«Έναν αχταρμά» που βαφτίστηκε νομοσχέδιο προστασίας από τις καταχρηστικές αγωγές, ενώ προσφέρει «ένα απαλό χάδι στους ολιγάρχες» και ανοίγει δρόμο για τη μη συμμόρφωση του Δημοσίου στις δικαστικές αποφάσεις, κατήγγειλε από το βήμα της Ολομέλειας ο βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ, Γεώργιος Ρούντας.
Με συγκεκριμένες αναφορές στα επίμαχα άρθρα, ανέδειξε τις ασφυκτικές προθεσμίες για τους δημοσιογράφους, την απουσία πραγματικά αποτρεπτικών κυρώσεων, τις παρεμβάσεις στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και τις ρυθμίσεις που επιτρέπουν στη διοίκηση να επικαλείται δημοσιονομικούς λόγους απέναντι σε αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.
Ο κ. Ρούντας ξεκίνησε την τοποθέτησή του με αναφορά στους πυροσβέστες που έχασαν τη ζωή τους εν ώρα καθήκοντος, μεταφέροντας τα συλλυπητήρια ολόκληρης της ΝΙΚΗΣ προς τις οικογένειές τους.
«Κάνουν το χρέος τους και μας δίνουν το παράδειγμα της αυτοθυσίας σε μια δύσκολη εποχή, κατά την οποία η αυτοθυσία λείπει ως παράδειγμα», ανέφερε για τους ανθρώπους που επιχειρούν στα πύρινα μέτωπα.
Εξαπέλυσε επίθεση κατά κυβερνητικών στελεχών για τους χαρακτηρισμούς προς τους πενταετείς και εποχικούς πυροσβέστες, οι οποίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με απαξιωτικές αναφορές επειδή διαμαρτυρήθηκαν για την απόλυσή τους.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις απειλές προς τους πολίτες που αρνούνται τον προσωπικό αριθμό.
«Καλό θα ήταν τέτοιου είδους απειλές να μη γίνονται προς τους Έλληνες πολίτες και να γίνονται καλύτερα προς τα στελέχη της κυβέρνησης, τα οποία παρακολουθούνται και κρυφά», δήλωσε.
«Στους Έλληνες πολίτες τέτοιες απειλές δεν πιάνουν, γιατί είναι ελεύθεροι», τόνισε, καλώντας τους να αντιστέκονται σε κάθε αυταρχική και υποχρεωτική επιβολή που παραβιάζει τους νόμους και το Σύνταγμα.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ τίμησε επίσης τη μνήμη του Ίωνα Δραγούμη, χαρακτηρίζοντάς τον μεγάλο οραματιστή, πολιτικό και αγωνιστή της Μακεδονίας.
«Η φωνή του μέχρι σήμερα αντηχεί και μας λέει να θυμηθούμε την υπόστασή μας, να θυμηθούμε ποιοι είμαστε και να νιώσουμε μέσα μας το έθνος και την εθνική ευθύνη», είπε, υπογραμμίζοντας ότι ο Ίων Δραγούμης παραμένει για τη ΝΙΚΗ παράδειγμα, πηγή έμπνευσης και οδοδείκτης.
Περνώντας στο νομοσχέδιο, ο Γεώργιος Ρούντας κατήγγειλε τον «συστηματικό και άκρως προκλητικό ευτελισμό της νομοθετικής διαδικασίας και των αρχών της καλής νομοθέτησης».
Χαρακτήρισε την κυβερνητική πρακτική κίβδηλη και φαύλη, επισημαίνοντας ότι η ίδια κυβέρνηση που επιχείρησε να εντάξει την καλή νομοθέτηση στο Σύνταγμα καταπατά στην πράξη τις σχετικές αρχές.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην προσχηματική διαβούλευση. Το σχέδιο τέθηκε σε διαβούλευση στις 7 Ιουλίου και κατατέθηκε στις 21 Ιουλίου, αμέσως μετά τη συμπλήρωση του τυπικού δεκατετραήμερου.
«Ούτε καν πρόλαβαν οι αρμόδιοι φορείς να καταθέσουν ουσιαστικά τα σχόλιά τους και κανείς δεν γνωρίζει εάν αυτά ελήφθησαν πλήρως υπόψη», επισήμανε.
Κατά τον κ. Ρούντα, ο τίτλος του νομοσχεδίου είναι ψευδεπίγραφος και χρησιμοποιείται ως επικοινωνιακό περιτύλιγμα για έναν νομοθετικό “αχταρμά”.
Στο ίδιο κείμενο συνυπάρχουν η ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας για τις SLAPPs, η συμμόρφωση της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις, αλλαγές στη θητεία των διοικήσεων των δικαστηρίων, ρυθμίσεις για τον Άρειο Πάγο, τους συμβολαιογράφους και τους ιατροδικαστές.
Κατήγγειλε επίσης την εκπρόθεσμη ενσωμάτωση της οδηγίας, η οποία οδήγησε σε διαδικασία επί παραβάσει κατά της χώρας, παρά την προειδοποιητική επιστολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Για το σκέλος των SLAPPs, αναγνώρισε ότι η προστασία των δημοσιογράφων και των ενεργών πολιτών από αγωγές που στοχεύουν στη φίμωση του δημόσιου λόγου είναι αναγκαία. Επέμεινε, όμως, ότι η κυβερνητική ρύθμιση αφήνει σοβαρά κενά και ανεπαρκείς ασφαλιστικές δικλίδες.
Αναφέρθηκε στην απόρριψη αγωγής του Γρηγόρη Δημητριάδη από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και σχολίασε αιχμηρά ότι πρόκειται για πρόσωπο συνδεδεμένο με την κυβέρνηση, το οποίο «εισήγαγε ακόμη και όρους μαφίας στον δημόσιο πολιτικό λόγο, χαρακτηρίζοντας τον Πρωθυπουργό “αφεντικό”».
Ο κ. Ρούντας χαρακτήρισε ανεπαρκείς τις κυρώσεις του άρθρου 9.
«Η χρηματική ποινή μόλις 1% του αιτήματος ή έως 5.000 ευρώ είναι φαιδρή και ενθαρρύνει, αντί να αποτρέπει, τους ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες να καταθέτουν καταχρηστικές αγωγές πολλών εκατομμυρίων», τόνισε.
Για μια μεγάλη εταιρεία ή έναν ισχυρό οικονομικό παράγοντα, το ποσό αυτό μπορεί να ενταχθεί ως απλό επιχειρηματικό κόστος.
«Πρόκειται για ένα απαλό χάδι στους ολιγάρχες», υπογράμμισε, επισημαίνοντας ότι δεν προβλέπεται πλήρης αποζημίωση του θύματος για την περιουσιακή και ηθική βλάβη που υφίσταται.
Στα άρθρα 5 και 7 εντόπισε δικονομική παγίδα, καθώς ο εναγόμενος καλείται να προσκομίσει από την πρώτη στιγμή πλήρη αποδεικτικά μέσα.
«Η προθεσμία των 30 ημερών μπορεί να αποδειχθεί ασφυκτική, ιδιαίτερα για έναν ανεξάρτητο δημοσιογράφο ή ένα μικρό περιφερειακό μέσο ενημέρωσης», ανέφερε.
Μέσα σε αυτό το διάστημα πρέπει να συγκεντρωθούν έγγραφα, πηγές, δημοσιογραφικό υλικό και νομικά επιχειρήματα, ενώ ο ενάγων μπορεί να αποκτήσει πρόωρα γνώση των βασικών αποδεικτικών στοιχείων της αντίθετης πλευράς.
Ιδιαίτερα σοβαρή χαρακτήρισε την απουσία μηχανισμού δωρεάν νομικής, οικονομικής και ψυχολογικής υποστήριξης για τα θύματα των στρατηγικών αγωγών.
Κατήγγειλε ακόμη την έλλειψη μεταβατικής διάταξης, με αποτέλεσμα να μένουν εκτός προστασίας όσοι ήδη αντιμετωπίζουν καταχρηστικές αγωγές. Όπως σημείωσε, η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής προειδοποίησε για τον κίνδυνο εφαρμογής δύο μέτρων και δύο σταθμών σε όμοιες υποθέσεις.
Σφοδρή ήταν η επίθεσή του στο δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου, το οποίο αφορά τη συμμόρφωση της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις.
Υπενθύμισε ότι το άρθρο 95 παράγραφος 5 του Συντάγματος επιβάλλει ήδη στη διοίκηση την υποχρέωση συμμόρφωσης και προβλέπει ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο που παραβιάζει αυτή την υποχρέωση.
«Το γεγονός ότι, περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά τον νόμο 3068 του 2002, η κυβέρνηση έρχεται να θεσπίσει νέο μηχανισμό αποτελεί από μόνο του ομολογία αποτυχίας», δήλωσε.
Στο άρθρο 25 εντόπισε μία από τις πλέον επικίνδυνες ρυθμίσεις. Η δικαστική υποκατάσταση, όπως εξήγησε, μετατρέπει τον δικαστή σε όργανο ενεργού διοίκησης, ενώ η σύνδεσή της με τη δημοσιονομική πολιτική και την ισορροπία του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος προσφέρει στο Δημόσιο θεσμικό άλλοθι μη συμμόρφωσης.
«Στην ουσία χορηγείται στη διοίκηση άδεια να μην εφαρμόζει αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, επικαλούμενη δημοσιονομικούς λόγους», κατήγγειλε.
Υπενθύμισε ότι η Ένωση Διοικητικών Δικαστών ζήτησε την απόσυρση της διάταξης, ενώ πρότεινε η απαλλαγή από την υποχρέωση προσκόμισης εγγυητικής επιστολής να επεκταθεί και στους συνταξιούχους.
Για το άρθρο 37 μίλησε για φωτογραφική παράταση θητειών και πλήγμα στο αυτοδιοίκητο της Δικαιοσύνης.
Η διάταξη δεν υπήρχε καν στο κείμενο της διαβούλευσης, αυξάνει τη θητεία των διοικήσεων των δικαστηρίων από δύο σε τρία έτη, παρατείνει τις θητείες υφιστάμενων συμβουλίων και αποκλείει για μεγάλο διάστημα τους πρώην ειρηνοδίκες.
Αιχμηρός υπήρξε και για τη στελέχωση επιτροπών με επίτιμους δικαστικούς, την ώρα που αποκλείονται εν ενεργεία δικαστικοί υπάλληλοι.
«Κλείνετε το μάτι στους δικαστές να τελούν τις υπηρεσίες τους όπως θέλετε εσείς, τάζοντάς τους θέσεις», είπε.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ διαφώνησε με την προδημοσίευση ανακοινώσεων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, επισημαίνοντας ότι η δικαστική κρίση αποκτά θεσμικό περιεχόμενο με τη δημοσίευση αιτιολογημένης απόφασης και όχι μέσω δελτίων Τύπου που μπορούν να προκαλέσουν πιέσεις και στρεβλώσεις.
Για το άρθρο 59 προειδοποίησε ότι ο ποσοτικός «κόφτης» στον Άρειο Πάγο δημιουργεί επικίνδυνη ασάφεια και μπορεί να στερήσει από πολίτες το ένδικο μέσο της αναίρεσης σε κρίσιμες μη χρηματικές διαφορές.
Στο άρθρο 60 κατήγγειλε την ασφυκτική προθεσμία για τον ηλεκτρονικό επαναπροσδιορισμό περισσότερων από 10.000 εκκρεμών ανακοπών κατά της εκτέλεσης.
Χιλιάδες δανειολήπτες, υπογράμμισε, κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους σε πλειστηριασμούς λόγω απώλειας προθεσμιών, χωρίς να διασφαλίζεται εγγυημένη ατομική ενημέρωση.
Υπενθύμισε την πρόταση της ΝΙΚΗΣ για απόλυτη προστασία της κύριας κατοικίας, απαγόρευση μεταβίβασης απαιτήσεων σε τρίτους με ευνοϊκότερους όρους από εκείνους που προσφέρθηκαν στον οφειλέτη και ειδική προστασία κατοικιών στις οποίες διαμένουν πρόσωπα με αναπηρία.
Για το άρθρο 67 κατήγγειλε την ιδιωτικοποίηση τοξικολογικών και ιατροδικαστικών εξετάσεων.
«Η ρύθμιση εμπορευματοποιεί την ιατροδικαστική έρευνα και θέτει σε άμεσο κίνδυνο την αξιοπιστία της ποινικής προδικασίας και της διερεύνησης εγκλημάτων», τόνισε.
Στο άρθρο 70 έκανε λόγο για «πονηρή και απαράδεκτη» αύξηση του ορίου απαρτίας στις γενικές συνελεύσεις των συμβολαιογράφων, με στόχο, όπως κατήγγειλε, να εξουδετερωθεί ένα σώμα που αντιδρά στις κυβερνητικές επιταγές.
Ο Γεώργιος Ρούντας αναγνώρισε ως θετική την ποσόστωση 16% υπέρ των πολυτέκνων στις διαδικασίες πρόσληψης και κατάρτισης δικαστικών υπαλλήλων.
Επισήμανε, ωστόσο, ότι η ρύθμιση συγκρούεται με κυβερνητικές τοποθετήσεις που αμφισβητούν το πρότυπο της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας.
«Η οικογένεια προστατεύεται ήδη από το άρθρο 21 του Συντάγματος», τόνισε, καλώντας τον Πρωθυπουργό να πάρει καθαρή θέση απέναντι στις δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών.
Κλείνοντας, ο βουλευτής Λαρίσης ζήτησε την απόσυρση των άρθρων 25, 37, 61 και 67 και ουσιαστική, πραγματικά αποτρεπτική προστασία από τις στρατηγικές αγωγές.
«Θα καταψηφίσουμε το νομοσχέδιο επί της αρχής. Όποιες επιμέρους θετικές διατάξεις υπάρχουν, θα τις στηρίξουμε», ξεκαθάρισε.
Η ομιλία ολοκληρώθηκε με αναφορά στην ένταξη του Ολύμπου στον κατάλογο προστατευόμενων μνημείων της UNESCO.
«Ο Όλυμπος, αυτός που λάμπει ολόκληρος, θα λάμπει πάντοτε στην καρδιά των Ελλήνων και θα αποτελεί τρανταχτή απόδειξη της πανάρχαιας παρουσίας μας στην ελληνική γη», ανέφερε, συνδέοντας την κορυφή του με την υπέρβαση των γήινων ορίων, την ηρωική πράξη, τη θυσία και την πνευματική ανύψωση του ανθρώπου.



