Η συζήτηση για τις ελληνορωσικές σχέσεις συχνά γίνεται σαν να πρέπει να διαλέξουμε ρόλο σε έναν ξένο καβγά. Ή θα ταυτιστούμε πλήρως με τη μία πλευρά ή θα κατηγορηθούμε ότι κάνουμε τα στραβά μάτια. Αυτή όμως είναι μια ψευδής επιλογή και, για την Ελλάδα, μια επικίνδυνη απλούστευση.
Η χώρα μας δεν είναι μεγάλη δύναμη για να παίζει ιδεολογικά παιχνίδια. Είναι όμως αρκετά έμπειρη και αρκετά εκτεθειμένη γεωπολιτικά ώστε να ξέρει ότι η σοβαρότητα στην εξωτερική πολιτική δεν μετριέται με συνθήματα, αλλά με το πόσους κινδύνους αποφεύγεις χωρίς να ακυρώνεις τον εαυτό σου.
Η Ελλάδα δεν είναι εμπόλεμο μέρος και δεν έχει κανέναν λόγο να συμπεριφέρεται σαν να είναι. Η θέση υπέρ της ειρήνης και της αποκλιμάκωσης δεν είναι δήλωση αδυναμίας ούτε υπεκφυγή. Είναι συνειδητή επιλογή μιας χώρας που γνωρίζει ότι το διεθνές δίκαιο δεν είναι θεωρία, αλλά εργαλείο επιβίωσης για όποιον δεν έχει την πολυτέλεια της ισχύος.
Απέναντι στη Ρωσία χρειάζεται νηφαλιότητα και όχι συναισθηματισμός. Ούτε ιδεολογική ταύτιση ούτε αυτόματη εχθρότητα. Η διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας σε ζητήματα όπως η ενεργειακή ασφάλεια, η οικονομία, τα προξενικά και τα ανθρωπιστικά δεν είναι παραχώρηση. Είναι βασική διπλωματική πρόνοια. Όταν κόβεις κάθε κανάλι, αφήνεις τα πράγματα να εξελίσσονται χωρίς έλεγχο.
Υπάρχουν ιστορικοί και πολιτισμικοί δεσμοί, όπως η κοινή ορθόδοξη παράδοση. Αυτοί οι δεσμοί αποτελούν μέρος της ιστορίας, όχι όμως πολιτικό γραμμάτιο. Δεν δημιουργούν υποχρέωση σιωπής, ούτε ακυρώνουν τη δυνατότητα διαφωνίας. Μπορούν να λειτουργήσουν μόνο ως ήπιο υπόβαθρο επικοινωνίας, όχι ως άλλοθι πολιτικής αδράνειας ή ως φίλτρο ανοχής σε συμπεριφορές που μας αφορούν άμεσα.
Και εδώ χρειάζεται ειλικρίνεια. Ο διάλογος δεν είναι αυτονόητος ούτε χωρίς κόστος. Οι πρόσφατες δημόσιες παρεμβάσεις της ρωσικής πλευράς, όπως εκφράστηκαν από τη Μαρία Ζαχαρόβα, δείχνουν ότι η Μόσχα δεν διστάζει να χρησιμοποιεί οξύ λόγο, προειδοποιήσεις ή αφηγήματα που αγγίζουν ευαίσθητα ελληνικά ζητήματα. Αυτό δεν αγνοείται και δεν προσπερνιέται. Λαμβάνεται υπόψη, αξιολογείται και αντιμετωπίζεται θεσμικά.
Διάλογος, λοιπόν, δεν σημαίνει άνευ όρων επανασύνδεση. Κάθε κίνηση οφείλει να περνά από καθαρή στάθμιση κόστους και οφέλους. Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να τοποθετεί τον εαυτό της στην πρώτη γραμμή ανταγωνισμών που δεν σχετίζονται άμεσα με την ασφάλειά της, ούτε να αποδέχεται πιέσεις ή έμμεσες απειλές ως φυσιολογικό πλαίσιο σχέσεων.
Η ρεαλιστική διαχείριση των ελληνορωσικών σχέσεων δεν είναι ούτε υποχώρηση ούτε «ίσες αποστάσεις». Είναι προσπάθεια να κρατηθεί η χώρα εκτός περιττών κλιμακώσεων, χωρίς να απεμπολεί τις αρχές της και χωρίς να καλλιεργεί αυταπάτες. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να υψώνει τη φωνή της για να αποδείξει ότι υπάρχει. Χρειάζεται να ξέρει πότε μιλά, πότε διαφωνεί και πότε κρατά ανοιχτή την πόρτα.
Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να εγκλωβίζεται σε ρόλους που της αποδίδουν άλλοι ούτε να αποδεικνύει την αξιοπιστία της με υπερβολές. Η αξιοπιστία μιας χώρας κρίνεται από τη συνέπεια, τη σταθερότητα και την ικανότητά της να διαχειρίζεται τις σχέσεις της χωρίς αυταπάτες και χωρίς φόβο.
Απέναντι στη Ρωσία, όπως και απέναντι σε κάθε μεγάλη δύναμη, η ελληνική πολιτική οφείλει να είναι καθαρή, νηφάλια και αυτόνομη. Να μιλά όταν πρέπει, να διαφωνεί όταν χρειάζεται και να κρατά ανοιχτούς διαύλους όταν αυτό υπηρετεί τη σταθερότητα και τα εθνικά συμφέροντα. Αυτή δεν είναι πολιτική ίσων αποστάσεων. Είναι πολιτική ευθύνης.
Γεώργιος Νικόλακος – Αντιστράτηγος ε.α
Μέλος βουλευτηρίου ΝΙΚΗΣ

