Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2027 αποτελεί ακόμη μία προσπάθεια της Κυβέρνησης να παρουσιάσει μια ωραιοποιημένη εικόνα της ελληνικής οικονομίας, αποκομμένη σε μεγάλο βαθμό από την καθημερινότητα της κοινωνίας.
Η Κυβέρνηση προβάλλει ανάπτυξη 2,3%, ανεργία 7,9%, αύξηση επενδύσεων 7,7% και αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Οι δείκτες αυτοί είναι θετικοί. Δεν αρκούν, όμως, για να συγκαλύψουν το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να πιέζεται από την ακρίβεια, το κόστος στέγασης και τη βαριά φορολογία.
Η Κυβέρνηση μιλά για αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Αποσιωπά ότι η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν σημαίνει επιστροφή των τιμών στα προηγούμενα επίπεδα. Οι ανατιμήσεις των τελευταίων ετών έχουν ήδη ενσωματωθεί στα τρόφιμα, στην ενέργεια, στα ενοίκια και στις υπηρεσίες. Έτσι, οι ονομαστικές αυξήσεις μισθών εξανεμίζονται σε σημαντικό βαθμό πριν φτάσουν στην πραγματική κατανάλωση του νοικοκυριού.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η φορολογία. Το ίδιο το Προσχέδιο προβλέπει ότι τα φορολογικά έσοδα το 2027 θα φτάσουν περίπου τα 77,9 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά περίπου 2,1 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2026. Μόνο τα έσοδα από ΦΠΑ προβλέπονται πάνω από 31 δισ. ευρώ. Η Κυβέρνηση, επομένως, ανακοινώνει επιμέρους φοροελαφρύνσεις, ενώ ταυτόχρονα σχεδιάζει να εισπράξει ακόμη περισσότερους φόρους. Και η ακρίβεια μετατρέπεται, μέσω του ΦΠΑ, σε πρόσθετα δημόσια έσοδα. Ακόμη και κατά την εκτέλεση του Προϋπολογισμού του 2026, τα έσοδα ΦΠΑ εμφανίστηκαν σε περιόδους υψηλότερα από τον στόχο.
Ταυτόχρονα, πίσω από τους ρυθμούς ανάπτυξης παραμένει ένα προβληματικό παραγωγικό μοντέλο. Το επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δείχνει ότι η χώρα εξακολουθεί να εξαρτάται υπερβολικά από εισαγωγές, κατανάλωση και υπηρεσίες. Η Ελλάδα χρειάζεται παραγωγική ανασυγκρότηση, μεταποίηση, πρωτογενή παραγωγή, εξαγωγές και επενδύσεις που δημιουργούν πραγματική ελληνική προστιθέμενη αξία.
Ανεπαρκής είναι και η κυβερνητική πολιτική για τη στέγη. Παρά τα επιμέρους μέτρα, η νέα γενιά δυσκολεύεται να νοικιάσει και ακόμη περισσότερο να αποκτήσει κατοικία. Η ΝΙΚΗ προτείνει κοινωνική κατοικία, ουσιαστικό περιορισμό των στρεβλώσεων της βραχυχρόνιας μίσθωσης και ειδική επιβάρυνση στα κλειστά ακίνητα τραπεζών και funds, ώστε να επιστρέψουν κατοικίες στην αγορά.
Και όλα αυτά καταλήγουν στο μεγαλύτερο εθνικό πρόβλημα: το δημογραφικό. Μια χώρα όπου ο νέος δυσκολεύεται να εξασφαλίσει αξιοπρεπή μισθό και κατοικία δεν μπορεί να περιμένει αναστροφή της υπογεννητικότητας με αποσπασματικά επιδόματα. Χρειάζεται μόνιμη, γενναία πολιτική στήριξης της ελληνικής οικογένειας.
Η ΝΙΚΗ δεν αμφισβητεί κάθε θετικό οικονομικό δείκτη. Αμφισβητεί την κυβερνητική αφήγηση ότι οι θετικοί δείκτες αποτελούν από μόνοι τους απόδειξη ευημερίας. Όταν το κράτος εισπράττει περισσότερα, αλλά ο πολίτης δυσκολεύεται να καλύψει βασικές ανάγκες, όταν η ανάπτυξη δεν διορθώνει τις παραγωγικές αδυναμίες και όταν η στέγη και το δημογραφικό εξελίσσονται σε υπαρξιακά προβλήματα, δεν υπάρχει χώρος για κυβερνητικούς πανηγυρισμούς.
Ο Προϋπολογισμός του 2027 χρειάζεται διαφορετικές προτεραιότητες: λιγότερα φορολογικά βάρη, περισσότερη παραγωγή, πραγματική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, προσιτή κατοικία και ουσιαστική στήριξη της οικογένειας. Γιατί οικονομία που ευημερεί στους πίνακες αλλά πιέζει την κοινωνία δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένη οικονομική επιτυχία.

