Πολύτιμο χρόνο έχασε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ στη διαμεσολάβησή του για την επίλυση του Κυπριακού. Επανέρχεται τώρα, προς το τέλος της θητείας του, με στόχο περισσότερο να αφήσει κάποια παρακαταθήκη επί του θέματος στον διάδοχό του παρά να επιτύχει ουσιαστική πρόοδο.
Οι μέχρι σήμερα προσπάθειές του, άλλωστε, αποδείχθηκαν νωθρές, άτολμες και ατελέσφορες, καθώς ως πραγματικό επίκεντρο είχαν το να μη δυσαρεστηθεί η Τουρκία. Η στάση αυτή είχε ως συνέπεια μια άτυπη, αργή αλλά σταθερή διολίσθηση προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης ορισμένων τουρκικών απαιτήσεων, έστω και ασήμαντων ή διαδικαστικών.
Αφού άφησε σκοπίμως να διεξαχθεί πρώτα η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο Αντόνιο Γκουτέρες επισκέφθηκε την Κύπρο, έχοντας ως στόχο να επιτύχει τη σύγκληση άτυπης Πενταμερούς Διάσκεψης για το Κυπριακό.
Όπως έγινε γνωστό από τα Ηνωμένα Έθνη, αυτό θα συμβεί μόνο εφόσον διασφαλιστεί ότι η νέα άτυπη συνάντηση θα έχει προοπτική επιτυχίας. Δηλαδή, οι εμπλεκόμενοι θα πρέπει να δεσμευθούν, πριν από τη σύγκλησή της, ότι μετά την Πενταμερή θα υπάρξει συνέχεια, με σταθερό στόχο την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.
Εάν αυτό δεν καταστεί εφικτό, ο Γενικός Γραμματέας θα διατηρήσει ενεργή την προσπάθεια, επιλέγοντας να πραγματοποιήσει επαφές με τους εμπλεκομένους τον Σεπτέμβριο, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Αυτό θα γίνει για την ομαλή διαβίβαση του «φακέλου της Κύπρου» στον διάδοχό του.
Η Προσωπική Απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Μαρία Άνχελα Ολγκίν Κουέγιαρ, προετοίμασε το έδαφος για την επίσκεψη, πραγματοποιώντας πληθώρα επαφών με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Έφτασε στην Κύπρο μετά τις επαφές της στις Βρυξέλλες και την Άγκυρα.
Τη Δευτέρα είχε διαδοχικές συναντήσεις τόσο με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, όσο και με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη, Τουφάν Ερχιουρμάν.
Οι τουρκικές θέσεις
Ποιες είναι, όμως, οι τουρκικές θέσεις;
Στις 20 Ιουλίου, κατά τους πανηγυρισμούς για την επέτειο της εισβολής, ο Τούρκος Αντιπρόεδρος Τζεβντέτ Γιλμάζ (Cevdet Yılmaz) επανέλαβε ότι η μόνιμη λύση στο νησί περνά μέσα από την αναγνώριση της «κυριαρχικής ισότητας και του ισότιμου διεθνούς καθεστώτος των δύο κρατών».
Η φράση αυτή αποτυπώνει την τουρκική θέση στο Κυπριακό.
Σημειώνεται ότι και ο ηγέτης της αποσχιστικής οντότητας, Τουφάν Ερχιουρμάν, σε έγγραφο που κατέθεσε στα Ηνωμένα Έθνη και περιλαμβάνεται στην έκθεση Γκουτέρες για τις «Καλές Υπηρεσίες», αναφέρει:
«Η τουρκοκυπριακή πλευρά κατανοεί ότι η πολιτική ισότητα, καθώς και μια τελική διευθέτηση του Κυπριακού ζητήματος με οποιαδήποτε μορφή, θα πρέπει να απορρέει και να βασίζεται στα εγγενή και αναφαίρετα ίσα κυριαρχικά δικαιώματα καθενός από τους δύο λαούς του νησιού».
Δεν αρκεί, όμως, μόνο αυτό. Οι τουρκικές αξιώσεις είναι μεγαλύτερες.
Προκειμένου η Άγκυρα να δεχθεί τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων και να συμμετάσχει σε μια Πενταμερή Διάσκεψη, όπως επιθυμεί ο απερχόμενος κ. Γκουτέρες, ζητά ως προκαταβολή τρεις φαινομενικά άσχετες προϋποθέσεις:
- Τη συμμετοχή της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό αμυντικό πρόγραμμα SAFE, την οποία επιδιώκει διακαώς η κατοχική δύναμη.
- Την άρση των θεωρήσεων εισόδου, ζήτημα που επίσης αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες.
- Την επικαιροποίηση και αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας.
Στο τελευταίο αυτό πεδίο υπάρχουν εκατέρωθεν οικονομικά συμφέροντα, ωστόσο η διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει αυτόματα. Στις συζητήσεις που έχουν διεξαχθεί κατά το παρελθόν σημειώθηκε πρόοδος. Είναι, όμως, σαφές ότι υπάρχουν υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρώσει η Τουρκία, περιλαμβανομένων και των λεγόμενων «κυπρογενών υποχρεώσεων».
Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Απώτερος στόχος των γειτόνων μας είναι η πλήρης ενσωμάτωση ολόκληρης της Κύπρου στην Τουρκία.
Εάν αυτό δεν γίνει εγκαίρως αντιληπτό, καταλήγουμε να παίζουμε το τουρκικό παιχνίδι εις βάρος των Κυπρίων αδελφών μας και του Ελληνισμού γενικότερα.
Τι πράττει η Ελλάδα;
Τι πράττει απέναντι σε όλα αυτά η χώρα μας;
Η απάντηση είναι απλή: Τίποτα!
Από το 1974 μέχρι σήμερα, η Ελλάδα σύρεται πίσω από τις τουρκικές θέσεις και επιδιώξεις. Ξεκινήσαμε τότε ζητώντας την αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων και την επανένωση της νήσου.
Φτάσαμε σήμερα, 52 χρόνια μετά, να αποδεχόμαστε και να διεκδικούμε, μάλιστα, τη «διζωνική, δικοινοτική συνομοσπονδία». Πρόκειται για το άκρον άωτον της διολίσθησης.
Επί 52 χρόνια είμαστε μάρτυρες και θύματα των τουρκικών εμπαιγμών, συρόμενοι πίσω από τις τουρκικές απόψεις και βλέψεις. Κάθε φορά που προσεγγίζουμε τις θέσεις αυτές, η Τουρκία προχωρεί ένα βήμα παρακάτω.
Τώρα που ικανοποιήσαμε την τουρκική απαίτηση για «διζωνική, δικοινοτική συνομοσπονδία», η Τουρκία προβάλλει ως λύση το ανεξάρτητο τουρκοκυπριακό κράτος.
Ακόμη και αν συρθούμε μέχρι εκεί, ο κ. Γεραπετρίτης δεν θα είχε, ασφαλώς, κάποια σοβαρή αντίρρηση, η Τουρκία δεν θα έθετε τέλος στις διεκδικήσεις της. Θα προχωρούσε στο επόμενο βήμα, το οποίο δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από την προσάρτηση της λεγόμενης «ΤΔΒΚ», πιθανότατα μέσω κάποιου σχετικού δημοψηφίσματος.
Η Άγκυρα αποδείχθηκε άριστη μαθήτρια στο μάθημα των διεθνών σχέσεων και της διπλωματίας. Κάθεται στο πρώτο θρανίο και παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή όσα διδάσκονται.
Εμείς επιλέξαμε τη «γαλαρία», το τελευταίο θρανίο. Χαριεντιζόμαστε με τους διπλανούς μας, πετάμε χαρτάκια και σαΐτες στους μπροστινούς και κάνουμε τους έξυπνους, χωρίς ποτέ να παρακολουθούμε το μάθημα.
Στο τέλος της χρονιάς, βέβαια, μένουμε μονίμως μετεξεταστέοι. Αυτή είναι για εμάς η ιστορία του Κυπριακού.
Τι θα έπρεπε να κάνουμε;
Πρωτίστως, θα έπρεπε να παραμείνουμε σταθεροί και ακλόνητοι στις θέσεις του 1974, ακόμη και αν το Κυπριακό λυνόταν σε 10.000 χρόνια.
Άλλωστε, σε τι εξυπηρετεί την Κυπριακή Δημοκρατία και τους Κυπρίους αδελφούς μας η λύση που επιδιώκεται σήμερα;
Ουσιαστικά, αποφέρει μόνο την εν αμφιβόλω αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων. Οτιδήποτε άλλο θα έχει πλέον απολεσθεί, και μάλιστα νομίμως.
Κατά δεύτερον, κάθε φορά που η Άγκυρα προχωρεί ένα βήμα παρακάτω, προβάλλοντας νέες απαιτήσεις, η Αθήνα θα έπρεπε να κάνει ένα βήμα πίσω, επαναφέροντας παλαιότερες και, συνεπώς, «υγιέστερες» θέσεις.
Αυτός θα ήταν ο ασφαλέστερος τρόπος για να λάβει το κατάλληλο μήνυμα η γείτων χώρα.
Υπάρχει και ένα τρίτο ζήτημα.
Πήραμε ποτέ την Κύπρο από το χέρι, ως «μικρότερη αδελφή», θέτοντάς την υπό την προστασία μας; Εγγυηθήκαμε ποτέ την ασφάλειά της; Στείλαμε ποτέ εκεί κάποια Μεραρχία, όπως είχε πράξει ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964;
Συνεννοηθήκαμε ποτέ σοβαρά με την κυπριακή κυβέρνηση, καταρτίζοντας κοινά σχέδια και συνδυάζοντας τις διπλωματικές προσπάθειες των δύο κρατών;
Δεν όφειλε το Υπουργείο Εξωτερικών να συμβουλεύσει και να παροτρύνει προς αυτή την κατεύθυνση; Μπορεί, όμως;
Όταν κάθε κυβέρνηση, με κορωνίδα τη σημερινή, ποδηγετεί τους διπλωματικούς υπαλλήλους και επισείει το φόβητρο της υπηρεσιακής στασιμότητας πάνω από το κεφάλι κάθε επίδοξου «αντιφρονούντος», τι μπορεί να περιμένει κανείς;
Αντί για όλα αυτά, οχυρωθήκαμε πίσω από το γελοίο, ανεύθυνο και επικίνδυνο εφεύρημα ότι «η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάς συμπαρίσταται».
Έτσι οδηγηθήκαμε εδώ όπου βρισκόμαστε σήμερα.
Ποια λύση πρέπει να επιζητούν Ελλάδα και Κύπρος;
Ποια λύση θα έπρεπε να επιζητούμε ως Ελλάδα και Κύπρος για το Κυπριακό;
Πρώτα και κύρια, την πλήρη και οριστική αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων.
Καμία διπλωματική επαφή και καμία διαπραγμάτευση υπό την απειλή της λόγχης του «Αττίλα».
Δεύτερον, την αναγνώριση των Τουρκοκυπρίων ως εθνικής μειονότητας, με βάση την πληθυσμιακή κατάσταση του 1974, δηλαδή το 18%.
Περαιτέρω, απαιτείται η αποχώρηση των εποίκων και η επιστροφή των περιουσιών που κατασχέθηκαν παράνομα στους άμεσους δικαιούχους ή στους κληρονόμους τους.
Τρίτον, την κατάργηση του Συντάγματος του 1960 και των προβλέψεων που αφορούν τις εγγυήτριες δυνάμεις, τις πολιτειακές ρυθμίσεις και την ΕΛΔΥΚ και την ΤΟΥΡΔΥΚ, μεταξύ άλλων.
Κάθε άλλη λύση είναι επιζήμια για τον Ελληνισμό και αποτελεί πρόκριμα για μία ακόμη «χαμένη πατρίδα».
Δημήτριος Νατσιός
Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΙΚΗΣ
Βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης
Δάσκαλος, Θεολόγος, Συγγραφέας

