Με ένα ξεκάθαρο «ναι» στη στήριξη του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και ταυτόχρονα με σφοδρή καταγγελία της κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής τοποθετήθηκε στη Βουλή ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ, Σπύρος Τσιρώνης, κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου για την κύρωση του Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών και Πολιτισμού και του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.
Ξεκινώντας την ομιλία του ξεκαθάρισε τη θέση της ΝΙΚΗΣ απέναντι στη Σύμβαση: «Ξεκινάω ξεκάθαρα, χωρίς αστερίσκους και χωρίς περιστροφές. Ως ΝΙΚΗ συμφωνούμε με τη Σύμβαση αυτή και θα υπερψηφίσουμε το νομοσχέδιο».
Ο κ. Τσιρώνης υπογράμμισε ότι η ΝΙΚΗ στηρίζει τις προβλέψεις για τη συντήρηση, αποκατάσταση, ψηφιακή καταγραφή, μελέτη και ανάδειξη των κινητών και ακίνητων μνημείων, των εικόνων, των αγιογραφιών, των ψηφιδωτών, καθώς και του πολύτιμου υλικού που φυλάσσεται στο Ιστορικό Αρχείο και την Πατριαρχική Βιβλιοθήκη.
«Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε να διαφωνήσουμε με την παροχή τεχνικής, επιστημονικής και οικονομικής συνδρομής στον αρχαιότερο φορέα της χριστιανικής παρουσίας στους Αγίους Τόπους;», ανέφερε.
Η θετική ψήφος, ωστόσο, συνοδεύτηκε από ευθεία πολιτική επίθεση προς την κυβέρνηση για την απουσία ουσιαστικής εθνικής και διπλωματικής στρατηγικής γύρω από το μέλλον του Πατριαρχείου και της ελληνορθόδοξης παρουσίας στην Ιερουσαλήμ.
«Η συμφωνία μας με το τεχνικό και υπηρεσιακό μέρος της Σύμβασης δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση συγχωροχάρτι για τη γεωπολιτική, διπλωματική και εθνική αδράνεια που έχει επιδείξει η κυβέρνηση στην εξωτερική της πολιτική», τόνισε.
Ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι εμφανίζει ένα διοικητικό και χρηματοδοτικό εργαλείο ως μείζονα εθνική παρέμβαση, ενώ ο ελληνορθόδοξος χαρακτήρας του Πατριαρχείου και το καθεστώς των Αγίων Προσκυνημάτων βρίσκονται αντιμέτωπα με σοβαρές και πολυεπίπεδες πιέσεις.
«Δεν αρκεί να αντιμετωπίζετε το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και την Αγιοταφική Αδελφότητα σαν να πρόκειται για ένα μουσειακό έκθεμα», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να εξαντλεί την αποστολή της στον ρόλο του χρηματοδότη έργων αποκατάστασης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην επίσημη ανακοίνωση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων για περιστατικό στην περιοχή Σιλοάμ της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, όπου καταγγέλθηκαν βίαιη απομάκρυνση εκπροσώπου του Πατριαρχείου, κατάσχεση εξοπλισμού και περίφραξη εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας.
Σύμφωνα με τον κ. Τσιρώνη, τέτοια περιστατικά υπερβαίνουν μία απλή ιδιοκτησιακή διαφορά, καθώς συνδέονται άμεσα με το ευρύτερο ζήτημα της διατήρησης της ιστορικής χριστιανικής παρουσίας στην Ιερουσαλήμ και της προστασίας των δικαιωμάτων της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
«Πού είναι η εθνική στρατηγική της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας; Πού είναι η ενεργός, προληπτική και διεκδικητική διπλωματία; Τι ακριβώς κάνετε ως κυβέρνηση για να διατηρηθεί ο ιστορικός, κανονικός, διοικητικός και εθνολογικός χαρακτήρας της Αγιοταφικής Αδελφότητας και του Πατριαρχείου;», διερωτήθηκε από το βήμα της Βουλής.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έκανε λόγο για «τεκτονικές αλλαγές» στην ευρύτερη περιοχή, με τοπικές και διεθνείς δυνάμεις να επιδιώκουν την αναδιαμόρφωση παγιωμένων ισορροπιών και του ιστορικού status quo των Αγίων Τόπων.
«Δεν μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να απαντά με ένα γραφειοκρατικό μνημόνιο και μόνο», υπογράμμισε.
Σε μία από τις αιχμηρότερες αποστροφές της ομιλίας του έθεσε ευθέως το ζήτημα της ουσίας της ελληνικής πολιτικής: «Ασφαλώς και χρειάζονται οι αποκαταστάσεις των μνημείων. Αν όμως χάσουμε την ουσία, αν αποψιλωθεί ο ελληνορθόδοξος χαρακτήρας της διοίκησης, αν συρρικνωθεί η ελληνική παρουσία στους Αγίους Τόπους, τι θα τα κάνουμε ακριβώς τα συντηρημένα ψηφιδωτά και τα ψηφιοποιημένα έγγραφα; Σε ποιους θα τα παραδώσουμε;»
Ο κ. Τσιρώνης εξέφρασε «έκδηλη αγωνία για το μέλλον της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού στη Μέση Ανατολή», υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Ιερουσαλήμ περισσότερο ως παρατηρητής παρά ως δύναμη με ιστορικό, πολιτικό και διπλωματικό αποτύπωμα.
«Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων δεν είναι ένα απλό θρησκευτικό ίδρυμα. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός με ιστορία δύο χιλιάδων ετών, ο οποίος διατήρησε την ελληνική γλώσσα, την ορθόδοξη πίστη και την εθνική συνείδηση στις πιο σκοτεινές περιόδους της ιστορίας», σημείωσε.
Παράλληλα, επέκρινε την απουσία ισχυρότερων ελληνικών πρωτοβουλιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα διεθνή fora για την προστασία των χριστιανικών προσκυνημάτων, της θρησκευτικής ελευθερίας και των δικαιωμάτων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.
«Γιατί η Ελλάδα δεν έχει αναδείξει την προστασία των χριστιανικών προσκυνημάτων της Ιερουσαλήμ ως θεμελιώδες ζήτημα θρησκευτικής ελευθερίας και πολιτιστικής προστασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο; Γιατί δεν πιέζει στις διεθνείς διασκέψεις για την προστασία των δικαιωμάτων του Πατριαρχείου;»
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν και απέναντι στην κυβερνητική αντίληψη που, όπως υποστήριξε, αντιμετωπίζει τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς κυρίως μέσα από χρηματοδοτικά προγράμματα.
«Η ιστορία δεν κρίνει τις κυβερνήσεις από τα κονδύλια που εγκρίνουν για τις συντηρήσεις εικόνων. Αυτά είναι αυτονόητα. Είναι τα ελάχιστα, τα στοιχειώδη. Η ιστορία κρίνει τις κυβερνήσεις από το αν κατάφεραν να διατηρήσουν ζωντανές τις ιστορικές παρακαταθήκες του Έθνους», τόνισε.
Κλείνοντας, ο ΣπύροςΤσιρώνης κατέστησε σαφές ότι η θετική ψήφος της ΝΙΚΗΣ αφορά αποκλειστικά την ουσιαστική στήριξη προς το Πατριαρχείο, συνοδευόμενη από βαριά πολιτική καταγγελία για τον κυβερνητικό εφησυχασμό.
«Ψηφίζουμε τη Σύμβαση διότι δεν θέλουμε να στερήσουμε ούτε ένα ευρώ ούτε μία μελέτη από το Πατριαρχείο. Ταυτόχρονα, όμως, εκπέμπουμε σήμα κινδύνου».
Και απευθυνόμενος προς την κυβέρνηση κατέληξε: «Καταγγέλλουμε την επικίνδυνη αδράνεια, τον εφησυχασμό και τη μικροπολιτική αντίληψη της κυβέρνησης. Ενεργοποιηθείτε τώρα. Αναλάβετε πρωτοβουλίες. Προστατέψτε τον ελληνορθόδοξο χαρακτήρα των Ιεροσολύμων και εγγυηθείτε το μέλλον των Αγίων Προσκυνημάτων».
«Ένα μεγάλο “ναι” για το Πατριαρχείο, αλλά ένα τεράστιο “όχι” στην αδρανή εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης».

