Το φαινόμενο της μετακίνησης πληθυσμών από αναπτυσσόμενες ή χειμαζόμενες χώρες προς τις αναπτυγμένες συναντάται με ιδιαίτερη έξαρση στην Ευρώπη και μάλιστα στην ΕΕ η γραφειοκρατία της οποίας εφάρμοσε και συντηρεί μία πολιτική “ανοικτών συνόρων” η οποία πλήττει κυρίως τα κράτη που ορίζουν τα όριά της.
Το άκριτο αυτό μέτρο που έχει ληφθεί και εφαρμοστεί χωρίς την άμεση συναίνεση των ευρωπαίων πολιτών, έχει πολύ σοβαρές και μετρήσιμες επιπτώσεις στην πληθυσμιακή σύνθεση, στην κοινωνική συνοχή και στην οικονομία των κρατών υποδοχής τα οποία υποχρεούνται από το ευρωπαϊκό κέντρο στη γενική λήψη μέτρων διαβίωσης των, συνήθως παρανόμως, εισερχομένων.
Η ευρωπαϊκή ιστορική εμπειρία, το προκύψαν φαινόμενο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η φιλελευθεροποίηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών και η επικράτηση υπερεθνικής φύσεως ιδεοληψιών, οδήγησαν στην εξέλιξη αυτή η οποία έχει πλέον μετουσιωθεί σε συγκεκριμένες πολιτικές μέσω Αποφάσεων και Οδηγιών οι οποίες είναι στη βάση τους παράνομες και καταχρηστικές.
Αυτό γιατί, υπερβαίνοντας τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) η οποία είχε να κάνει με τη ρύθμιση της εσωτερικής έννομης τάξης των συμβαλλομένων κρατών, παρεβίασαν το απόλυτο δικαίωμα της εθνικής κυριαρχίας το οποίο αποτελεί το θεμέλιο λίθο οποιασδήποτε κρατικής υπόστασης και το οποίο δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό και δεν μπορεί να εκχωρηθεί διότι η εκχώρηση ισοδυναμεί με κατάλυση.
Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι το σύγχρονο κράτος αποτελεί μετεξέλιξη του μονάρχη-κράτους (“L’etat c’est moi”) του οποίου η εξουσία επήγαζε από το Θεό. Υπό την έννοια αυτή, η ύπαρξη και η εξουσία του είναι αυθύπαρκτες.
Αλλά ας εξετάσουμε αναλυτικότερα το θέμα και μάλιστα από νομική άποψη.
Η έννοια της εθνικής κυριαρχίας στο διεθνές δίκαιο
Η σύγχρονη νομική επιστήμη διακρίνει μεταξύ της εσωτερικής ή συνταγματικής και της εξωτερικής ή διεθνούς κυριαρχίας.
Η δεύτερη αναφέρεται συνήθως ως εθνική κυριαρχία και ορίζεται ως η απόλυτη και διαρκής εξουσία του κράτους η οποία είναι αδιαίρετη, αμεταβίβαστη και αναπολλοτρίωτη.
Ως εκ της φύσεώς της δεν επιδέχεται περιορισμούς εντάσεως, εκτάσεως ή διάρκειας. Όπου ισχύουν τέτοιοι περιορισμοί, απλά δεν υπάρχει κυριαρχία.
Η εξωτερική (εθνική) κυριαρχία συνίσταται στη νομική ανεξαρτησία ενός κράτους έναντι των άλλων κρατών.
Τα κυρίαρχα κράτη υπόκεινται μόνο στους κανόνες και τις προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου και αυτό αυτοβούλως και με την ελεύθερη θέλησή τους.
Καθώς δε οι κρατικές ενέργειες στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής δεν συνδέονται με μονομερείς νομικές πράξεις, το δίκαιο δεν μπορεί να θέσει όρια, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό, στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας.
Εφόσον η έννοια της κυριαρχίας είναι ενιαία, όλα τα κυρίαρχα κράτη είναι ίσα μεταξύ τους.
Εξ αυτού προκύπτει το λεγόμενο “απαραβίαστο της επικράτειας” και μάλιστα τόσο με την (αρνητική) έννοια του ανεπίτρεπτου κάθε εξωτερικής παρέμβασης ή διείσδυσης στο κρατικό έδαφος, είτε από νομικά είτε από φυσικά πρόσωπα, όσο και (θετικά) υπό την έννοια της λεγόμενης “εδαφικής εξουσίας”, δηλ. του καταρχήν μονοπωλίου της κρατικής εξουσίας επί όλων των προσώπων, φυσικών και νομικών, τα οποία βρίσκονται στην κρατική επικράτεια.
Επίσης, από την Αρχή της διεθνούς ισότητας προκύπτει η Αρχή της ετεροδικίας των κρατών σύμφωνα με την οποία, αφενός η δικαιοσύνη ενός κράτους δεν έχει δικαιοδοσία επί ξένων κρατών και των οργάνων, πράξεων και περιουσιών τους και, αφετέρου, οι διπλωματικοί αντιπρόσωποι απολαμβάνουν ασυλίας.
Το διεθνές σύστημα και το απαραβίαστο των συνόρων
Η ανεξαρτησία την οποία απολαμβάνει κάθε κρατική υπόσταση εντός του διεθνούς συστήματος κρατών, αποτελεί την ουσία της εξωτερικής κυριαρχίας και σημαίνει, κατά τη διεθνή νομική θεωρία, αφενός μεν, παθητικά, τη μη επέμβαση, αφετέρου δε, ενεργητικά, το δικαίωμα συμμαχίας (ius ad foedus) και το δικαίωμα πολέμου (ius ad bellum).
Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι το διεθνές σύστημα είναι άναρχο.
Δεν υπάρχει διεθνής αστυνομία η οποία να αστυνομεύει τη συμπεριφορά των κρατών ούτε κάποια Ανώτατη Αρχή η οποία να μπορεί να τους υπαγορεύει πολιτικές και κανόνες.
Η υπαγωγή κάποιων μορφών ή μερών κυριαρχίας ή του όλου μιάς κρατικής εξουσίας σε κάποιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο αποτελεί πράξη απολύτως εθελοντική και διόλου υπαγορεύσιμη.
Άλλωστε τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα και οι διεθνείς οργανισμοί έχουν συσταθεί μέσω συναπόφασης των κρατών και όχι αυτοτελώς και συντηρούνται από αυτά.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το διεθνές περιβάλλον και οι κρατούσες ανά ιστορική περίοδο πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες διαφοροποιούν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, το περιεχόμενο και τη σημασία της κυριαρχίας της οποίας τον χειρότερο εχθρό αποτελεί σήμερα η παγκοσμιοποίηση.
Ωστόσο, ένα, το πλέον αρχέγονο συστατικό της εθνικής κυριαρχίας παραμένει διαρκές και αμετάβλητο.
Πρόκειται για το χωρικό στοιχείο, την έννοια της επικράτειας, δηλ. το απαραβίαστο των εθνικών συνόρων.
Κανένας διεθνής οργανισμός, κανένας διεθνής φορέας, κανένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο δεν μπορούν να υπαγορεύσουν σ’ ένα κράτος την αποδοχή παραβίασης των συνόρων του.
Παράνομη μετανάστευση, πρόσφυγες και ανθρωπιστικό δίκαιο
Όλα τα παρατεθέντα στοιχεία ορίζουν κατ’ ουσίαν τη φύση του φαινομένου της παράνομης μετανάστευσης την οποία επιχειρούν να επιβάλλουν, ως εξωτερική συμπεριφορά, στα κράτη-μέλη οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών επωφελούμενοι από τις ιδεοληψίες από τις οποίες εμφορούνται ή από τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν οι ηγεσίες τους.
Κανένα μέτρο, απόφαση ή οδηγία, ακόμη και της πλειοψηφίας των κ-μ, δεν μπορεί να υποχρεώσει ένα μέλος να δεχθεί την παραβίαση των συνόρων του.
Απέναντι στη πραγματικότητα αυτή, οι Βρυξέλλες επικαλούνται το ανθρωπιστικό δίκαιο το οποίο θεωρούν ότι υπέρκειται της εθνικής κυριαρχίας και ορίζει μάλιστα τα όριά της.
Οι διαρκώς περιοριζόμενοι ευρωπαϊκοί πόροι, υφίστανται τεράστια αιμορραγία υπέρ της περίθαλψης των “προσφύγων” και της ουκρανικής φαινάκης.
Με τις απόψεις αυτές συντάσσονται, όπως είναι φυσικό, όλες οι ευρωπαϊκές ακροαριστερές ιδεοληψίες οι οποίες καλύπτουν, υπό το ψευδεπίγραφο πέπλο του ανθρωπισμού, την υπερεθνική/αντεθνική, αντικρατική και κοινωνικοδιαλυτική στάση και δράση τους.
Ορισμός πρόσφυγα και μετανάστη
Η άκριτη ή υποβολιμαία στάση εναγκαλισμού της παράνομης μετανάστευσης, ο σκόπιμος συγχρωτισμός της με την έννοια του πρόσφυγα αλλά και η διεύρυνση της έννοιας αυτής ώστε να περιλαμβάνει τον οποιονδήποτε παράνομα εισερχόμενο σε μία ξένη χώρα ως μέλος μίας πληθυσμιακής “ροής”, υποχρεώνει κάθε μελετητή του φαινομένου στη διάκριση μεταξύ των εννοιών του μετανάστη και του πρόσφυγα.
Εξετάζοντας τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και το καταστατικό της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ θα δούμε ότι ως πρόσφυγας ορίζεται εκείνος ο οποίος, “λόγω βάσιμου φόβου δίωξης εξαιτίας της διαφοράς φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, βρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να επιστρέψει λόγω αυτού του φόβου”.
Διακρίνει κανείς τέσσερις συνιστώσες της έννοιας:
- Βάσιμος φόβος δίωξης: Δεν πρόκειται απλώς για φόβο, αλλά για τεκμηριωμένο κίνδυνο.
- Λόγοι δίωξης: Φυλή, θρησκεία, εθνικότητα, κοινωνική ομάδα, πολιτικές απόψεις.
- Εκτός χώρας ιθαγένειας: Το άτομο έχει διασχίσει διεθνή σύνορα.
- Αδυναμία προστασίας: Η χώρα καταγωγής δεν μπορεί ή δεν θέλει να παρέχει προστασία
Πέραν των ανωτέρω, πρόσφυγας θεωρείται και ο διαφεύγων από πολεμική σύγκρουση οποιασδήποτε φύσεως η οποία εξικνείται εντός ή στα όρια της χώρας του.
Στην περίπτωση αυτή, θα αποκτήσει την ιδιότητα αυτή εφόσον καταφύγει σε όμορη χώρα, φιλοξενηθεί σε προσφυγικό καταυλισμό των ΗΕ και αποκτήσει σχετικά έγγραφα ταυτοποίησης από τις επιτόπιες Αρχές του Οργανισμού τα οποία τυγχάνουν διεθνούς αναγνώρισης.
Ο ορισμός αυτός αποκλείει άτομα που μετακινούνται αποκλειστικά για οικονομικούς λόγους ή φυσικές καταστροφές, οι οποίοι θεωρούνται μετανάστες.
Καίτοι δεν υπάρχει επίσημος ορισμός της έννοιας του μετανάστη, η γενικότερη άποψη θεωρεί ότι διεθνής μετανάστης είναι όποιος αλλάζει τον τόπο συνήθους κατοικίας του/της, ανεξαρτήτως του λόγου ή του νομικού καθεστώτος της χώρας από την οποία προέρχεται.
Αν αιτία της μετακίνησης αποτελεί η οικονομική δυσπραγία, το άτομο χαρακτηρίζεται ως “οικονομικός μετανάστης”. Η μεταναστευτική αυτή κατηγορία είναι η πολυπληθέστερη.
Η ελληνική περίπτωση
Από την άλλη πλευρά, ο μελετητής οφείλει να αντιπαραβάλλει τα περί μετανάστευσης και προσφυγιάς-προσφυγοποίησης με τα οριζόμενα στο ανθρωπιστικό δίκαιο ως ανθρώπινα δικαιώματα.
Εξετάζοντας το προσφυγικό εις ό,τι μας αφορά, παρατηρεί κανείς ότι καμία όμορη χώρα δεν διατελεί στις ιδιαίτερες εκείνες συνθήκες που περιεγράφησαν πιο πάνω και οι οποίες θα δικαιολογούσαν την δημιουργία προσφυγικών ροών προς την Ελλάδα.
Ούτε πόλεμος, ούτε μαζικές διώξεις ομάδων του πληθυσμού.
Άλλωστε, αυτό αποδεικνύεται και από την ανυπαρξία δομών των ΗΕ επί ελληνικού εδάφους.
Όλοι όσοι βρέθηκαν επί ελληνικού εδάφους προερχόμενοι από πολεμικές συγκρούσεις στη Συρία ή το Αφγανιστάν ή αλλού παλαιότερα, αντίθετα προς τα επιχειρήματα της αριστεράς, ουδέποτε υπήρξαν πρόσφυγες πρώτον διότι δεν κατέφυγαν και εγκαταστάθηκαν στις όμορες χώρες και δεύτερον διότι ποτέ, μάλλον εκ του λόγου αυτού, ο ΟΗΕ δεν τους αναγνώρισε την προσφυγική ιδιότητα.
Όσοι άλλωστε είχαν χαρακτηριστεί επισήμως ως πρόσφυγες, χρησιμοποίησαν την Ελλάδα ως κράτος διέλευσης προς τις χώρες εκείνες που τους είχαν παραχωρήσει άσυλο.
Συνεπώς, όλοι εκείνοι που διέβησαν και συνεχίζουν να διαβαίνουν τα σύνορα εγκαθιστάμενοι στη χώρα μας, ανήκουν στην κατηγορία των παρανόμων μεταναστών οι οποίοι εισέρχονται χωρίς την άδεια και τη συγκατάθεση των ελληνικών Αρχών.
Πώς να χαρακτηρίσει κανείς αλλιώς άτομα προερχόμενα από τη Σομαλία, τον Άνω Βόλτα, την Ακτή του Ελεφαντοστού, το Μάλι ή το Πράσινο Ακρωτήριο!
Τα κλαψουρίσματα περί των “καημένων προσφύγων”, του “δράματος των παιδιών”, των “ανυπεράσπιστων γυναικών” και κυρίως των “χαμένων ψυχών” κλπ. όπως και τα βλακώδη λεκτικά πυροτεχνήματα του τύπου “υπάρχουν λαθραία τσιγάρα, δεν υπάρχουν λαθραίοι άνθρωποι”, δεν αποτελούν παρά ασφυκτικές πιέσεις προς το κράτος για να άρει τα προβλεπόμενα από την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας και να παραδώσει τους Ελληνες στον εθνομηδενισμό, την κοινωνική διάλυση και την πολιτιστική αναίρεση.
Οι αριστεροί κρωγμοί, εκβιάζουν μία φοβική πρώην δεξιά και κλείνουν το μάτι σε μία κεντροαριστερά εμποτισμένη από τον WOKEισμό και το ΛΟΑΤΚΙσμό.
Διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις της δήθεν δεξιάς και της δήθεν αριστεράς, εκβιαζόμενες από τις Βρυξέλλες στο εξωτερικό και την ακροαριστερά στο εσωτερικό οι πρώτες και από τον εαυτό της η δεύτερη, δεν κατόρθωσαν ή απέφυγαν να επιβάλλουν τα προβλεπόμενα από το Σύνταγμα και το ισχύον νομικό πλαίσιο μέτρα κατά των παρανόμως εισερχομένων στην ελληνική επικράτεια.
Σύλληψη, φυλάκιση και απέλαση.
Έφθασαν μάλιστα στο σημείο να απολογούνται στους ακροαριστερούς ουτιδανούς για τα δυστυχήματα τα οποία συμβαίνουν κάθε τόσο όταν υποψήφιοι αυτόχειρες και εν δυνάμει εγκληματίες φορτώνουν τους εαυτούς τους, τις γυναίκες και τα παιδιά τους σε σαπιοκάραβα με δυνατότητα μεταφοράς επιβατών δέκα φορές μικρότερη από τον αριθμό των επιβαινόντων.
Χειρότερα ακόμη, προπηλακίζουν και ευτελίζουν τους δημοσίους λειτουργούς που είναι επιφορτισμένοι με την εποπτεία των συνόρων, κυρίως το Λιμενικό Σώμα, όταν αδυνατούν εκ των πραγμάτων να περισυλλέξουν δεκάδες ή και εκατοντάδες ναυαγών που, ουσιαστικά, έρχονται να αυτοκτονήσουν εντός ελληνικών χωρικών υδάτων και όταν η έξαλλη ελληνική ακροαριστερά ζητά “την κεφαλή των επί πίνακι”.
Η υπόθεση θυμίζει τη δίκη των δέκα στρατηγών μετά τις Αργινούσες.
Η χώρα δέχεται να εφαρμόζει τα ανεδαφικά και επικίνδυνα για την εθνική ασφάλεια κελεύσματα των Βρυξελλών σύμφωνα με τα οποία απαγορεύονται τα “push back”, η απώθηση δηλ. των λαθρομεταναστών στο σημείο απ’ το οποίο προήλθαν καθώς και η ασφαλής αποβίβαση σε ελληνικό έδαφος.
Οι συνέπειες της κατάστασης αυτής αποφεύγεται επισταμένα να τεθούν υπόψιν των ευρωπαϊκών οργάνων και να αναζητηθεί μάλιστα η ευθύνη τους στη δημιουργία τους.
Αδυναμία αφομοίωσης των παρανόμως εισερχομένων, σχεδόν αποκλειστικά μουσουλμάνων, πληθυσμιακή αλλοίωση, εισαγωγή ξένων εθίμων, διάθεση οικονομικών και άλλων πόρων σε αλλοδαπούς εις βάρος των Ελλήνων φορολογουμένων, αύξηση της ανεργίας, υποβάθμιση της δημόσιας υγείας και περίθαλψης, εμφάνιση νέων ασθενειών, μείωση των ημερομισθίων είναι μερικά μόνο από τα “δώρα” που φέρνουν μαζί τους οι λαθρομετανάστες.
Άθλια και εξευτελιστική ήταν επίσης η απόφαση ανάθεσης στο στρατό της ανέγερσης καταυλισμών, της σίτισης και της καθαριότητας των εισερχομένων μετατρέποντας τις ΕΔ σε λακέδες και ορντινάντσες των κάθε λογής αλλοδαπών χαχόλων που η πολιτική του δήθεν ανθρωπισμού έχει στοιβάξει εδώ και δεκαετίες στη χώρα.
Η κατάργηση των συνόρων και όλα τα επακόλουθα της παράνομης μετανάστευσης είναι αρκετά για να οδηγήσουν κάποτε το μεταπολιτευτικό πολιτικό προσωπικό στο εδώλιο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.
Θεόδωρος Καμαρινός
Διπλωματικός Σύμβουλος του Προέδρου της ΝΙΚΗΣ

