Την ανάγκη πλήρους αναδιάρθρωσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ανέδειξε ο βουλευτής Κατερίνης της ΝΙΚΗΣ, Κομνηνός Δελβερούδης, κατά την παρέμβασή του στη συνεδρίαση της Διακομματικής Επιτροπής για τον Πρωτογενή Τομέα, θέτοντας παράλληλα σειρά ζητημάτων που αφορούν τη λειτουργία του κράτους, την αγροτική πολιτική και τη βιωσιμότητα κρίσιμων παραγωγικών κλάδων.
Από την έναρξη της τοποθέτησής του, έθεσε ως κεντρική προτεραιότητα την πλήρη αναδιάρθρωση του Υπουργείου, επισημαίνοντας ότι η επανεκκίνηση πρέπει να γίνει εκ του μηδενός, με αξιοποίηση της γνώσης και της εμπειρίας των ίδιων των επιστημόνων και των δημοσίων λειτουργών. Υπογράμμισε ότι οι άνθρωποι του πεδίου διαθέτουν τόσο την επιστημονική επάρκεια όσο και την πρακτική γνώση που απαιτείται για να στηριχθεί μια σοβαρή εθνική αγροτική πολιτική.
Στη συνέχεια έθεσε κρίσιμα ζητήματα λειτουργίας του κράτους, εστιάζοντας στην ασυνέχεια μεταξύ του κεντρικού Υπουργείου και των περιφερειακών υπηρεσιών, ζητώντας συγκεκριμένες προτάσεις για την αποκατάσταση της ενιαίας διοίκησης και του αποτελεσματικού συντονισμού. Παράλληλα, ανέδειξε το ζήτημα της δυνατότητας μιας χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επηρεάζει ουσιαστικά την Κοινή Αγροτική Πολιτική, ώστε να προσαρμόζεται στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής γεωμορφολογίας και οικονομίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην υποχώρηση της παραδοσιακής αλιείας και στην ταυτόχρονη ενίσχυση της ιχθυοκαλλιέργειας, με σαφή ερώτημα για το εάν υφίσταται στοχευμένη πολιτική που οδηγεί στην απαξίωση των επαγγελματιών αλιέων. Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ ζήτησε απαντήσεις για τις ανισορροπίες που καταγράφονται και για τις επιπτώσεις τους στον κοινωνικό ιστό των παράκτιων περιοχών.
Στα της κτηνοτροφίας, έθεσε ζητήματα γενετικής βελτίωσης και διατήρησης των εγχώριων φυλών, καθώς και την ανάγκη αξιόπιστης καταγραφής του ζωικού κεφαλαίου, επισημαίνοντας ότι η απουσία σαφών δεδομένων δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στον σχεδιασμό πολιτικής. Παράλληλα, ανέδειξε το ζήτημα της διαχείρισης ζωονόσων και της στάσης της κυβέρνησης απέναντι στον εμβολιασμό, θέτοντας ερωτήματα για την απόκλιση από πρακτικές που ήδη εφαρμόζονται σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κλείνοντας, ο κ. Δελβερούδης κατέθεσε μια στρατηγική προσέγγιση για το μέλλον της ελληνικής κτηνοτροφίας, αναδεικνύοντας την παραδοσιακή μορφή εκτροφής ως δυνητικά βιώσιμο μοντέλο, λόγω του χαμηλότερου κόστους παραγωγής και της αξιοποίησης των φυσικών πόρων. Συνέδεσε τη στήριξή της με την ανάγκη αντιμετώπισης της εγκατάλειψης της υπαίθρου, της πρόληψης φυσικών καταστροφών και της ανάσχεσης του δημογραφικού προβλήματος.

