Ο βουλευτής Λαρίσης και Αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ, Γεώργιος Ρούντας, προχώρησε σε σκληρή πολιτική παρέμβαση και δευτερολογία στην Ολομέλεια της Βουλής, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, αναδεικνύοντας τις γκρίζες ζώνες, τις θεσμικές παρεκκλίσεις και τις ψηφιακές αστοχίες που, όπως τόνισε, βαραίνουν την κυβερνητική πολιτική.
Από την αρχική του παρέμβαση, ο κ. Ρούντας στήριξε την ένσταση συνταγματικότητας, καταγγέλλοντας την επιλογή της κυβέρνησης να εισαγάγει ρύθμιση που αφορά την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών μέσα σε άσχετο νομοσχέδιο για ψηφιακές υπηρεσίες.
«Όταν μια κυβέρνηση δεν τολμά να φέρει καθαρά και ξάστερα μια ρύθμιση που αφορά την ΕΥΠ και τη βάζει πονηρά και ύπουλα στις λοιπές διατάξεις, τότε ομολογεί ότι φοβάται τον δημόσιο έλεγχο», σημείωσε.
Ο Αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ έκανε λόγο για παραβίαση του κράτους δικαίου και της αρχής της ισότητας, υπογραμμίζοντας ότι η επίκληση της διαβούλευσης δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι συνταγματικότητας. Με ιδιαίτερη ένταση, συνέδεσε τη διάταξη με το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων και το Predator, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει την ΕΥΠ ως προσωπικό εργαλείο πολιτικής επιβίωσης και επιρροής.
Στη δευτερολογία του, ο Γεώργιος Ρούντας απάντησε ευθέως στις κυβερνητικές αιτιάσεις περί «αντιπολίτευσης χωρίς όρια».
«Το πρόβλημα είναι ότι ασκείται κυβερνητική πολιτική χωρίς όρια. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι αυτό φάνηκε καθαρά στο σκάνδαλο των υποκλοπών.
Με αιχμηρή διατύπωση, κατηγόρησε τη Νέα Δημοκρατία για σιωπή απέναντι στις παρακολουθήσεις, λέγοντας ότι κανείς από την κυβέρνηση και τους βουλευτές της δεν αντέδρασε ουσιαστικά. «Έχετε αποδεχθεί τον πολιτικό ευνουχισμό σας από τον πρόεδρο του κόμματός σας», είπε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στο ζήτημα του Εθνικού Συστήματος Αιμοδοσίας, υποστηρίζοντας ότι από τα έγγραφα που κατατέθηκαν δεν προκύπτει σύμφωνη γνώμη του ΕΚΕΑ. Όπως ανέφερε, οι σχετικές εκτελεστικές συμβάσεις είχαν υπογραφεί χωρίς να έχει προηγηθεί η απαιτούμενη ενημέρωση.
«Αυτό είναι μείζον ζήτημα. Υπάρχει παρανομία», τόνισε, ζητώντας σαφείς απαντήσεις από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου.
Ο κ. Ρούντας επανήλθε και στο Κτηματολόγιο, το οποίο χαρακτήρισε με καυστικό τρόπο «εκκρεμολόγιο», αναφερόμενος σε τέσσερα εκατομμύρια ιδιοκτησίες αγνώστου ιδιοκτήτη και σε σοβαρή υποστελέχωση των υπηρεσιών. Ασκώντας κριτική στην κυβερνητική εμμονή με την τεχνητή νοημοσύνη, διερωτήθηκε τι μπορεί να απαντήσει ένα chatbot όταν απουσιάζει ο ανθρώπινος παράγοντας.
«Άμα κάνει λάθος η αυτοματοποιημένη διοίκηση, ποιος θα ευθύνεται;», ρώτησε, θέτοντας το κρίσιμο ζήτημα της ευθύνης στο ψηφιακό κράτος.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις ψηφιακές κάμερες και σε λανθασμένες κλήσεις πολιτών, φέρνοντας παραδείγματα προστίμων για ζώνη συνοδηγού ενώ δεν υπήρχε συνοδηγός και για χρήση κινητού, ενώ επρόκειτο για ηλεκτρονικό τσιγάρο. Όπως υπογράμμισε, οι ψηφιακές τεχνολογίες δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την κρίση του ανθρώπου.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και το ψηφιακό πορτοφόλι, τα κενά ασφάλειας και τον προσωπικό αριθμό στις ταυτότητες. Κατήγγειλε την κυβερνητική πρακτική να διορθώνει ένα λάθος με νέο λάθος, μέσω ψηφιακών αντιγράφων ταυτότητας από το Wallet.
«Θα παίρνατε ποτέ από μια τράπεζα μια κάρτα που θα έχει χαραγμένο για πάντα το PIN; Όχι. Γιατί να το υποστούν αυτό οι Έλληνες; Δεν τους αξίζει», ανέφερε.
Κλείνοντας, ο Γεώργιος Ρούντας ξεκαθάρισε ότι η ΝΙΚΗ καταψηφίζει το νομοσχέδιο, θέτοντας στο επίκεντρο το κράτος δικαίου, τη στελέχωση των υπηρεσιών, την ασφάλεια των πολιτών και τη θεσμική λογοδοσία.
«Το πρόβλημα στη σύγχρονη ελληνική δημοκρατία δεν είναι απλά να φύγει η κυβέρνησή σας. Είναι να επανέλθει η εξουσία στους Έλληνες πολίτες», κατέληξε.

