργοτάξια και σβήσουν τα φώτα των εγκαινίων, θα φανεί ποιος κράτησε τα έσοδα, ποιος φόρτωσε τα χρέη στο Δημόσιο και ποιος απέκτησε τον έλεγχο του νερού, της ενέργειας, των λιμανιών και της γης.
Η παράδοση ενός τόπου σπάνια ανακοινώνεται με το πραγματικό της όνομα. Βαφτίζεται επένδυση, περνά στα ψιλά και αποκαλύπτεται όταν οι συμβάσεις έχουν ήδη δεσμεύσει τη χώρα για δεκαετίες.

