Τις ενστάσεις της ΝΙΚΗΣ επί του σχεδίου νόμου για την «Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης περιφερειακής εμβέλειας και λοιπές διατάξεις» ανέπτυξε στην Ολομέλεια της Βουλής η βουλευτής Β1 Βόρειου Τομέα Αθηνών, Ασπασία Κουρουπάκη, επισημαίνοντας ότι η αναγκαία ρύθμιση του πεδίου της περιφερειακής τηλεόρασης πρέπει να συνοδεύεται από σαφείς κανόνες, πραγματικές εγγυήσεις πολυφωνίας, προστασία των εργαζομένων, ουσιαστικό ρόλο του ΕΣΡ και πλήρη διαφάνεια στη δημόσια χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης.
Η κ. Κουρουπάκη αναγνώρισε εξαρχής ότι η περιφερειακή τηλεόραση χρειάζεται κανόνες, αδειοδότηση, θεσμική σταθερότητα και τέλος στην παρατεταμένη προσωρινότητα που κρατά δεκαετίες. Έθεσε όμως το πραγματικό πολιτικό και θεσμικό ερώτημα, δηλαδή τι είδους τάξη επιχειρεί να επιβάλει η κυβέρνηση, με ποιους όρους, με ποιες εγγυήσεις και με ποιον τελικό ωφελούμενο. Όπως τόνισε, «εδώ νομοθετούμε για τον δημόσιο λόγο, για το δικαίωμα στην ενημέρωση και τη λειτουργία της δημοκρατίας».
Η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ υπενθύμισε ότι η ραδιοτηλεόραση, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Συντάγματος, υπάγεται στον άμεσο έλεγχο του κράτους με στόχο την αντικειμενική και ισότιμη μετάδοση πληροφοριών, την ποιοτική στάθμη των προγραμμάτων, την προστασία της πολυφωνίας και τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου. Με αυτό το συνταγματικό μέτρο, όπως υπογράμμισε, το νομοσχέδιο δεν μπορεί να στηριχθεί επί του συνόλου, καθώς αφήνει κρίσιμα ζητήματα σε μελλοντικές υπουργικές αποφάσεις και δημιουργεί θεσμική αβεβαιότητα σε έναν χώρο όπου η ασάφεια πλήττει ευθέως την ενημέρωση.
Στο επίκεντρο της κριτικής της βρέθηκε ο αριθμός των αδειών ανά περιφερειακή ζώνη, ο οποίος, όπως είπε, δεν αποτελεί τεχνική λεπτομέρεια. Αποτελεί ουσιώδη όρο της αδειοδοτικής διαδικασίας, επειδή επηρεάζει την πολυφωνία, τη βιωσιμότητα, την πρόσβαση στην αγορά και την ίδια την ύπαρξη των περιφερειακών φωνών. Η κ. Κουρουπάκη κατέστησε σαφές ότι η κυβέρνηση προχωρά σε μια κρίσιμη διαδικασία χωρίς προηγούμενη πλήρη, δημοσιευμένη και ελέγξιμη τεχνική αποτύπωση της χωρητικότητας των πολυπλεκτών, του χάρτη συχνοτήτων, του χρονοδιαγράμματος μετάβασης στο νέο τεχνικό πρότυπο και των πραγματικών δυνατοτήτων εκπομπής σε υψηλή ευκρίνεια. «Πρώτα πρέπει να καθορίζεται το τεχνικό πεδίο και μετά να προκηρύσσονται οι άδειες», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερα αυστηρή ήταν και η αναφορά της στην αναλογικότητα των προϋποθέσεων. Η κ. Κουρουπάκη εξήγησε ότι οι απαιτήσεις σε κεφάλαιο, εξοπλισμό, τέλη, προσωπικό, συμβάσεις με πάροχο δικτύου και τεχνολογική μετάβαση πλήττουν διαφορετικά έναν σταθμό μεγάλης διαφημιστικής αγοράς και έναν σταθμό που λειτουργεί σε νησιωτική, ορεινή ή απομακρυσμένη περιοχή. Με σαφή νομική και πολιτική στόχευση, ανέφερε ότι η ίση μεταχείριση δεν μπορεί να σημαίνει όμοια μεταχείριση ανόμοιων καταστάσεων, διότι τότε το πλαίσιο μετατρέπεται σε φίλτρο αποκλεισμού.
Η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έδειξε το κρίσιμο σημείο της κυβερνητικής μεθόδευσης. Ακόμη και χωρίς δημοπρασία, ο αποκλεισμός των μικρότερων περιφερειακών σταθμών μπορεί να επέλθει μέσα από το κόστος, το μετοχικό κεφάλαιο, το τέλος εποπτείας, τις τεχνικές επιβαρύνσεις, τις συμβάσεις δικτύου και τις προθεσμίες που αντέχει ο ισχυρός και δεν αντέχει ο μικρός. «Η ενημέρωση δεν πρέπει να βγαίνει στο σφυρί», είπε, προσθέτοντας ουσιαστικά ότι η οικονομική πίεση μπορεί να λειτουργήσει ως έμμεσος μηχανισμός εκκαθάρισης της περιφερειακής τηλεόρασης.
Από τα πιο καυστικά σημεία της παρέμβασής της ήταν η κριτική στο άρθρο 16 για τους εργαζομένους. Η κ. Κουρουπάκη κατήγγειλε ότι η διάταξη εμφανίζεται ως προστατευτική, ενώ στην πράξη επιτρέπει να προσμετρώνται στο ελάχιστο προσωπικό εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης, συνεργάτες με συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, προσωπικό εταιρειών παραγωγής και προσωπικό συνδεδεμένων επιχειρήσεων. «Αυτό δεν είναι εγγύηση απασχόλησης. Είναι λογιστική κάλυψη», τόνισε, αποκαλύπτοντας τον πυρήνα της προβληματικής ρύθμισης.
Η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ υπερασπίστηκε με σαφήνεια τον δημοσιογράφο, τον τεχνικό και κάθε εργαζόμενο που σηκώνει καθημερινά το βάρος της ενημέρωσης. Ζήτησε το ελάχιστο προσωπικό να συνδέεται με πραγματική σχέση εξαρτημένης εργασίας, σαφή επαγγελματική ιδιότητα, τήρηση της εργατικής νομοθεσίας και συλλογικές συμβάσεις. Όπως είπε, «δεν μπορεί η Πολιτεία να θεωρεί τον δημοσιογράφο απαραίτητο για να πάρει ο σταθμός άδεια και να τον χειρίζεται ως αναλώσιμο όταν έρχεται η ώρα των δικαιωμάτων του».
Στο ίδιο πλαίσιο, η κ. Κουρουπάκη επανέφερε το ζήτημα των δημοσιογράφων της ΕΡΤ, το οποίο, όπως επισήμανε, θέτει συστηματικά ήδη από το 2025. Κατήγγειλε ότι η κυβέρνηση γνώριζε εδώ και έναν χρόνο την ανάγκη νομοθετικής ρύθμισης για την κατοχύρωση του δικαιώματος αναγνώρισης της προϋπηρεσίας, όμως επέλεξε να το φέρει με τροπολογία της τελευταίας στιγμής, ενταγμένη σε πλαίσιο όπου δεν υπάρχει δυνατότητα επιμέρους επιλογής. Παράλληλα, άσκησε κριτική στη διατύπωση ότι η προϋπηρεσία «δύναται» να αναγνωρίζεται, καθώς αφήνει την κρίση στη διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε διοίκησης, ακόμη και όταν υπάρχουν πλήρεις βεβαιώσεις και αποδεικτικά έγγραφα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και η κριτική της στον ρόλο του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Η κ. Κουρουπάκη σημείωσε ότι το ΕΣΡ εμφανίζεται τυπικά ως κεντρικός θεσμός της διαδικασίας, όπως επιβάλλει ο συνταγματικός του ρόλος, όμως κρίσιμα ζητήματα παραμένουν σε υπουργικές εξουσιοδοτήσεις ή ρυθμίζονται χωρίς αποφασιστική συμμετοχή της ανεξάρτητης αρχής. «Το ΕΣΡ πρέπει να έχει πραγματικό ρόλο και όχι ρόλο επικυρωτή», υπογράμμισε, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να φορτώσει την ευθύνη στην ανεξάρτητη αρχή, κρατώντας τα κλειδιά των αποφάσεων.
Σημαντικό μέρος της παρέμβασης αφορούσε την προσβασιμότητα των ατόμων με αναπηρία στην ενημέρωση. Η κ. Κουρουπάκη ξεκαθάρισε ότι η πρόσβαση των κωφών, των βαρήκοων και συνολικά των ατόμων με αναπηρία δεν αποτελεί ευγενική χορηγία των σταθμών, αλλά στοιχείο ισότητας και δημοκρατικής λειτουργίας. Ζήτησε δεσμευτικές, ελέγξιμες και εφαρμόσιμες υποχρεώσεις, επαρκή χρόνο ενημερωτικού περιεχομένου στη νοηματική, ποιοτικό υποτιτλισμό, δωρεάν ετεροχρονισμένη πρόσβαση και συμμετοχή αρμόδιων φορέων στην επιλογή κατάλληλων διερμηνέων. «Αν η ενημέρωση δεν είναι προσβάσιμη, τότε δεν είναι ισότιμη», ανέφερε με σαφήνεια.
Η πιο πολιτικά εκρηκτική ενότητα της ομιλίας αφορούσε την κρατική διαφήμιση, τις κρατικές ενισχύσεις και τη χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης. Η κ. Κουρουπάκη μίλησε ανοιχτά για την ανάγκη κάθε δημόσιο ευρώ προς τα ΜΜΕ να είναι καταγεγραμμένο, αιτιολογημένο, δημόσια προσβάσιμο και ελέγξιμο. Με ευθεία αναφορά στη λίστα Πέτσα, θύμισε ότι το 2020 διατέθηκαν 20 εκατομμύρια ευρώ και το 2021 ακόμη 18,5 εκατομμύρια ευρώ, συνολικά 38,5 εκατομμύρια ευρώ δημόσιου χρήματος, με καταγγελίες για αδιαφανή κατανομή, προνομιακή χρηματοδότηση φιλικών μέσων και αποκλεισμό ή υποχρηματοδότηση κριτικών φωνών.
Η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ συνέδεσε το ζήτημα με ένα ευρύτερο τρίγωνο εξουσίας ανάμεσα στην κυβέρνηση, τα μέσα ενημέρωσης και τις τράπεζες, το οποίο, όπως είπε, περιορίζει την ανεξαρτησία του Τύπου, διαμορφώνει προνομιακές σχέσεις και επηρεάζει την πληροφόρηση των πολιτών. Με αριθμούς, ανέφερε ακόμη την επιστροφή περίπου 25 εκατομμυρίων ευρώ στα κανάλια από τις τηλεοπτικές άδειες το 2019, την κατάργηση του ετήσιου τέλους των 3 εκατομμυρίων ανά κανάλι και την απώλεια 18 εκατομμυρίων ευρώ τον χρόνο για το Δημόσιο, δηλαδή 90 εκατομμυρίων ευρώ σε πέντε χρόνια. Επισήμανε επίσης τα 7 εκατομμύρια ευρώ του 2022 για την κάλυψη ασφαλιστικών εισφορών των ΜΜΕ, με πρόσχημα, όπως καταγγέλθηκε, τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία.
Η κ. Κουρουπάκη στάθηκε και στον περιφερειακό Τύπο, μεταφέροντας την καταγγελία ότι πρόγραμμα στήριξης που παρουσιάστηκε ως πενταετές τεμαχίζεται τελικά σε ετήσιες φάσεις. Έτσι τα μέσα της περιφέρειας μένουν χωρίς σταθερό ορίζοντα, χωρίς δυνατότητα σοβαρού σχεδιασμού και με εξάρτηση από την επόμενη υπουργική απόφαση. Με ιδιαίτερα αιχμηρό τόνο, περιέγραψε τον κίνδυνο η κρατική στήριξη, όταν δίνεται με καθυστερήσεις, ασαφή κριτήρια και αποσπασματικές ρυθμίσεις, να μετατραπεί σε μηχανισμό εξάρτησης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκβιασμού.
Κλείνοντας, η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ παρουσίασε τη συγκεκριμένη θέση του Κινήματος. Οι κρίσιμοι όροι της αδειοδότησης πρέπει να προβλέπονται στον νόμο και να μην μεταφέρονται αορίστως σε υπουργικές αποφάσεις. Ο χάρτης συχνοτήτων και η τεχνική μελέτη χωρητικότητας πρέπει να προηγηθούν των προκηρύξεων. Το άρθρο 16 χρειάζεται αλλαγή, ώστε το ελάχιστο προσωπικό να σημαίνει πραγματικές θέσεις εργασίας. Η μοριοδότηση πρέπει να γίνει σαφέστερη και αναλογικότερη. Το ΕΣΡ πρέπει να αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο. Η προσβασιμότητα πρέπει να κατοχυρωθεί ως ελέγξιμο δικαίωμα. Η δημόσια χρηματοδότηση των μέσων οφείλει να υπόκειται σε πλήρη διαφάνεια και αυστηρό δημοκρατικό έλεγχο.
Η τελική τοποθέτηση της κ. Κουρουπάκη συμπύκνωσε τη στάση της ΝΙΚΗΣ απέναντι στο νομοσχέδιο. Η περιφερειακή τηλεόραση δεν είναι δευτερεύουσα τηλεόραση. Είναι η φωνή της τοπικής κοινωνίας, ο δημόσιος λόγος της περιφέρειας και μέρος της δημοκρατικής ζωής του τόπου. Η κυβέρνηση ζητά πολιτική συναίνεση στο όνομα μιας εκκρεμότητας δεκαετιών, όμως η ΝΙΚΗ αρνείται να νομιμοποιήσει ένα πλαίσιο που μπορεί να οδηγήσει σε λιγότερες φωνές, πιο εξαρτημένη ενημέρωση και πιο αδύναμη περιφέρεια. «Δεν συναινούμε σε ένα πλαίσιο που κινδυνεύει να μετατρέψει την αναγκαία αδειοδότηση σε αναδιανομή ισχύος», κατέληξε, δηλώνοντας ότι η ΝΙΚΗ δεν στηρίζει το νομοσχέδιο επί του συνόλου.

