Σκληρή κριτική στις βασικές παραδοχές του προσχεδίου του Κρατικού Προϋπολογισμού 2027 άσκησε ο βουλευτής Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ, Ανδρέας Βορύλλας, κατά τη συζήτηση στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, θέτοντας στο επίκεντρο την ενεργειακή αβεβαιότητα, την υποχώρηση των δημόσιων επενδυτικών πόρων, τη φορολογική επιβάρυνση, την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση και την πραγματική κατάσταση των οικογενειακών εισοδημάτων.
Ο Ανδρέας Βορύλλας ξεκίνησε από το διεθνές περιβάλλον, επισημαίνοντας ότι ο Προϋπολογισμός του 2027 καταρτίζεται «μέσα σε μεγάλες αβεβαιότητες», με την κατάσταση στον Περσικό Κόλπο να επηρεάζει τον ενεργειακό εφοδιασμό, τις θαλάσσιες μεταφορές και το κόστος παραγωγής. Όπως τόνισε, η αξιοπιστία του Προϋπολογισμού κρίνεται και από την προετοιμασία της χώρας για δυσμενείς εξελίξεις.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συμφωνία για διάθεση άνω των 300.000 τόνων ρωσικού ντίζελ στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά, υπογραμμίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τη μεγάλη εγχώρια παραγωγή τους και το στρατηγικό τους απόθεμα, διευρύνουν τις πηγές εφοδιασμού τους.
«Μια οικονομία με τέτοια εξάρτηση οφείλει να αξιολογεί διαρκώς το κόστος και την αποτελεσματικότητα των απαγορεύσεών της», σημείωσε, υπενθυμίζοντας ότι η εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από εισαγωγές πετρελαίου έφθασε το 96,6% το 2024.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έθεσε ευθέως θέμα επανεξέτασης της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, δηλώνοντας ότι η απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αμετάβλητη επιλογή, όταν οι διεθνείς συνθήκες και οι πολιτικές μεγάλων οικονομιών μεταβάλλονται.
Παράλληλα, έβαλε στο στόχαστρο την κυβερνητική πρόβλεψη για την τιμή του Brent. Το προσχέδιο, όπως επισήμανε, προβλέπει μέση τιμή 78,2 δολαρίων το βαρέλι για το 2027, τη στιγμή που η αμερικανική Energy Information Administration προβλέπει 84 δολάρια.
«Η κυβέρνηση οφείλει να τεκμηριώσει πώς επέλεξε χαμηλότερη παραδοχή στο προσχέδιο», τόνισε, ζητώντας δυσμενές σενάριο με συγκεκριμένες επιπτώσεις στον πληθωρισμό, στην ανάπτυξη και στον Προϋπολογισμό, καθώς και πραγματικό σχέδιο προστασίας για όσους θα πληγούν περισσότερο από μία παρατεταμένη ενεργειακή κρίση.
Στο ίδιο πλαίσιο πρότεινε τη δημιουργία κοινού ευρωπαϊκού στρατηγικού πετρελαϊκού αποθέματος, συμπληρωματικού προς τα εθνικά αποθέματα, ενώ απαίτησε σαφή στοιχεία για την επάρκεια και την ταχύτητα διάθεσης των ελληνικών αποθεμάτων σε περίπτωση διαταραχής του εφοδιασμού.
Αιχμηρός ήταν και για τα κυβερνητικά μέτρα στο πετρέλαιο θέρμανσης. «Η αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 30% και η κρατική επιδότηση των 20 λεπτών ανά λίτρο αποτελούν αναγκαία ανακούφιση. Δεν δικαιολογούν κυβερνητικούς πανηγυρισμούς», ανέφερε, υπενθυμίζοντας ότι οι ανάγκες των νοικοκυριών διαρκούν ολόκληρο τον χειμώνα και ότι σημαντικός αριθμός πολιτών μένει εκτός ενίσχυσης επειδή υπερβαίνει οριακά τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
Ο Ανδρέας Βορύλλας αποδόμησε στη συνέχεια την κυβερνητική εικόνα περί ισχυρής ανάπτυξης. Με ετήσιο ρυθμό 1,9% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, η Ελλάδα εμφανίζεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την ώρα που έντεκα κράτη-μέλη καταγράφουν υψηλότερη επίδοση.
«Η υπέρβαση ενός χαμηλού ευρωπαϊκού μέσου όρου κατά μισή ποσοστιαία μονάδα δεν τεκμηριώνει πρωταγωνιστική επίδοση», επισήμανε.
Έθεσε μάλιστα ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα του προσχεδίου: την προβλεπόμενη αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου κατά 7,9%, σε μια χρονιά κατά την οποία οι συνολικοί δημόσιοι επενδυτικοί πόροι υποχωρούν αισθητά μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Για το 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, οι δημόσιες επενδυτικές δαπάνες μαζί με τους πόρους του Ταμείου πλησιάζουν τα 17 δισ. ευρώ, ενώ για το 2027 προβλέπονται περίπου 11 δισ. ευρώ.
«Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει πώς θα επιτευχθεί η επενδυτική επιτάχυνση με αυτή τη μείωση», υπογράμμισε, ζητώντας στοιχεία ανά κλάδο και περιφέρεια, χρονοδιάγραμμα υλοποίησης και εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση καθυστερήσεων.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στάθηκε και στο παραγωγικό έλλειμμα της χώρας, σημειώνοντας ότι ακόμη και το κυβερνητικό βασικό σενάριο προβλέπει ταχύτερη αύξηση των εισαγωγών από τις εξαγωγές. Στο ίδιο κάδρο τοποθέτησε το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο στο πρώτο εξάμηνο του 2026 έφθασε τα 9,5 δισ. ευρώ.
Η ΝΙΚΗ, όπως τόνισε, ζητεί συγκεκριμένα κίνητρα για μεταποίηση, αγροτική παραγωγή και ενεργειακή αυτονομία, με μετρήσιμα αποτελέσματα στην παραγωγή και στην απασχόληση.
Ιδιαίτερα επιθετική ήταν η κριτική του στο μέτωπο των εισοδημάτων. Το προσχέδιο προβλέπει ονομαστική αύξηση των αμοιβών ανά εργαζόμενο κατά 3,9%, με την πραγματική αύξηση να περιορίζεται στο 1,4%, κάτω από την προβλεπόμενη αύξηση της παραγωγικότητας κατά 2%.
Την ίδια περίοδο, όπως σημείωσε, η στέγαση έχει επιβαρυνθεί κατά 8,1% και οι μεταφορές κατά 6,8%.
«Οι βασικές ανάγκες επιβαρύνονται ταχύτερα από τον μέσο όρο», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού σημαίνει απλώς βραδύτερη άνοδο των τιμών και δεν αναπληρώνει τη συσσωρευμένη απώλεια αγοραστικής δύναμης.
Στο φορολογικό μέτωπο, ο Ανδρέας Βορύλλας ανέδειξε ότι τα φορολογικά έσοδα προβλέπονται στα 77,27 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2,14 δισ. ευρώ, ενώ οι φόροι σε αγαθά και υπηρεσίες φθάνουν τα 42,43 δισ. ευρώ.
«Οι πολίτες καλούνται να πληρώσουν περισσότερους φόρους σε μία χρονιά περιορισμού των συνολικών πόρων», τόνισε.
Η ΝΙΚΗ κατέθεσε συγκεκριμένη πρόταση για σταδιακή μείωση του βασικού ΦΠΑ από 24% σε 20% και του ΦΠΑ στα τρόφιμα από 13% σε 8%, με παράλληλο έλεγχο ώστε η μείωση να περνά πραγματικά στις τελικές τιμές. Παράλληλα έθεσε θέμα έκτακτης φορολόγησης των τραπεζικών υπερκερδών, φέρνοντας ως ευρωπαϊκό παράδειγμα την Ιταλία.
Σκληρή ήταν η τοποθέτησή του και για το τεκμαρτό εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών. «Η διόρθωση μιας επιβάρυνσης δεν αίρει τη φορολόγηση εισοδήματος που μπορεί να μην έχει αποκτηθεί», σημείωσε, προτείνοντας σταδιακή κατάργηση της προκαταβολής φόρου για τους ελεύθερους επαγγελματίες και ουσιαστική μείωσή της για επιχειρήσεις και νομικά πρόσωπα.
Για τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων προειδοποίησε ότι «η ανακοίνωση πόρων δεν εξασφαλίζει πρόσβαση στον δανεισμό», ζητώντας δημοσιοποίηση στοιχείων για δικαιούχους, εξασφαλίσεις και περιφερειακή κατανομή, ώστε να αποδεικνύεται ποιοι τελικά αποκτούν πρόσβαση στη χρηματοδότηση.
Στο αγροτικό μέτωπο χαρακτήρισε θετικό τον μηδενικό φορολογικό συντελεστή έως 20.000 ευρώ, υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα ότι, σύμφωνα με το ίδιο το προσχέδιο, το πρόσθετο όφελος αφορά 47.091 αγρότες σε σύνολο 245.907.
«Μια εκμετάλλευση που αδυνατεί να καλύψει τα έξοδά της χρειάζεται βιώσιμο εισόδημα για να ωφεληθεί από φορολογική ελάφρυνση», υπογράμμισε, ζητώντας μείωση του κόστους παραγωγής, συνεργατικά σχήματα και Εθνικό Πρόγραμμα Υδατικής Ασφάλειας.
Για τους συνταξιούχους, η ΝΙΚΗ επανέφερε την πρόταση για σταδιακή επαναφορά της 13ης σύνταξης, ενώ για τους δημοσίους υπαλλήλους ο Βορύλλας χαρακτήρισε το επίδομα Χριστουγέννων μερική αποκατάσταση και ζήτησε πολυετές σχέδιο επαναφοράς τουλάχιστον του 13ου μισθού.
Στη στεγαστική κρίση προειδοποίησε ότι η ενίσχυση της ζήτησης μέσω νέων δανείων, χωρίς αντίστοιχη αύξηση διαθέσιμων κατοικιών, μπορεί να τροφοδοτήσει περαιτέρω τις τιμές. Η ΝΙΚΗ πρότεινε τέλος 30% επί της αντικειμενικής αξίας για κατοικίες τραπεζών και funds που παραμένουν κλειστές πάνω από δώδεκα μήνες, αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων για κοινωνική κατοικία και δημιουργία Εθνικής Αρχής Στέγασης.
Για το δημογραφικό, ο Ανδρέας Βορύλλας υπογράμμισε ότι φορολογικές ελαφρύνσεις και επενδυτικοί λογαριασμοί αφήνουν εκτός ουσιαστικού οφέλους οικογένειες με χαμηλό εισόδημα και μηδενική δυνατότητα αποταμίευσης. Η πρόταση της ΝΙΚΗΣ είναι μόνιμη ενίσχυση 200 ευρώ τον μήνα ανά παιδί, μαζί με επαρκείς βρεφονηπιακούς σταθμούς, στεγαστική στήριξη και υπηρεσίες που επιτρέπουν στους γονείς να εργάζονται και να μεγαλώνουν τα παιδιά τους.
Κλείνοντας, ο βουλευτής συμπύκνωσε την κριτική της ΝΙΚΗΣ στις ίδιες τις παραδοχές του κυβερνητικού προσχεδίου: «Επενδυτική επιτάχυνση με λιγότερες συνολικές δημόσιες επενδύσεις. Πραγματικές αμοιβές που υπολείπονται της παραγωγικότητας. Υψηλή φορολογία στην κατανάλωση και μέτρα που αφήνουν σημαντικές ομάδες χωρίς πρόσθετο όφελος».
Και έστειλε σαφές μήνυμα προς την κυβέρνηση για τον τελικό Προϋπολογισμό: «Ζητούμε τεκμηριωμένα εναλλακτικά σενάρια και κοστολογημένες παρεμβάσεις για παραγωγική ανασυγκρότηση, προσιτή κατοικία και σταθερή στήριξη της οικογένειας. Η κυβέρνηση οφείλει να αποδείξει τους αριθμούς της».

