Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat αποκαλύπτουν οτι η Ελλάδα δεν βρίσκεται αντιμέτωπη με μια «ευρωπαϊκή κρίση κατοικίας», όπως επιχειρεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση, αλλά με τις συνέπειες της δικής της πολιτικής επιλογής να απέχει από κάθε σοβαρή παρέμβαση υπέρ της προσιτής κατοικίας και να αφήσει τη στέγη να καθορίζεται αποκλειστικά από τους ισχυρούς της αγοράς.
Το 2025 η χώρα μας κατέγραψε τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με 10%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν μόλις 3,1%. Την ίδια περίοδο, στη Γερμανία τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 2,1%, στη Γαλλία κατά 2,3%, στην Ισπανία 2,4%, στη Δανία 2,2% και στη Φινλανδία μόλις 1%.
Σύμφωνα, δε, με μελέτη του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, οι τιμές των κατοικιών στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 35,4% την περίοδο 2018-2023, ενώ το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε μόλις κατά 8%, γεγονός που διευρύνει συνεχώς το χάσμα μεταξύ εισοδημάτων και κόστους στέγασης. Την ίδια ώρα, εμφανίζει παραγωγή μόλις μίας νέας κατοικίας ανά 1.000 κατοίκους, τη χαμηλότερη επίδοση στην ΕΕ.
Το αποτέλεσμα αυτής της αδράνειας αποτυπώνεται πλέον και στην ίδια την κοινωνία. Στις νεότερες γενιές και σύμφωνα με τη Eurofound, το 57% των εργαζόμενων ηλικίας 25-34 ετών στην Ελλάδα εξακολουθεί να διαμένει στην πατρική κατοικία, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι ακόμη και η σταθερή εργασία δεν αρκεί πλέον για να εξασφαλίσει την αυτονόμηση και την πρόσβαση σε αξιοπρεπή κατοικία. Επιπρόσθετα, από το 2019, ένας στους 16 ιδιοκτήτες κατοικίας έπαψε να ανήκει στην κατηγορία της ιδιοκατοίκησης. Για πρώτη φορά μεταπολεμικά, η Ελλάδα χάνει με τόσο γρήγορο ρυθμό ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της κοινωνικής συνοχής.
Και όσοι τελικά αναγκαστούν να ξεσπιτωθούν, πληρώνουν το υψηλότερο ενοίκιο στην Ευρώπη. Η Eurostat καταγράφει ότι οι ‘Ελληνες διαθέτουν το 36% του εισοδήματός τους για στεγαστικές δαπάνες, σχεδόν διπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 19%. Επιπρόσθετα, στην Ελλάδα αντιστοιχούν μόλις 1,3 δωμάτια ανά άτομο, έναντι 1,7 στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πάνω από 2 δωμάτια σε χώρες όπως η Ολλανδία και το Βέλγιο. Ταυτόχρονα, το 19% των πολιτών αδυνατεί να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του, ποσοστό πολλαπλάσιο από αυτό πολλών χωρών.
Σύμφωνα με στοιχεία φορέων, όπως το Housing Europe, στην Ευρώπη η κοινωνική και προσιτή κατοικία αντιστοιχεί περίπου στο 11% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος, στην Ολλανδία φτάνει το 29-30%, στην Αυστρία 24%, στη Δανία 20%, στην Ιρλανδία 9% και στην Ισπανία περίπου 3%. Στην Ελλάδα, αντίθετα, το οργανωμένο απόθεμα κοινωνικής κατοικίας παραμένει ουσιαστικά ανύπαρκτο.
Η εικόνα αυτή είναι το αποτέλεσμα μιας πολυετούς αποτυχημένης κυβερνητικής πολιτικής, που περιορίστηκε σε αποσπασματικές επιδοματικές παρεμβάσεις, χωρίς να αυξήσει την προσφορά προσιτής κατοικίας, χωρίς να αξιοποιήσει τη δημόσια περιουσία για στεγαστικούς σκοπούς, χωρίς να αναπτύξει ένα σύγχρονο σύστημα κοινωνικής κατοικίας και χωρίς να δημιουργήσει μηχανισμούς που θα συγκρατούν τις τιμές προς όφελος των πολιτών.
Για τη ΝΙΚΗ, η στέγη δεν είναι πολυτέλεια, δεν είναι επενδυτικό προϊόν ούτε χρηματιστηριακό μέγεθος, αλλά θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα. Και όσο η κυβέρνηση συνεχίζει να την αντιμετωπίζει ως μία αγορά που δήθεν αυτορρυθμίζεται και αρνείται να εφαρμόσει μια πραγματική πολιτική κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, η Ελλάδα θα συνεχίζει να καταρρίπτει όλα τα αρνητικά ευρωπαϊκά ρεκόρ.
Ομάδα Οικονομικών ΝΙΚΗΣ

