Σαφές μήνυμα για την ανάγκη αυστηρότερης μεταναστευτικής πολιτικής και ουσιαστικής προστασίας των ελληνικών συνόρων έστειλε ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ, Σπυρίδων Τσιρώνης, κατά την τοποθέτησή του στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Βουλής, στο πλαίσιο της συζήτησης για το νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης και τον Κανονισμό Επιστροφών.
Ο κ. Τσιρώνης ξεκαθάρισε ότι η ΝΙΚΗ είχε στηρίξει την αναμόρφωση της διαδικασίας επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών, ωστόσο δεν υπερψήφισε τις πρόσφατες ρυθμίσεις, επισημαίνοντας ότι απαιτείται ακόμη πιο αυστηρό πλαίσιο. Τόνισε ότι το Κίνημα θέτει ως προτεραιότητα το συμφέρον των Ελλήνων πολιτών, υπογραμμίζοντας πως αντίστοιχα οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προτάσσουν τα συμφέροντα των ισχυρών κρατών του Βορρά.
Αναφερόμενος στο νέο Σύμφωνο, σημείωσε ότι, παρά τις επιμέρους βελτιώσεις σε σχέση με το προηγούμενο, παραμένει ένα σύνθετο και γραφειοκρατικό πλαίσιο, το οποίο δύσκολα θα εφαρμοστεί στην πράξη. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα, ως χώρα πρώτης γραμμής, καλείται για ακόμη μία φορά να προσαρμοστεί σε ένα σύστημα που δεν επιλύει το πρόβλημα, αλλά το διατηρεί.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον υποχρεωτικό μηχανισμό «αλληλεγγύης», εκφράζοντας αμφιβολίες για την εφαρμογή του. Υπογράμμισε ότι αρκετά κράτη-μέλη έχουν ήδη δηλώσει την αντίθεσή τους σε μετεγκαταστάσεις, ενώ τίθεται ζήτημα και για τη συνέπεια καταβολής της οικονομικής συνεισφοράς. Όπως ανέφερε, στην πράξη η υποχρεωτική αλληλεγγύη κινδυνεύει να μετατραπεί σε προαιρετική, με αποτέλεσμα η επιβάρυνση να παραμένει δυσανάλογη για τις χώρες του Νότου.
Παράλληλα, ανέδειξε την πλήρη απουσία ενιαίας ευρωπαϊκής λίστας ασφαλών τρίτων χωρών, υπογραμμίζοντας ότι χωρίς κοινή γραμμή, οι επιστροφές παραμένουν στην πράξη ανεφάρμοστες. Τόνισε ότι η Ελλάδα καταλήγει να διαχειρίζεται μόνη της τις ροές, χωρίς ουσιαστικά εργαλεία αποτροπής.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έκανε λόγο για συνεχή πίεση που μετατρέπεται σε μόνιμη κατάσταση, με τα νησιά να ασφυκτιούν και τις πόλεις να επιβαρύνονται. Επισήμανε ότι το κόστος για το κράτος είναι διαρκές και πολυεπίπεδο, επηρεάζοντας κρίσιμες δομές και υπηρεσίες.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι η χώρα δεν χρειάζεται νέα «χαρτιά» και συμφωνίες χωρίς αντίκρισμα, αλλά σαφή στρατηγική αποτροπής. Τόνισε ότι η προστασία των συνόρων και η ασφάλεια των πολιτών πρέπει να αποτελούν απόλυτη προτεραιότητα, με πολιτικές που εφαρμόζονται στην πράξη και όχι μόνο στα κείμενα.

