Σε σκληρή αποδόμηση του κυβερνητικού αφηγήματος που παρουσιάστηκε από το βήμα της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης προχώρησε ο βουλευτής Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ, Ανδρέας Βορύλλας, κατά τη συζήτηση στη Βουλή για την κύρωση του Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών και Πολιτισμού και του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.
Ο Ανδρέας Βορύλλας ξεκαθάρισε από την αρχή ότι η ΝΙΚΗ εξετάζει κάθε μέτρο με γνώμονα το πραγματικό όφελος για την κοινωνία, επισημαίνοντας ότι φορολογικές ελαφρύνσεις για αγρότες και τρίτεκνες οικογένειες, η τιμαριθμοποίηση αναπηρικών επιδομάτων και η ενίσχυση των συνταξιούχων κινούνται προς θετική κατεύθυνση.
Η συνολική εικόνα των εξαγγελιών, όμως, κατά τον ίδιο, απέχει από μία ουσιαστική αλλαγή οικονομικής πολιτικής.
«Η εκτίμησή μας είναι ότι δεν πρόκειται για ολοκληρωμένη αλλαγή πολιτικής, αλλά για ένα ακόμη προεκλογικό πακέτο μέτρων και υποσχέσεων, από το οποίο μικρό μέρος αφορά το 2026, ενώ αρκετά μέτρα αναβάλλονται για το 2027, το 2028 και το 2029», ανέφερε.
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν απέναντι στην προσπάθεια της κυβέρνησης να εμφανιστεί ως δύναμη που έρχεται τώρα να θεραπεύσει προβλήματα τα οποία έχουν διογκωθεί στη διάρκεια της δικής της θητείας.
«Ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν μπορεί να εμφανίζεται ως παρατηρητής των προβλημάτων που η ίδια διαχειρίστηκε ανεπαρκώς», τόνισε.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έφερε τη συζήτηση στην καθημερινή πραγματικότητα των νοικοκυριών, υπογραμμίζοντας ότι οι πολίτες δεν αξιολογούν την οικονομία μέσα από κυβερνητικούς πίνακες και εξαγγελίες.
«Η κοινωνία δεν κρίνει μόνο τις νέες εξαγγελίες. Κρίνει το αποτέλεσμα στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος, στο ενοίκιο, στη φορολογική δήλωση και στο ποσό που στο τέλος του μήνα της λείπει».
Αναφερόμενος στην αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ, σημείωσε ότι η ονομαστική αύξηση του εισοδήματος χάνει το περιεχόμενό της όταν ακρίβεια, φορολογία και υψηλό κόστος διαβίωσης εξανεμίζουν τις αποδοχές.
«Πραγματική αύξηση του εισοδήματος υπάρχει μόνο όταν αυξάνεται η αγοραστική δύναμη», υπογράμμισε, ζητώντας χαμηλότερη έμμεση φορολογία, ουσιαστικό έλεγχο της αγοράς, μείωση του ενεργειακού κόστους και ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής.
Στο ίδιο πλαίσιο χαρακτήρισε υπερβολικά αργές τις κυβερνητικές παρεμβάσεις για επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, όπως τη σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος έως το 2029.
«Πρόκειται για μέτρα που θα έπρεπε να υλοποιηθούν σήμερα», είπε, στρέφοντας στη συνέχεια τα πυρά του κατά του τεκμαρτού συστήματος φορολόγησης.
«Ο άδικος τεκμαρτός τρόπος φορολόγησης παραμένει στον πυρήνα του συστήματος, αντιμετωπίζοντας συνολικά τους μικρούς επαγγελματίες ως φοροφυγάδες, ανεξάρτητα από το πραγματικό τους εισόδημα», επισήμανε.
Έντονη ήταν η κριτική του και στις παρεμβάσεις για δημοσίους υπαλλήλους και συνταξιούχους. Για την προβλεπόμενη παροχή των 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους από τον Δεκέμβριο του 2027, ήταν κατηγορηματικός:
«Δεν αποτελεί επαναφορά του δώρου Χριστουγέννων. Είναι ένα μικρό κλάσμα όσων αφαιρέθηκαν από τους εργαζομένους και επιστρέφεται καθυστερημένα με προεκλογικό περιτύλιγμα».
Αντίστοιχα, υποστήριξε ότι τα 400 ευρώ ετησίως προς τους συνταξιούχους δεν καλύπτουν τις απώλειες που έχει προκαλέσει η ακρίβεια, παρουσιάζοντας παράλληλα την πρόταση της ΝΙΚΗΣ για σταδιακή επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού στο Δημόσιο σε δύο δημοσιονομικά σχεδιασμένες φάσεις.
Ως πηγές χρηματοδότησης ανέφερε την ανακατανομή μη παραγωγικών δαπανών, την έκτακτη φορολόγηση τραπεζικών υπερκερδών, την αυξημένη φορολόγηση διαδικτυακών τυχερών παιχνιδιών και κρυπτονομισμάτων, καθώς και ειδική επιβάρυνση στα ακίνητα τραπεζών και funds που παραμένουν κλειστά.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο δημογραφικό, απορρίπτοντας την αντίληψη ότι μία φορολογική ελάφρυνση αρκεί για την αναστροφή της πληθυσμιακής κατάρρευσης.
«Το δημογραφικό δεν αντιμετωπίζεται με ένα μόνο φορολογικό μέτρο. Η Ελλάδα χρειάζεται εθνικό σχέδιο δημογραφικής αναγέννησης, υγεία και πραγματική προστασία της μητρότητας και της οικογένειας».
Σφοδρή ήταν και η κριτική του στο στεγαστικό πρόγραμμα «Σπίτι μου 3», το οποίο χαρακτήρισε επανάληψη της ίδιας λανθασμένης συνταγής, καθώς ενισχύει τη ζήτηση χωρίς να αντιμετωπίζει την περιορισμένη προσφορά κατοικιών.
«Όταν περισσότερα νοικοκυριά διεκδικούν τα ίδια περιορισμένα σπίτια, οι τιμές αυξάνονται και μέρος της κρατικής ενίσχυσης καταλήγει τελικά στους πωλητές και στις τράπεζες», σημείωσε.
Και πρόσθεσε με σαφήνεια:
«Δεν είναι στεγαστική πολιτική να διευκολύνεις τον πολίτη να δανειστεί ακριβότερα για ένα σπίτι που γίνεται συνεχώς ακριβότερο».
Ο Ανδρέας Βορύλλας ζήτησε μαζική επανένταξη των κενών κατοικιών στη μακροχρόνια μίσθωση, ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας, αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, κανόνες στη βραχυχρόνια μίσθωση και ειδικό τέλος 3% επί της αντικειμενικής αξίας για κατοικίες τραπεζών και funds που παραμένουν κλειστές.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έθεσε συνολικά ζήτημα αλλαγής του οικονομικού και παραγωγικού προσανατολισμού της χώρας.
«Η χώρα δεν χρειάζεται ακόμη μία οικονομία παροχών, εξαγγελιών και μεταχρονολογημένων υποσχέσεων. Χρειάζεται ένα διαφορετικό παραγωγικό υπόδειγμα», τόνισε.
Ένα υπόδειγμα που, όπως ανέφερε, θα στηρίζεται στην εργασία, στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, στον πρωτογενή τομέα, στην ελληνική αμυντική βιομηχανία, στην αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, στην εξόρυξη φυσικού αερίου στην ελληνική ΑΟΖ, στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, στην περιφέρεια και στην οικογένεια.
«Αυτή είναι η Ελλάδα του οράματος και της αξιοπρέπειας που προτείνει η ΝΙΚΗ. Μια Ελλάδα που δεν διανέμει απλώς μέρος των φορολογικών υπερεσόδων, αλλά παράγει πραγματικό και διατηρήσιμο εθνικό πλούτο».
Περνώντας στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο, ο Ανδρέας Βορύλλας υπογράμμισε τη σημασία του Μνημονίου Συνεργασίας για την προστασία και ανάδειξη της θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς και των ιερών προσκυνημάτων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.
Αναφέρθηκε στη συντήρηση και αποκατάσταση εικόνων, αγιογραφιών, ψηφιδωτών και μνημείων, στην ψηφιακή αποτύπωση και τεκμηρίωση κειμηλίων, καθώς και στην οργάνωση, ψηφιοποίηση και συντήρηση των χειρογράφων και των εντύπων του Ιστορικού Αρχείου και της Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης.
«Η προστασία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων δεν αποτελεί μόνο θρησκευτικό ή πολιτιστικό καθήκον. Συνδέεται με την ιστορική συνέχεια της Ορθοδοξίας, της ελληνικής παρουσίας στους Αγίους Τόπους και με τη διαφύλαξη μνημείων παγκόσμιας σημασίας», τόνισε.
«Για τους λόγους αυτούς, η ΝΙΚΗ υπερψηφίζει την κύρωση».

