Η νέα εκτίναξη της χονδρικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας αναδεικνύει ξανά τις συνέπειες ενός ενεργειακού μοντέλου που, παρά την τεράστια ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, εξακολουθεί να αφήνει την ελληνική οικογένεια και την παραγωγική οικονομία εκτεθειμένες στις έντονες διακυμάνσεις της αγοράς. Η κυβέρνηση συνεχίζει να κωφεύει στα αιτήματα και τις εκκλήσεις πολιτών, νοικοκυριών, μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ακόμη και συνδέσμων βιομηχανιών, για μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας.
Τα νεότερα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά:
• Η μέση χονδρική τιμή τον Σεπτέμβριο, έως και τις 28 του μήνα, διαμορφώνεται στα 159,21 ευρώ/MWh, αυξημένη κατά 19,3% από τα 133,40 ευρώ/MWh του Αυγούστου.
• Στις 25 Σεπτεμβρίου έφθασε στα 213,62 ευρώ/MWh, στις 26 Σεπτεμβρίου υποχώρησε στα 158,26 ευρώ/MWh και στις 27 Σεπτεμβρίου στα 101,74 ευρώ/MWh.
Πρόκειται για μεταβολή 52,4% μέσα σε μόλις 48 ώρες, ενώ τον ίδιο μήνα οι μέγιστες ωριαίες τιμές έφθασαν ακόμη και τα 340 ευρώ/MWh.
Παράλληλα, σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με την έκθεση της The Green Tank (2026), βασισμένη στα στοιχεία της Eurostat (Online data code: nrg_pc_204_c), αλλά και της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, έχουμε τα εξής:
• Το τμήμα των ελληνικών νοικοκυριών με ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφελείας το 2025 ήταν 31,9%, πολλαπλάσιο από το αντίστοιχο του μέσου όρου της Ε.Ε.-27, που ήταν μόλις 7%.
• Το 2025 η Ελλάδα ήταν η πιο ακριβή χώρα της Ε.Ε.-27 ως προς το κόστος ενέργειας και προμήθειας των τιμολογίων λιανικής, με βάση την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, καθώς και η τρίτη ακριβότερη σε ονομαστικές τιμές.
• Σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (10.6.2026), βασισμένη στα τελευταία στοιχεία της Eurostat (2024), η ηλεκτρική ενέργεια αντιπροσωπεύει το 38,4% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης των νοικοκυριών στην Ελλάδα, έναντι 26,9% στην Ε.Ε.-27.
Αυτό το «χρηματιστηριακό ασανσέρ» από τη μια και οι ανατιμήσεις στην ηλεκτρική ενέργεια από την άλλη δεν μπορούν να αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία νοικοκυριά και επιχειρήσεις θα προγραμματίζουν την κατανομή του εισοδήματός τους και τον παραγωγικό τους σχεδιασμό. Η χώρα διαθέτει άφθονο ήλιο και άνεμο και έχουν επενδυθεί δισεκατομμύρια σε ΑΠΕ, αλλά το χαμηλότερο κόστος παραγωγής τους δεν μεταφέρεται με σταθερό και προβλέψιμο τρόπο στον καταναλωτή. Η κυβέρνηση είχε 7 χρόνια για να αντιμετωπίσει αυτή τη δομική αδυναμία και δεν το έκανε.
Και όλα αυτά όταν η Ελλάδα από το 2024 έχει μετατραπεί σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, εξάγοντας από τις αρχές του 2026 σχεδόν μία τεραβατώρα τον μήνα (0,8-1,3 TWh). Την ίδια ώρα, οι Έλληνες καταναλωτές και οι επιχειρήσεις δεν απολαμβάνουν το φθηνό ηλεκτρικό ρεύμα από τα υδροηλεκτρικά, τα φωτοβολταϊκά και τις ανεμογεννήτριες, ενώ ωφελούνται οι Βούλγαροι, εισάγοντάς το σε μηδενικές τιμές τις μεσημεριανές ώρες και πουλώντας το πανάκριβα τις βραδινές, αξιοποιώντας τα εγκατεστημένα συστήματα αποθήκευσής τους, ισχύος άνω των 2,5 GW. Η Ελλάδα διαθέτει (Σεπτέμβριος 2026) 700 MW αντλησιοταμίευσης ως σύστημα αποθήκευσης και 200 MW σε μπαταρίες.
Χρηματιστήριο Ενέργειας: Aπό το χαμηλό κόστος παραγωγής στην υψηλή τιμή αγοράς
Η μεγάλη εξάρτηση από τη βραχυχρόνια χρηματιστηριακή αγορά δεν αποτελεί μονόδρομο, όμως, για το ηλεκτρικό ρεύμα. Το Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας (ΕΧΕ) ιδρύθηκε το 2018 επί ΣΥΡΙΖΑ, ενώ από την 1η Νοεμβρίου 2020, επί της σημερινής κυβέρνησης, τέθηκε σε πλήρη λειτουργία το ευρωπαϊκό Μοντέλο Στόχος (Target Model), με την Αγορά Επόμενης Ημέρας, την Ενδοημερήσια Αγορά και την Αγορά Εξισορρόπησης.
Το κρίσιμο πρόβλημα είναι ότι η τιμή του ρεύματος στην Ελλάδα επηρεάζεται υπερβολικά από τις καθημερινές διακυμάνσεις του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, με τις εταιρείες που συμμετέχουν σε αυτό να θησαυρίζουν. Αντί μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας να εξασφαλίζεται με απευθείας και μακροχρόνιες συμφωνίες σε σταθερές τιμές, νοικοκυριά και επιχειρήσεις παραμένουν εκτεθειμένα στα συνεχή σκαμπανεβάσματα της χονδρικής αγοράς.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι υπάρχει άλλος δρόμος:
• Στην Ισπανία το 2025 το 36,4% της ηλεκτρικής ενέργειας διακινήθηκε μέσω διμερών συμβολαίων, έναντι 63,6% στη spot αγορά.
• Στη Γερμανία λειτουργεί παράλληλα με τα χρηματιστήρια μια εξαιρετικά ανεπτυγμένη εξωχρηματιστηριακή αγορά διμερών συναλλαγών (OTC), με όγκους συναλλαγών πολλαπλάσιους της ετήσιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Το πρόβλημα επιτείνεται από τον ίδιο τον τρόπο διαμόρφωσης της τιμής στην Αγορά Επόμενης Ημέρας στο Χρηματιστήριο Ενέργειας. Στο σύστημα οριακής τιμολόγησης, η τιμή εκκαθάρισης καθορίζεται από την τελευταία αναγκαία προσφορά που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση. Έτσι, όταν για την κάλυψη της ζήτησης απαιτείται ακριβότερη μονάδα —συχνά φυσικού αερίου—, η τιμή αυτή μπορεί να καθορίσει την τιμή εκκαθάρισης της αγοράς για όλη την υπόλοιπη παραγωγή, έστω και αν αυτή παράχθηκε πολύ φθηνά μέσω υδροηλεκτρικών, φωτοβολταϊκών, ανεμογεννητριών κ.λπ.
Η κυβέρνηση εθελοτυφλεί μπροστά στο πασιφανές γεγονός ότι η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, με σημαντικό μέρος της παραγωγής και της προμήθειας να ελέγχεται από περιορισμένο αριθμό μεγάλων, καθετοποιημένων ενεργειακών ομίλων, όπως: η ΔΕΗ, η METLEN, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ/ΗΡΩΝ, η Motor Oil/nrg και η HELLENiQ ENERGY/Enerwave, οι οποίοι διαθέτουν παρουσία τόσο στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας όσο και στη λιανική αγορά. Η συγκέντρωση αυτή προκαλεί στρεβλώσεις στην τιμολόγηση με καθοριστικά επιζήμιες συνέπειες για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, παραμένει το ερώτημα σχετικά με τη δυνατότητα αποτελεσματικής εποπτείας του ανταγωνισμού και της λειτουργίας της χονδρεμπορικής αγοράς.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι, δυστυχώς, ότι το χαμηλό κόστος του ήλιου, του ανέμου και των υδάτινων πόρων δεν μεταφέρεται αυτομάτως στον Έλληνα καταναλωτή, ενώ η μεταβλητότητα της βραχυχρόνιας αγοράς μεταφέρεται πολύ ευκολότερα στον λογαριασμό του.
Η ΝΙΚΗ προτείνει πρώτα απ’ όλα:
• Την κατάργηση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας και τη ριζική αλλαγή του τρόπου διαμόρφωσης της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος.
• Ενώ, σε πρώτη φάση, πρέπει να περιοριστεί δραστικά το ποσοστό της ενέργειας που περνά από τη βραχυχρόνια χρηματιστηριακή αγορά, με πολύ μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής να διακινείται απευθείας μέσω διμερών και μακροχρόνιων συμβολαίων, όπως ήδη συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
Περαιτέρω απαιτούνται:
• Μακροχρόνιες συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε κυρίως η παραγωγή από ΑΠΕ να διατίθεται σε σταθερές τιμές.
• Αμφίδρομες συμβάσεις επί διαφοράς, ώστε τα πρόσθετα έσοδα, όταν οι τιμές ανεβαίνουν πάνω από την τιμή αναφοράς, να επιστρέφουν προς όφελος των καταναλωτών.
• Δεσμευτικοί στόχοι αποθήκευσης και ενίσχυση των δικτύων, ώστε η φθηνότερη ενέργεια από ΑΠΕ να αξιοποιείται όταν υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη.
Οι επιδοτήσεις εκ των υστέρων δεν διορθώνουν τον μηχανισμό που γεννά το πρόβλημα. Χρησιμοποιούν δημόσιους πόρους για να περιορίσουν τις συνέπειές του, αφού αυτές έχουν ήδη μεταφερθεί στην οικονομία. Η ενέργεια είναι βασικό κοινωνικό αγαθό και θεμέλιο της παραγωγής, όχι πεδίο μόνιμης αφαίμαξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Αντώνης Καλόγηρος
Υπεύθυνος Θ.Ο. Εθνικής Οικονομίας
& Ομάδας Οικονομικών της ΝΙΚΗΣ

