Η τοποθέτηση του Κομνηνού Δελβερούδη στην Βουλή των Ελλήνων, κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια για το πολυνομοσχέδιο «Απλούστευση οικονομικών δραστηριοτήτων και νέοι κανόνες εποπτείας», ανέδειξε σοβαρές ζητήματα ως προς τη δομή, το περιεχόμενο και τις επιπτώσεις των προτεινόμενων ρυθμίσεων.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ υπογράμμισε ότι το υπό συζήτηση σχέδιο νόμου δεν συνιστά ένα συνεκτικό μεταρρυθμιστικό πλαίσιο, αλλά μια εκτεταμένη συσσώρευση ετερογενών διατάξεων που εκτείνονται από την εποπτεία της αγοράς έως τη μεταποίηση και το υπαίθριο εμπόριο. Όπως σημείωσε, «η πολυνομία εντείνεται με τροπολογίες της τελευταίας στιγμής, άσχετες με το βασικό αντικείμενο, γεγονός που επιβεβαιώνει την έλλειψη στρατηγικού προσανατολισμού και τη νομοθετική προχειρότητα».
Ως αποτέλεσμα αυτού δημιουργείται ένα πλαίσιο που αυξάνει τις ρυθμίσεις χωρίς να καθιστά σαφέστερους τους κανόνες, ενισχύει τη διοικητική παρέμβαση χωρίς να διασφαλίζει αποτελεσματικότητα και μεταφέρει το βάρος της πολυπλοκότητας στον παραγωγό και τον επιχειρηματία. Ο κ. Δελβερούδης επικαλέστηκε μάλιστα τη διαπίστωση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία εξακολουθούν να υφίστανται εμπόδια όπως η πολυπλοκότητα διαδικασιών και οι καθυστερήσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις διατάξεις που αφορούν την προσχολική φροντίδα και τις μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, οι οποίες, όπως σημείωσε, ρυθμίζονται από το Υπουργείο Ανάπτυξης, παρότι άπτονται της κοινωνικής πολιτικής. Έθεσε ζήτημα θεσμικής σύγχυσης και υποβάθμισης των εγγυήσεων ασφάλειας, θέτοντας ερωτήματα για τον ρόλο του Υπουργείου Οικογένειας και Κοινωνικής Συνοχής.
Ως προς την ουσία των ρυθμίσεων, υποστήριξε ότι «αντί να ενισχύεται το επιχειρείν στον τομέα της προσχολικής αγωγής, δημιουργούνται πρόσθετα εμπόδια, ενώ η αποδυνάμωση του κλάδου ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, σε μια περίοδο έντονης δημογραφικής πίεσης».
Αναφερόμενος στο σκέλος της εποπτείας της αγοράς εργασίας, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έκανε λόγο για συστηματική αποδυνάμωση της επιθεώρησης εργασίας και μετατόπισή της από τον ρόλο της προστασίας των εργαζομένων προς μια λειτουργία εξυπηρέτησης της αγοράς. Όπως σημείωσε, «η επιβολή προκαθορισμένων διαδικασιών περιορίζει την ελεγκτική κρίση των επιθεωρητών, ενώ η απαίτηση προηγούμενης εντολής για ελέγχους αλλοιώνει τον χαρακτήρα τους».
Επιπλέον, εξέφρασε ανησυχία για τη δυνατότητα συμμετοχής ιδιωτών ελεγκτών, επισημαίνοντας ότι «δημιουργούνται συνθήκες υπονόμευσης της λογοδοσίας και της αξιοπιστίας του ελεγκτικού μηχανισμού, ενώ ενισχύονται πρακτικές παρεμπόδισης των ελέγχων».
Σχετικά με τις διατάξεις για το υπαίθριο εμπόριο, έθεσε ζήτημα αποτελεσματικότητας ως προς τη συγκράτηση των τιμών και την ενίσχυση του εισοδήματος των παραγωγών. Επικαλέστηκε στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για την άνοδο του πληθωρισμού και των τιμών τροφίμων, επισημαίνοντας ότι οι ανατιμήσεις παραμένουν υψηλές, ιδίως σε βασικά προϊόντα.
Παράλληλα, ανέδειξε τις επιβαρύνσεις που προκαλεί η υποχρεωτική εφαρμογή ψηφιακού δελτίου αποστολής για τους αγρότες, τονίζοντας ότι πρόκειται για πρόσθετη γραφειοκρατία και κόστος που επιβαρύνει τον πρωτογενή τομέα. Όπως υποστήριξε, «τέτοιες ρυθμίσεις δεν ενισχύουν την παραγωγή, αλλά ενδέχεται να οδηγήσουν σε περαιτέρω συρρίκνωση της αγροτικής δραστηριότητας».
Η τοποθέτηση του κ. Δελβερούδη, κατέληξε στην εκτίμηση ότι το νομοσχέδιο δεν αντιμετωπίζει τα προβλήματα, αλλά τα εντείνει, μετακυλίοντας τα βάρη στους πιο αδύναμους. Τόνισε την ανάγκη για ουσιαστικό σχεδιασμό, θεσμική συνέπεια και διάλογο με την κοινωνία, επισημαίνοντας ότι η ενίσχυση της οικονομίας και της παραγωγής απαιτεί σαφή κατεύθυνση και πολιτική βούληση.
Για τους λόγους αυτούς, ανακοίνωσε την καταψήφιση του σχεδίου νόμου, χαρακτηρίζοντας τη στάση αυτή πράξη ευθύνης απέναντι στην κοινωνία και το μέλλον της χώρας.

