Τις τελευταίες εβδομάδες πληθαίνουν οι αναλύσεις που καταγράφουν σημαντικές γεωπολιτικές και γεωοικονομικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Νέοι εμπορικοί, ενεργειακοί και στρατηγικοί σχεδιασμοί φαίνεται να διαμορφώνονται χωρίς την ενεργό συμμετοχή της Τουρκίας, ενώ η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία αποκτούν αυξημένη γεωστρατηγική σημασία.
Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια ευνοϊκή συγκυρία για τον Ελληνισμό. Δεν αποτελεί, όμως, προϊόν μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής, ούτε δικαιολογεί πανηγυρισμούς.
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ανάγκη της Δύσης για ασφαλείς ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές, αλλά και οι αντιφάσεις της τουρκικής πολιτικής, δημιούργησαν ένα παράθυρο ευκαιρίας που ανοίγεται σήμερα μπροστά μας.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Τουρκία παρακάμπτεται σε ορισμένους σχεδιασμούς. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει το εθνικό σχέδιο, τη βούληση και τη διορατικότητα για να μετατρέψει αυτή τη συγκυρία σε μόνιμο στρατηγικό πλεονέκτημα.
Διότι η Ιστορία διδάσκει ότι τα έθνη δεν δικαιώνονται από τις αδυναμίες των αντιπάλων τους. Δικαιώνονται μόνο όταν έχουν τη δύναμη να αξιοποιούν τις ευκαιρίες που τους προσφέρει η εποχή τους.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης (IMEC), ο Κάθετος Ενεργειακός Διάδρομος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το νεοσύστατο Eastern Mediterranean Energy Center (EMEC) δεν είναι απλώς τεχνικά ή οικονομικά έργα. Αποτελούν τμήματα ενός νέου γεωπολιτικού χάρτη, ο οποίος αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες από τον Ινδικό Ωκεανό έως την Ευρώπη.
Για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, η Ελλάδα δεν βρίσκεται στην περιφέρεια των εξελίξεων. Βρίσκεται πάνω στους νέους άξονες που σχεδιάζονται. Τα λιμάνια της, οι ενεργειακές υποδομές της, η ναυτιλία της, η γεωγραφική της θέση και η ιδιότητά της ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης της προσδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα.
Παράλληλα, η Κυπριακή Δημοκρατία αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα της ενεργειακής και αμυντικής αρχιτεκτονικής της Ανατολικής Μεσογείου.
Το γεγονός αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστούμε ότι, επί δεκαετίες, η Τουρκία επιδίωκε να επιβάλει την αντίληψη πως καμία περιφερειακή εξέλιξη δεν μπορούσε να προχωρήσει χωρίς τη δική της συμμετοχή ή έγκριση. Σήμερα, αυτή η αντίληψη δοκιμάζεται.
Όμως η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί παθητικά τις εξελίξεις, ούτε να θεωρεί ότι οι διεθνείς σχεδιασμοί ταυτίζονται αυτομάτως με τα εθνικά μας συμφέροντα.
Η εμπειρία του Ελληνισμού είναι γεμάτη από ευκαιρίες που χάθηκαν επειδή απουσίαζε η αναγκαία στρατηγική προετοιμασία. Γι’ αυτό απαιτείται μια ολοκληρωμένη εθνική πολιτική, η οποία θα υπερβαίνει τους εκλογικούς κύκλους και τις εναλλαγές κυβερνήσεων.
Χρειάζεται σαφής στρατηγική για την ελληνική Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Χρειάζεται ουσιαστική αναβάθμιση του ενιαίου στρατηγικού χώρου Ελλάδας και Κύπρου. Χρειάζεται ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, ανάπτυξη των λιμενικών υποδομών, προστασία των κρίσιμων ενεργειακών εγκαταστάσεων και ενεργός διπλωματική παρουσία σε όλα τα διεθνή κέντρα αποφάσεων.
Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται εθνική αυτοπεποίθηση. Διότι η Τουρκία, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει σε ορισμένα πεδία, παραμένει μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Δεν έχει εγκαταλείψει τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Συνεχίζει να επενδύει στην αμυντική της βιομηχανία, να ενισχύει την επιρροή της και να επιδιώκει την αναβάθμιση του ρόλου της.
Γι’ αυτό η μεγαλύτερη απειλή για την Ελλάδα δεν είναι η τουρκική επιμονή. Είναι ο ελληνικός εφησυχασμός.
Εάν αντιμετωπίσουμε τη σημερινή συγκυρία ως μία ακόμη επικοινωνιακή επιτυχία, θα έχουμε χάσει το νόημα των εξελίξεων. Αν, όμως, τη δούμε ως αφετηρία για τη διαμόρφωση μιας μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής, τότε η πατρίδα μας μπορεί να αποκτήσει ρόλο και επιρροή δυσανάλογα μεγαλύτερα από το μέγεθός της.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να μετατραπεί σε απλό διάδρομο μεταφοράς ενέργειας, εμπορευμάτων και συμφερόντων τρίτων. Οφείλει να λειτουργήσει ως κυρίαρχος παράγοντας σταθερότητας, ασφάλειας και ανάπτυξης στην ευρύτερη περιοχή, υπερασπιζόμενη τα εθνικά της δίκαια και υπηρετώντας τα συμφέροντα του Ελληνισμού.
Η συγκυρία είναι ευνοϊκή. Ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή των τελευταίων δεκαετιών. Το ερώτημα είναι αν θα τη μετατρέψουμε σε εθνική επιτυχία ή αν οι επόμενες γενιές θα τη θυμούνται ως μία ακόμη χαμένη ευκαιρία.
Η Ιστορία άνοιξε ένα παράθυρο. Το αν θα περάσει μέσα από αυτό ο Ελληνισμός ή αν θα το αφήσει να κλείσει, εξαρτάται πλέον από εμάς…
Τάσος Οικονομόπουλος
Βουλευτής Α΄ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ


