«Ήρεμα νερά», «προώθηση όσων μας ενώνουν» και εξωτερική πολιτική «ωχαδερφισμού». Όσο η Τουρκία διεκδικεί, απαιτεί και τελικά αναβαθμίζει τη γεωπολιτική της θέση, η Ελλάδα αναδεικνύεται στον καλύτερο κομπάρσο των διεθνών εξελίξεων.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εμφανίστηκε ως πρωταγωνιστής στη Σύνοδο Κορυφής και τελικά απέσπασε σημαντικά πολιτικά οφέλη από τον Ντόναλντ Τραμπ και τους συμμάχους. Επανήλθε στο τραπέζι η συζήτηση για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, άνοιξε εκ νέου η συζήτηση για τη συμμετοχή της στα ευρωπαϊκά προγράμματα επανεξοπλισμού, αλλά και γεωπολιτική αναβάθμιση με νέα στρατηγεία του ΝΑΤΟ στην Τουρκία.
Αυτή είναι η «απομόνωση» του Ερντογάν για την οποία πανηγύριζε η κυβέρνηση; Την ίδια στιγμή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έμοιαζε πολιτικά αόρατος, αδυνατώντας να επιβάλει στην ατζέντα της Συμμαχίας τις διαρκείς τουρκικές προκλήσεις, την αναθεωρητική πολιτική της Άγκυρας, το παράνομο casus belli και τις καθημερινές απειλές κατά της εθνικής μας κυριαρχίας. Άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαία η στήριξη που παρείχαν πριν από λίγες ημέρες οι ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας.
Ακόμη πιο απογοητευτική ήταν η στάση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε. Θυμίζοντας σφουγγοκωλάριο του σουλτάνου, αντί να καταδικάσει το παράνομο casus belli, την κατοχή των ρωσικών S-400 από την Τουρκία και τις καθημερινές απειλές κατά της ελληνικής κυριαρχίας, επέλεξε για ακόμη μία φορά να κρυφτεί πίσω από τη δήθεν «συμμαχική συνοχή».
Και όλα αυτά αντιμετωπίζονται από τον κ. Μητσοτάκη περίπου ως… κανονικότητα. Η ΝΙΚΗ αρνείται να συμβιβαστεί με αυτή τη λογική. Δεν μπορεί η Ελλάδα να σιωπά, όταν η Τουρκία ανταμείβεται για την επιθετικότητά της. Δεν μπορεί η κυβέρνηση να παρουσιάζει ως επιτυχία την απλή διατήρηση του σημερινού στάτους κβο, την ώρα που η Άγκυρα διεκδικεί συνεχώς νέα στρατηγικά κέρδη. Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με ευχολόγια, ούτε με επικοινωνιακή διαχείριση. Ασκείται με εθνική αυτοπεποίθηση, αποφασιστικότητα και ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές. Όσο η κυβέρνηση επιλέγει τον ρόλο του σιωπηλού παρατηρητή, τόσο η Τουρκία θα αισθάνεται ότι μπορεί να ανεβάζει διαρκώς τον πήχη των απαιτήσεών της εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων.

