Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2’
Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ
Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την επενδυτική βαθμίδα, τα πρωτογενή πλεονάσματα, την αύξηση των φορολογικών εσόδων και την «εξυγίανση» των τραπεζών. Η υποτιθέμενη οικονομική κανονικότητα συνοδεύεται από μια κοινωνία που ασφυκτιά. Εκατομμύρια πολίτες και επιχειρήσεις παραμένουν εγκλωβισμένοι σε οφειλές προς την ΑΑΔΕ, τον ΕΦΚΑ, τις τράπεζες, τα funds και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Λογαριασμοί δεσμεύονται, ρυθμίσεις χάνονται, επιχειρήσεις στερούνται χρηματοδότησης και χιλιάδες κατοικίες οδηγούνται σε πλειστηριασμό.
Το ιδιωτικό χρέος έχει εξελιχθεί σε μόνιμο μηχανισμό οικονομικής και κοινωνικής ομηρίας. Περιορίζει την κατανάλωση, αποδυναμώνει τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, εμποδίζει την επανένταξη των πολιτών στο τραπεζικό σύστημα, υπονομεύει τη στεγαστική ασφάλεια και διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες.
Η Ελλάδα εμφανίζεται δημοσιονομικά ισχυρότερη, ενώ οι πολίτες της γίνονται φτωχότεροι και περισσότερο χρεωμένοι. Το κράτος παράγει πλεονάσματα υπερφορολογώντας την κοινωνία και η κοινωνία συσσωρεύει ληξιπρόθεσμες οφειλές, επειδή αδυνατεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του.
Η πραγματική έκταση του προβλήματος
Η συζήτηση για το ιδιωτικό χρέος απαιτεί καταρχάς σαφήνεια, καθώς χρησιμοποιούνται διαφορετικοί ορισμοί. Με βάση τον ευρωπαϊκό δείκτη, ο οποίος περιλαμβάνει κυρίως τα δάνεια και τα χρεόγραφα των νοικοκυριών και των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, το ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας αντιστοιχεί περίπου στο 95% έως 97% του ΑΕΠ.
Η συγκεκριμένη μέτρηση δεν αποτυπώνει το σύνολο της ελληνικής πραγματικότητας, καθώς δεν περιλαμβάνει τις τεράστιες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία. Σύμφωνα με το δελτίο του ΙΟΒΕ του Μαρτίου 2026 για το ιδιωτικό χρέος, οι απαιτήσεις των τραπεζών και των servicers, μαζί με τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ, είχαν φθάσει ήδη από το τρίτο τρίμηνο του 2025 στα 407,6 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε περίπου στο 164% του ΑΕΠ. Στο τέλος του 2025, το συνολικό ιδιωτικό χρέος διαμορφώθηκε περίπου στα 417 δισ. ευρώ ή στο 168% του ΑΕΠ.
Η διαφορά ανάμεσα στους δύο δείκτες αποκαλύπτει την ιδιαιτερότητα του ελληνικού προβλήματος. Η Ελλάδα μπορεί να μη διαθέτει τον υψηλότερο ενήμερο ιδιωτικό δανεισμό στην Ευρώπη, διαθέτει όμως ένα τεράστιο απόθεμα παλαιών, ληξιπρόθεσμων και μη εξυπηρετούμενων οφειλών.
Η παγίδα του ιδιωτικού χρέους δημιουργήθηκε στα χρόνια των μνημονίων, διογκώθηκε από φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, τόκους και προσαυξήσεις και μεταφέρθηκε από τις τράπεζες στα funds και στους servicers.
Το συνολικό ιδιωτικό χρέος ανερχόταν σε 334,1 δισ. ευρώ το 2017, αυξήθηκε σε 373,3 δισ. ευρώ το 2023, έφθασε τα 392,8 δισ. ευρώ το 2024 και ξεπέρασε τα 407 δισ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο του 2025. Μέσα σε λιγότερο από εννέα χρόνια αυξήθηκε κατά περισσότερα από 80 δισ. ευρώ.
Αυτό είναι το πραγματικό αποτέλεσμα επτά ετών διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση παρέλαβε ένα ήδη τεράστιο πρόβλημα ιδιωτικού χρέους και επέτρεψε την περαιτέρω διόγκωσή του.
Το 57% του ιδιωτικού χρέους δεν εξυπηρετείται κανονικά
Ακόμη πιο ανησυχητική από το συνολικό ύψος του χρέους είναι η ποιότητά του. Περίπου 237 δισ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν το 57% του συνόλου και περίπου το 96% του ελληνικού ΑΕΠ, αφορούν ληξιπρόθεσμες ή μη εξυπηρετούμενες υποχρεώσεις.
Πρόκειται για χρέος που βαραίνει την οικονομία χωρίς να δημιουργεί παραγωγική δυναμική. Αποκλείει πολίτες και επιχειρήσεις από τη χρηματοδότηση, καθηλώνει περιουσιακά στοιχεία, αποθαρρύνει τις επενδύσεις και διατηρεί εκατομμύρια ανθρώπους σε κατάσταση μόνιμης ανασφάλειας.
Οι οφειλές προς το Δημόσιο κατέχουν πλέον κυρίαρχη θέση. Στο τρίτο τρίμηνο του 2025, οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές ανέρχονταν σε 111,9 δισ. ευρώ και οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ σε 50,7 δισ. ευρώ. Συνολικά, περίπου το 69% των ληξιπρόθεσμων ιδιωτικών οφειλών αφορούσε το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Στο τέλος του ίδιου έτους, τα αντίστοιχα ποσά αυξήθηκαν περίπου στα 113,9 δισ. και 51,3 δισ. ευρώ.
Τα στοιχεία αυτά καταρρίπτουν το κυβερνητικό αφήγημα της επιτυχημένης οικονομικής πολιτικής. Ο κρατικός προϋπολογισμός εμφανίζει πλεονάσματα και υπεραπόδοση φορολογικών εσόδων, την ώρα που οι πολίτες και οι επιχειρήσεις δημιουργούν νέα χρέη, αδυνατώντας να ανταποκριθούν στην ακρίβεια, στην υπερφορολόγηση και στο υψηλό λειτουργικό κόστος.
Τα λογιστικά πλεονάσματα του Δημοσίου αντιστοιχούν σε πραγματικά ελλείμματα στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η κυβερνητική πολιτική μεταφέρει το οικονομικό βάρος από το κράτος στην κοινωνία.
Οι πολλοί χρωστούν λίγα και οι ελάχιστοι σχεδόν τα πάντα
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κατανομή των φορολογικών οφειλών. Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΟΒΕ, το 78,7% των οφειλετών χρωστά λιγότερα από 3.000 ευρώ. Οι οφειλές αυτής της μεγάλης κοινωνικής ομάδας αντιστοιχούν μόλις σε 1,5 δισ. ευρώ ή στο 1,4% του συνολικού φορολογικού χρέους.
Μόλις το 0,6% των οφειλετών, με χρέος άνω των 300.000 ευρώ, συγκεντρώνει οφειλές ύψους 90,9 δισ. ευρώ, δηλαδή το 82,8% του συνολικού ποσού.
Η φορολογική διοίκηση επιδεικνύει συχνά τη μεγαλύτερη αυστηρότητα απέναντι στους μικρούς οφειλέτες. Για χρέη λίγων χιλιάδων ευρώ δεσμεύονται λογαριασμοί, συμψηφίζονται επιστροφές και ενεργοποιούνται μέτρα αναγκαστικής είσπραξης. Το κράτος αντιμετωπίζει τον μισθωτό, τον μικροεπαγγελματία ή τον αγρότη που χρωστά δύο ή τρεις χιλιάδες ευρώ με την ίδια γραφειοκρατική σκληρότητα που επιφυλάσσει σε έναν μεγάλο οφειλέτη εκατομμυρίων.
Το εισπρακτικό σύστημα πιέζει περισσότερο εκείνον που εντοπίζεται και ελέγχεται ευκολότερα και όχι απαραίτητα εκείνον που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο χρέος.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα στον ΕΦΚΑ. Περίπου το 70% των οφειλετών χρωστά έως 15.000 ευρώ και συγκεντρώνει μόλις το 10,9% της συνολικής οφειλής. Το 0,3% των οφειλετών με χρέη άνω των 500.000 ευρώ συγκεντρώνει περίπου το 30% του συνολικού ασφαλιστικού χρέους.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το 63,7% των οφειλών προς τον ΕΦΚΑ, περίπου 32,3 δισ. ευρώ, αφορά υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν πριν από το 2010. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να εμφανίζει ως ενεργές απαιτήσεις χρέη ηλικίας δεκαετιών, φορτωμένα με τόκους και προσαυξήσεις, τα οποία σε μεγάλο βαθμό δεν πρόκειται να εισπραχθούν ποτέ.
Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια πλασματική εικόνα για το ύψος του ιδιωτικού χρέους και διατηρούνται πολίτες και επαγγελματίες σε καθεστώς διαρκούς οικονομικής ομηρίας.
Η μεταφορά των κόκκινων δανείων στα funds και στους servicers
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους τραπεζικούς ισολογισμούς ως μεγάλη επιτυχία. Η μείωση αυτή προήλθε κυρίως από τη μεταφορά των κόκκινων δανείων, μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων, σε επενδυτικά κεφάλαια και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Στο τρίτο τρίμηνο του 2025, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε τράπεζες και servicers ανέρχονταν περίπου στα 73,9 δισ. ευρώ. Από αυτά, μόλις 5,9 δισ. ευρώ παρέμεναν στις τράπεζες, ενώ περίπου 68 δισ. ευρώ, δηλαδή το 92%, βρίσκονταν υπό τη διαχείριση των servicers.
Η κυβέρνηση μετέφερε το πρόβλημα έξω από τους τραπεζικούς ισολογισμούς. Οι τράπεζες εμφανίζονται πλέον υγιείς και διανέμουν μερίσματα, ενώ οι δανειολήπτες εξακολουθούν να χρωστούν, οι εγγυητές συνεχίζουν να απειλούνται, οι μικρές επιχειρήσεις παραμένουν αποκλεισμένες από τον δανεισμό και οι κατοικίες των πολιτών οδηγούνται σε πλειστηριασμό.
Η λογιστική εξυγίανση των τραπεζών χρηματοδοτήθηκε από το Δημόσιο και προστατεύθηκε με κρατικές εγγυήσεις. Η οικονομική εξυγίανση των νοικοκυριών παραδόθηκε στις απαιτήσεις των funds. Η κυβερνητική πολιτική κοινωνικοποίησε το κόστος διάσωσης του τραπεζικού συστήματος και ιδιωτικοποίησε τη διαχείριση της απόγνωσης των οφειλετών.
Ιδιωτικό χρέος και πρόωρη αποπληρωμή 13 δισ. ευρώ δημοσίου χρέους
Μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει εντός του 2026 νέα πρόωρη αποπληρωμή δημόσιου χρέους ύψους περίπου 13 δισ. ευρώ.
Η μείωση του δημόσιου χρέους και του κόστους εξυπηρέτησής του αποτελεί θεμιτό και αναγκαίο στόχο. Η υπεύθυνη διαχείριση απαιτεί να συνυπολογίζεται η κατάσταση της πραγματικής οικονομίας, ιδίως όταν μεγάλο μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους έχει μακρά διάρκεια, βρίσκεται στα χέρια του επίσημου τομέα και διαθέτει ευνοϊκούς όρους εξυπηρέτησης.
Η κυβέρνηση όφειλε να εξετάσει μια περισσότερο ισορροπημένη επιλογή, διαθέτοντας μικρότερο ποσό για την πρόωρη αποπληρωμή και κατευθύνοντας μέρος των διαθέσιμων πόρων σε ένα συγκροτημένο πρόγραμμα ουσιαστικής μείωσης του ιδιωτικού χρέους, ενίσχυσης των βιώσιμων μικρομεσαίων επιχειρήσεων και προστασίας της κύριας κατοικίας.
Η ΝΙΚΗ αναγνωρίζει ότι ολόκληρο το ποσό των 13 δισ. ευρώ δεν μπορεί αυτομάτως να μετατραπεί σε δημοσιονομική δαπάνη. Υπάρχουν κανόνες, ταμειακές ανάγκες και διεθνείς δεσμεύσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Η κυβέρνηση, ωστόσο, όφειλε να παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη ανάλυση κόστους και οφέλους και να εξηγήσει γιατί επιλέγει τόσο μεγάλη και επιταχυνόμενη αποπληρωμή, ενώ 237 δισ. ευρώ ιδιωτικού χρέους παραμένουν ληξιπρόθεσμα.
Ακόμη και ένα μέρος των πόρων, εφόσον οργανωνόταν μέσα στα επιτρεπόμενα δημοσιονομικά όρια, θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει στοχευμένες ρυθμίσεις, εγγυοδοτικά εργαλεία για βιώσιμες μικρές επιχειρήσεις, στήριξη ευάλωτων δανειοληπτών και πολιτικές αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος.
Η θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη
Με βάση τον συγκρίσιμο ευρωπαϊκό δείκτη, η Ελλάδα δεν βρίσκεται στις πρώτες θέσεις του ιδιωτικού δανεισμού. Το χρέος των ελληνικών νοικοκυριών κινείται περίπου στο 38% έως 39% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος βρίσκεται κοντά στο 49% στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο 51% στην Ευρωζώνη.
Τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση. Σε αρκετές χώρες της βόρειας και δυτικής Ευρώπης, το υψηλότερο χρέος συνοδεύεται από υψηλότερα εισοδήματα, περισσότερες καταθέσεις, μεγαλύτερη χρηματοοικονομική περιουσία, ισχυρότερες κοινωνικές παροχές και ευκολότερη πρόσβαση στη στεγαστική πίστη.
Στην Ελλάδα, ακόμη και ένα μικρότερο χρέος είναι δυσκολότερο να εξυπηρετηθεί εξαιτίας των χαμηλών πραγματικών μισθών, της ακρίβειας, του υψηλού κόστους στέγασης, της υπερφορολόγησης και των ακριβών τραπεζικών επιτοκίων. Η χαμηλότερη δανειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών αντανακλά επίσης τον αποκλεισμό εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών από το τραπεζικό σύστημα.
Νέα ζευγάρια αδυνατούν να λάβουν στεγαστικό δάνειο, μικρές επιχειρήσεις στερούνται κεφαλαίου κίνησης και επαγγελματίες παραμένουν εγκλωβισμένοι σε αρχεία οικονομικής συμπεριφοράς. Πρόκειται για μια οικονομία δύο ταχυτήτων, στην οποία οι ισχυροί έχουν πρόσβαση σε φθηνότερη χρηματοδότηση και οι μικροί καλούνται να επιβιώσουν χωρίς ρευστότητα.
Οι ευθύνες της κυβέρνησης
Η Νέα Δημοκρατία είχε επτά χρόνια για να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη στρατηγική. Προτεραιότητά της υπήρξε η θωράκιση των τραπεζικών ισολογισμών, η εξυπηρέτηση των δημοσιονομικών στόχων και η επιτάχυνση των πλειστηριασμών.
Παρά τις βελτιώσεις που έχουν γίνει, ο εξωδικαστικός μηχανισμός εξακολουθεί να μην καλύπτει το σύνολο των οφειλετών και να μην εγγυάται πραγματικά βιώσιμες λύσεις. Ο αλγόριθμος στερείται επαρκούς διαφάνειας, οι διαδικασίες καθυστερούν και πολλές προτάσεις ρύθμισης δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Η κυβέρνηση αρνείται παράλληλα να θεσπίσει ένα σταθερό και μόνιμο πλαίσιο πολλών δόσεων για τις οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ. Οι πολίτες εγκλωβίζονται σε ρυθμίσεις που χάνονται εύκολα, ενώ η απουσία ουσιαστικής προστασίας της κύριας κατοικίας ενισχύει την ανασφάλεια.
Οι εισπρακτικοί μηχανισμοί από μόνοι τους δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους. Το πρόβλημα συνδέεται άμεσα με την ακρίβεια, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης, την υψηλή έμμεση φορολογία, το ενεργειακό κόστος και τη στεγαστική κρίση. Η άρνηση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει αυτές τις αιτίες θα συνεχίσει να παράγει νέους οφειλέτες.
Η ολοκληρωμένη πρόταση της ΝΙΚΗΣ
Η ΝΙΚΗ προτείνει μια συνολική πολιτική που θα προστατεύει τους πραγματικά αδύναμους, θα επιβραβεύει τους συνεπείς, θα εξυγιαίνει τις βιώσιμες επιχειρήσεις και θα αντιμετωπίζει αυστηρά τους στρατηγικούς κακοπληρωτές και τους μεγάλους οφειλέτες.
Πρώτον, απαιτείται πλήρης καταγραφή και εκκαθάριση του πραγματικού ιδιωτικού χρέους. Οι οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τα ασφαλιστικά ταμεία που έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτες είσπραξης και παραμένουν ανενεργές εδώ και δεκαετίες πρέπει, έπειτα από αυστηρό και εξατομικευμένο έλεγχο, να διαγράφονται οριστικά από τα βιβλία.
Η πρόταση αφορά απαιτήσεις από πτωχευμένες ή ανύπαρκτες επιχειρήσεις, αποβιώσαντες χωρίς περιουσία, οφειλέτες χωρίς εισόδημα ή περιουσιακά στοιχεία και υποθέσεις στις οποίες έχει εξαντληθεί κάθε νόμιμη δυνατότητα είσπραξης. Δεν προβλέπει χαριστική και οριζόντια διαγραφή χρεών ή επιβράβευση των στρατηγικών κακοπληρωτών.
Η διατήρηση τέτοιων οφειλών επί δεκαετίες παραποιεί την πραγματική εικόνα του ιδιωτικού χρέους, διογκώνει πλασματικά τις απαιτήσεις του Δημοσίου και εμποδίζει τη χάραξη σοβαρής πολιτικής. Η Ελλάδα χρειάζεται έναν αληθινό ισολογισμό και όχι λογιστικά φαντάσματα χρεών που δεν πρόκειται ποτέ να εισπραχθούν.
Δεύτερον, προτείνουμε έναν μόνιμο μηχανισμό έως 120 δόσεων για τις οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ, με τη δόση να συνδέεται με το πραγματικό εισόδημα και την οικονομική δυνατότητα του οφειλέτη. Για όσους τηρούν με συνέπεια τη ρύθμιση πρέπει να προβλέπεται ουσιαστική διαγραφή τόκων και προσαυξήσεων.
Τρίτον, με σχέδιο νόμου που καταθέσαμε στη Βουλή στις 20 Μαΐου 2024 προτείναμε να θεσπιστεί το δικαίωμα των δανειοληπτών να εξαγοράζουν τα κόκκινα δάνειά τους, μετά τη μεταβίβασή τους από τις τράπεζες στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Η ρύθμιση αφορά δάνεια φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων και εφαρμόζεται πριν από την έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης.
Τέταρτον, ο εξωδικαστικός μηχανισμός πρέπει να γίνει πραγματικά δεσμευτικός για όλους τους πιστωτές, με πλήρη διαφάνεια του αλγορίθμου, σαφές χρονοδιάγραμμα, δικαίωμα αιτιολογημένης ένστασης και υποχρέωση υποβολής βιώσιμης πρότασης ρύθμισης πριν από οποιοδήποτε μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης. Όσο εκκρεμεί η διαδικασία και ο οφειλέτης συνεργάζεται καλόπιστα, οι πλειστηριασμοί πρέπει να αναστέλλονται.
Πέμπτον, απαιτείται αυστηρή εποπτεία των servicers. Οι εταιρείες διαχείρισης πρέπει να παρέχουν αναλυτική κατάσταση της οφειλής, να αιτιολογούν κάθε επιβάρυνση, να απαντούν εντός συγκεκριμένων προθεσμιών και να υπόκεινται σε πραγματικές κυρώσεις. Οι προτάσεις ρύθμισης οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη την οικονομική δυνατότητα του δανειολήπτη, την αξία της εξασφάλισης και το τίμημα μεταβίβασης της απαίτησης.
Έκτον, είναι απαραίτητο ένα ουσιαστικό πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας για τις ευάλωτες και οικονομικά αδύναμες οικογένειες. Ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης δεν επιτρέπεται να μετατραπεί σε ακόμη ένα εργαλείο μεταφοράς της περιουσίας των Ελλήνων σε επενδυτικά κεφάλαια. Πρέπει να λειτουργεί υπό δημόσιο έλεγχο, με κοινωνικά κριτήρια και πραγματικό δικαίωμα επαναγοράς.
Έβδομο, απαιτείται ειδικό πρόγραμμα δεύτερης ευκαιρίας για βιώσιμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, με αναδιάρθρωση χρεών, περίοδο χάριτος, εγγυοδοτικά εργαλεία και δυνατότητα πρόσβασης σε νέα χρηματοδότηση.
Τέλος, η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους προϋποθέτει αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Η ΝΙΚΗ προτείνει μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα από το 13% στο 8%, μείωση του βασικού συντελεστή από το 24% στο 20%, περιορισμό του ενεργειακού κόστους, ενίσχυση της οικογένειας και ουσιαστική φορολογική ελάφρυνση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.
Χωρίς πραγματική ενίσχυση του εισοδήματος, κάθε ρύθμιση θα έχει προσωρινό χαρακτήρα και οι πολίτες θα επιστρέφουν στην ίδια παγίδα.
Το ιδιωτικό χρέος αποτυπώνει την αγωνία της οικογένειας που κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της, του επαγγελματία που βλέπει τον λογαριασμό του δεσμευμένο, του αγρότη που αδυνατεί να πληρώσει τις εισφορές του και του νέου ανθρώπου που αποκλείεται από κάθε δυνατότητα χρηματοδότησης.
Η πραγματική οικονομική εξυγίανση κρίνεται από τη δυνατότητα των πολιτών, των οικογενειών και των παραγωγικών επιχειρήσεων να σταθούν ξανά όρθιοι.
Η κυβέρνηση θυσιάζει την πραγματική οικονομία στον βωμό της επικοινωνιακής εικόνας και των πρόωρων αποπληρωμών. Το δημόσιο χρέος μπορεί να εμφανίζεται μειωμένο, ενώ το χρέος της κοινωνίας εξακολουθεί να αυξάνεται.

