Με αιχμηρές επισημάνσεις για τα σοβαρά κενά που αφήνει η συμφωνία Ελλάδας–Σερβίας στην αντιμετώπιση της αρχαιοκαπηλίας, παρενέβη ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ, Σπύρος Τσιρώνης, στη Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, κατά την επεξεργασία της συμφωνίας για την πρόληψη της κλοπής, της παράνομης ανασκαφής και της παράνομης διακίνησης πολιτιστικής περιουσίας.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ ξεκαθάρισε από την αρχή ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί ζήτημα εθνικής σημασίας. «Η πολιτιστική μας κληρονομιά είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας και η προστασία της προφανώς δεν επιδέχεται ημίμετρα», τόνισε, αναγνωρίζοντας παράλληλα τις θετικές προβλέψεις της συμφωνίας που υπεγράφη στο Βελιγράδι.
Όπως επισήμανε, η συμφωνία διατηρεί κρατικοκεντρικό πλαίσιο συνεργασίας, με αρμόδια τα Υπουργεία Πολιτισμού και τις τελωνειακές αρχές των δύο χωρών, προβλέποντας ανταλλαγή πληροφοριών για κλοπές, παράνομες ανασκαφές, απαγορεύσεις εξαγωγών και κατασχέσεις, εκπαίδευση προσωπικού και έλεγχο πιστοποιητικών στα σύνορα.
«Ενισχύει τη συνεργασία με τη γειτονική χώρα σε διαδρόμους που ιστορικά χρησιμοποιούνται για τη διακίνηση αρχαιοτήτων και εκκλησιαστικών κειμηλίων. Και προφανώς σε όλα αυτά συμφωνούμε», σημείωσε.
Η θετική ψήφος, όμως, όπως κατέστησε σαφές, δεν συνεπάγεται αποδοχή των κενών της συμφωνίας.
«Η υπερψήφιση δεν σημαίνει και σιωπή», ανέφερε χαρακτηριστικά, περνώντας στις τρεις κρίσιμες ενστάσεις που κατέθεσε στα πρακτικά.
Πρώτο σημείο αποτέλεσε το άρθρο 8, σύμφωνα με το οποίο το κράτος που ζητεί την επιστροφή πολιτιστικού αγαθού πρέπει να αποδείξει ότι αυτό εισήχθη παράνομα στο άλλο κράτος μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας.
Ο Σπύρος Τσιρώνης ανέδειξε ευθέως το πρόβλημα που δημιουργείται για ολόκληρο το προηγούμενο χρονικό διάστημα.
«Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι κάθε αρχαίο, βυζαντινό ή μεταβυζαντινό κειμήλιο που διακινήθηκε παράνομα πριν από την έναρξη ισχύος μένει εκτός πεδίου εφαρμογής. Η συμφωνία δεν προσφέρει καμία δυνατότητα διεκδίκησης για τις παλαιότερες υποθέσεις», υπογράμμισε.
Και πρόσθεσε ακόμη πιο κατηγορηματικά: «Όσοι κατέχουν προϊόντα παλαιότερης αρχαιοκαπηλίας δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα από τη συγκεκριμένη συμφωνία».
Ο βουλευτής Αχαΐας αναγνώρισε ότι αντίστοιχη αρχή μη αναδρομικότητας συναντάται στη Σύμβαση της UNESCO του 1970, έθεσε όμως το ερώτημα γιατί μια ειδική διμερής συμφωνία Ελλάδας και Σερβίας δεν προχώρησε περισσότερο, ακριβώς λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών και θρησκευτικών δεσμών των δύο κρατών.
Ζήτησε μάλιστα ευθεία απάντηση από την υπουργό Πολιτισμού για το αν η αναδρομικότητα τέθηκε ποτέ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και, εφόσον συζητήθηκε, για ποιο λόγο εγκαταλείφθηκε.
Δεύτερη σοβαρή ένσταση διατύπωσε για το άρθρο 9, το οποίο προβλέπει ότι οι δαπάνες επιστροφής ή απόδοσης ενός πολιτιστικού αγαθού βαρύνουν το κράτος που ζητεί την επιστροφή του.
«Όταν το αιτούν μέρος είναι η Ελλάδα, το κόστος το επωμίζεται ο Έλληνας φορολογούμενος», τόνισε.
Και περιέγραψε με τον πλέον καθαρό τρόπο την προβληματική διάσταση της ρύθμισης:
«Πληρώνει δηλαδή το κράτος για να επιστρέψουν τα δικά του κλεμμένα αγαθά, ενώ δεν επιβαρύνονται οι αρχαιοκάπηλοι, οι λαθρέμποροι και οι κακόπιστοι κάτοχοι».
Ο κ. Τσιρώνης επισήμανε ότι η συμφωνία δεν δημιουργεί κοινό ταμείο και δεν προβλέπει μηχανισμό ανάκτησης των εξόδων από τους υπαιτίους, με συνέπεια το κόστος μεταφοράς, ασφάλισης και νομικών ενεργειών να καταλήγει στους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Έθεσε μάλιστα την πρόταση αξιοποίησης δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων κυκλωμάτων αρχαιοκαπηλίας για τη χρηματοδότηση δράσεων προστασίας και επαναπατρισμού πολιτιστικών αγαθών.
Το τρίτο σημείο αφορούσε τη δυνατότητα αναστολής του επαναπατρισμού σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης, φυσικής καταστροφής ή άλλου εξαιρετικού γεγονότος στο αιτούν κράτος.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ χαρακτήρισε λογική την πρόβλεψη ως αρχή, προειδοποίησε όμως για την αόριστη διατύπωσή της: «Δεν ορίζει χρονικό όριο ούτε αντικειμενικό κριτήριο και μία ρήτρα χωρίς όρια μπορεί εύκολα να γίνει πρόσχημα για καθυστέρηση του επαναπατρισμού».
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν και η παρέμβασή του για το πρόσφατο Μνημόνιο Κατανόησης Ελλάδας–Βουλγαρίας για τα πολιτιστικά κειμήλια, το οποίο, όπως τόνισε, «δεν πέρασε από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, δεν πέρασε από τη Βουλή».
Ο Σπύρος Τσιρώνης στάθηκε ιδιαίτερα στην έννοια της «αμοιβαίας κατάθεσης» κειμηλίων, επισημαίνοντας ότι τίθενται στην ίδια διαδικασία αγαθά με εντελώς διαφορετική προέλευση και νομική βάση κατοχής.
«Μιλάμε για αρπαγέντα κειμήλια και από την άλλη μιλάμε για νόμιμες ανασκαφές στο ελληνικό έδαφος. Το να τα βάζουμε σε μία ζυγαριά και να τα εξισώνουμε δεν είναι κάτι που συμφέρει την ελληνική πλευρά», υπογράμμισε.
Επικαλούμενος το υπόμνημα του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, ζήτησε συγκεκριμένες απαντήσεις για το κατά πόσο η συμφωνία μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνο προηγούμενο έναντι των ελληνικών αξιώσεων που απορρέουν από το άρθρο 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ.
Και κατέληξε ζητώντας από το Υπουργείο να φέρει το σχετικό κείμενο στη Βουλή, ώστε να υπάρξει πλήρης κοινοβουλευτικός έλεγχος και σαφής διασφάλιση ότι καμία ελληνική διεκδίκηση για κειμήλια που αφαιρέθηκαν από τη χώρα δεν πρόκειται να αποδυναμωθεί.

