Η ακρίβεια που πιέζει τα ελληνικά νοικοκυριά οφείλεται κυρίως στα καρτέλ της αγοράς –τις «ακαμψίες» όπως τις περιγράφουν θεσμικοί φορείς όπως το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο– τα οποία επιτρέπει η κυβέρνηση Μητσοτάκη και όχι στην πολεμική κρίση στην Μέση Ανατολή και προηγουμένως στην Ουκρανία.
Τα ίδια τα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού (2026) δείχνουν ότι η άνοδος των τιμών μετατρέπεται σε τεράστια φορολογικά έσοδα για την ΑΑΔΕ (των δανειστών) και την κυβέρνηση. Το 2025 τα συνολικά φορολογικά έσοδα ανήλθαν στα € 71,9 δισ. ευρώ. Από αυτά, ο ΦΠΑ απέφερε € 27,8 δισ. ευρώ, ενώ οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης € 7,4 δισ. ευρώ, δηλαδή πάνω από € 35 δισεκ. ευρώ προήλθαν από φόρους που επιβαρύνουν άμεσα την καθημερινή κατανάλωση των πολιτών.
Την ίδια στιγμή, το θεσμικό πλαίσιο – των δήθεν μέτρων – που δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ Β’ 1411/2026), παρά το οτι αφορά σε δεκάδες βασικά προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης – δηλαδή στο σύνολο σχεδόν του καλαθιού των νοικοκυριών, καμία διάταξη δεν προβλέπει άμεση αποκλιμάκωση των τιμών. Απλά, περιορίζεται σε ελέγχους για το αν οι επιχειρήσεις υπερβαίνουν το περιθώριο μικτού κέρδους που είχαν σε προηγούμενη περίοδο αναφοράς.
Ομοίως τα μέτρα για τα καύσιμα: τα κέρδη των διυλιστηρίων και οι φόροι παραμένουν ανέγγιχτα. Για παράδειγμα: με το Brent στα 120 $ και για 50 lt καυσίμου (τιμή lt=1,82 ευρώ), χωρίς πλαφόν οι πολίτες θα πλήρωναν 12,80 ευρώ παραπάνω ενώ με το πλαφόν 11,15 ευρώ παραπάνω εκ των οποίων τα 8,05 ευρώ πηγαίνουν στα διυλιστήρια και τα 2,29 ευρώ στην ΑΑΔΕ, ενώ στα πρατήρια αντιστοιχούν 0,76 ευρώ.
Με τα μέτρα δεν τίθεται ουσιαστικό όριο στις τιμές των προϊόντων, αλλά όσες επιχειρήσεις λειτουργούσαν ήδη με υψηλά περιθώρια κέρδους, μπορούν να τα διατηρήσουν και στο μέλλον. Τα μέτρα απλώς νομιμοποιούν την όποια αυθαιρεσία υπήρχε, με τόσους σύνθετους υπολογισμούς και ερμηνείες, που οδηγεί στο συμπέρασμα οτι στόχος δεν είναι η αντιμετώπιση της ακρίβειας.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσποιείται ότι δεν κατανοεί πως η αγορά χρειάζεται κανόνες και ελέγχους. Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με διοικητικούς υπολογισμούς περιθωρίων κέρδους, αφήνοντας αλώβητα τόσο τα καρτέλ όσο και τα υπερέσοδα της ΑΑΔΕ αλλά μόνο με πολιτικές που μειώνουν πραγματικά το κόστος ζωής.
Η ΝΙΚΗ – απέναντι σε αυτή την ακρίβεια με κυβερνητική σφραγίδα – προτείνει άμεσα μέτρα: α. μείωση των φορολογικών συντελεστών σε βασικά αγαθά και τρόφιμα β. μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα γ. ουσιαστική αντιμετώπιση των ολιγοπωλιακών πρακτικών στην αγορά δ. αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών εργαλείων για τη φορολόγηση των υπερκερδών στον ενεργειακό τομέα. Παράλληλα, σε μια περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η πολιτεία οφείλει να αξιοποιήσει τα δημοσιονομικά περιθώρια που διαθέτει (όπως τα € 39,58 δις. των ταμειακών διαθεσίμων με 31.12.2025) για να στηρίξει την πραγματική οικονομία και τα ελληνικά νοικοκυριά.
Θ.Ο. Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ

