Η πρόσφατη υποχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις αυστηρότερες απαιτήσεις ESG (Environmental, Social, Governance) και η χαλάρωση των εταιρικών ρυθμιστικών υποχρεώσεων (όπως το CSRD), δεν σηματοδοτεί μόνο μια πανευρωπαϊκή στροφή στο ζήτημα αλλά δημιουργεί συγκεκριμένες θετικές προοπτικές και ευκαιρίες για την ελληνική οικονομία και τις επιχειρήσεις.
Η δραστική μείωση των απαιτήσεων αναφοράς βιωσιμότητας για τις εταιρείες συνεπάγεται άμεση μείωση της γραφειοκρατίας και του κόστους συμμόρφωσης. Οι επιχειρήσεις μπορούν να διοχετεύσουν αυτούς τους πόρους στην παραγωγική διαδικασία αντί στη σύνταξη εκτενών εκθέσεων.
Επίσης η λιγότερο πιεστική πράσινη ατζέντα δίνει στις ελληνικές επιχειρήσεις, πολλές εκ των οποίων είναι μικρομεσαίες, τη δυνατότητα να επιλέξουν επενδυτικά σχέδια με κριτήριο την άμεση οικονομική αποδοτικότητα και όχι μόνο την κλιματική συμμόρφωση. Αυτό μπορεί να επιταχύνει την ανάπτυξη σε τομείς που ήταν προηγουμένως επιβαρυμένοι.
Η αναγνώριση της ανάγκης για ενεργειακή ασφάλεια έναντι της αποκλειστικής εστίασης στην ταχεία απανθρακοποίηση (decarbonization) είναι κρίσιμη για την Ελλάδα, μια χώρα εξαρτημένη από τις εισαγωγές ενέργειας.
Η υποχώρηση των ελίτ της ΕΕ προέρχεται και από τον φόβο κοινωνικών αναταραχών λόγω του κινδύνου διακοπών ρεύματος. Η Ελλάδα, διατηρώντας ή ενισχύοντας τις συμβατικές πηγές ενέργειας κατά τη μεταβατική περίοδο, θωρακίζει το δίκτυό της, εξασφαλίζοντας την πολιτική και κοινωνική σταθερότητα.
Η ελληνική ναυτιλία, κορυφαία παγκοσμίως, και η εγχώρια βιομηχανία μπορούν να επωφεληθούν άμεσα από την ανατροπή του κλιματικού παραλογισμού που επικρατεί τα τελευταία χρόνια:
Η χαλάρωση των πιέσεων για άμεση και δαπανηρή μετάβαση σε πράσινα καύσιμα για όλα τα πλοία μπορεί να δώσει στην ελληνική ναυτιλία τον απαραίτητο χρόνο και την ευελιξία για να επενδύσει σε βιώσιμες και ρεαλιστικές λύσεις χωρίς να διακινδυνεύσει την παγκόσμια ανταγωνιστικότητά της.
Η μείωση των πράσινων φόρων και εισφορών μπορεί να λειτουργήσει επίσης ως ασπίδα προστασίας για τις παραγωγικές μονάδες της χώρας μας, ενθαρρύνοντας τη διατήρηση και επέκταση της εγχώριας παραγωγής.
Εν κατακλείδι, η πολιτική κωλοτούμπα της ΕΕ, αν και ερμηνεύεται ως υποχώρηση από τους φανατικούς υποστηρικτές της κλιματικής ατζέντας, για την Ελλάδα μεταφράζεται σε ρεαλισμό, οικονομική ανάσα και ενίσχυση της ενεργειακής της αυτονομίας στη δύσκολη μετάβαση του 21ου αιώνα.
Και στον τουριστικό τομέα όμως, η χαλάρωση των αυστηρών κλιματικών και άλλων παρεμφερών πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιουργεί θετικές επιπτώσεις και ευκαιρίες για την Ελλάδα, ενισχύοντας τον ρόλο της ως κορυφαίου μεσογειακού προορισμού.
Η χαλάρωση των αυστηρών ESG κριτηρίων δίνει στις τουριστικές επιχειρήσεις τη δυνατότητα να επιλέγουν ανακαινίσεις και επενδύσεις που μεγιστοποιούν την ποιότητα των υπηρεσιών και την άμεση απόδοση, αντί να δεσμεύουν κεφάλαια αποκλειστικά σε εξαιρετικά δαπανηρές και ίσως μη απαραίτητες πράσινες πιστοποιήσεις και εξοπλισμό.
Η Ελλάδα ως προορισμός μπορεί να γίνει ακόμα πιο ανταγωνιστική έναντι τρίτων χωρών.
Η ανακούφιση του ευρωπαϊκού τομέα μεταφορών (αεροπορικές εταιρείες, ακτοπλοΐα) από εξαιρετικά αυστηρούς κανονισμούς και φόρους άνθρακα, μπορεί να συμβάλει στη συγκράτηση του κόστους των αεροπορικών εισιτηρίων και των ναύλων. Αυτό καθιστά την Ελλάδα, ως προορισμό, πιο προσιτή και ελκυστική για τον μέσο Ευρωπαίο τουρίστα.
Η μείωση των ρυθμιστικών εμποδίων που σχετίζονται με την εταιρική βιωσιμότητα (CSRD) διευκολύνει τις ξένες επενδύσεις στον ελληνικό τουριστικό τομέα, επιταχύνοντας την ανάπτυξη νέων υποδομών (ξενοδοχεία, μαρίνες) χωρίς χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες συμμόρφωσης.
Η διατήρηση και η σταθερή λειτουργία των συμβατικών μονάδων παραγωγής ενέργειας, ιδιαίτερα στα μη διασυνδεδεμένα νησιά, είναι ζωτικής σημασίας για την απρόσκοπτη λειτουργία του τουρισμού κατά την αιχμή της ζήτησης. Η αποφυγή του κινδύνου blackout, είναι κρίσιμη για την εικόνα της χώρας.
Η απελευθέρωση πόρων από την υπερβολική εστίαση στην κλιματική πολιτική της ΕΕ επιτρέπει στην Ελλάδα να διοχετεύσει κεφάλαια και ενέργεια σε άμεσες δράσεις προσαρμογής (αντιπλημμυρικά έργα, αντιπυρικές ζώνες) που προστατεύουν άμεσα τις τουριστικές υποδομές και την πολιτιστική κληρονομιά, αντί να επικεντρώνεται σε μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις με αβέβαιο άμεσο αντίκτυπο.
Η στροφή αυτή επιτρέπει στον ελληνικό τουρισμό να μεγιστοποιήσει την ανταγωνιστικότητά του και την κερδοφορία του, εστιάζοντας στην ποιότητα των υπηρεσιών και την προσβασιμότητα, χωρίς να επιβαρύνεται από εξαιρετικά δαπανηρές και άκαμπτες ευρωπαϊκές πράσινες εντολές.
Η αρχική τακτική της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας στο ζήτημα, χαρακτηρίστηκε από μια θλιβερή υποταγή του εθνικού οικονομικού συμφέροντος στις ελίτ των Βρυξελλών. Αντί να χρησιμοποιηθεί το πολιτικό κεφάλαιο της χώρας για να διαπραγματευτεί ρεαλιστικούς όρους μετάβασης που σέβονται τον ειδικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας —που θεμελιώνεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στην παγκόσμια ναυτιλιακή μας δύναμη— η κυβέρνηση επέλεξε τον δρόμο της τυφλής και πρόθυμης συμμόρφωσης.
Η άμεση και ολική υιοθέτηση των πολύπλοκων, ξενόφερτων κανονισμών, όπως οι απαιτήσεις ESG και CSRD, υπήρξε μια στρατηγική αποτυχία. Αποτέλεσε έναν αυτοεπιβαλλόμενο στραγγαλισμό της ελληνικής επιχειρηματικότητας μέσω ασφυκτικής γραφειοκρατίας και κόστους, μόνο και μόνο για την τήρηση μιας Ευρωπαϊκής ιδεολογικής ομοιομορφίας, η οποία τελικά αποδείχθηκε ανέφικτη και αντι-οικονομική από την ίδια την Ευρώπη.
Αυτή η στρατηγική υποτέλεια εκδηλώθηκε με τραγικό τρόπο σε δύο κρίσιμους εθνικούς πυλώνες: την Ελληνική Ναυτιλία και την Ενεργειακή Ασφάλεια. Η αδυναμία της κυβέρνησης να προστατεύσει τον κορυφαίο εθνικό στόλο από τους δυσανάλογους ευρωπαϊκούς πράσινους φόρους και τους κανόνες απανθρακοποίησης (FuelEU Maritime) συνιστά πληγή στην εθνική οικονομία και στην παγκόσμια κυριαρχία της ελληνικής ναυτιλίας.
Παράλληλα, ο ιδεολογικός διωγμός των συμβατικών πηγών (λιγνίτης), που οδήγησε σε κίνδυνο blackout και σε ενεργειακή ανασφάλεια, απέδειξε ότι η κυβέρνηση έθεσε την οσφυοκαμψία που την χαρακτηρίζει πάνω από το εθνικό όφελος. Η στροφή της Ε.Ε. στον ρεαλισμό έρχεται απλώς να επιβεβαιώσει ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να είχε ακολουθήσει εθνική στρατηγική και όχι πρόθυμη συμμόρφωση, για να θωρακίσει τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της.
Η ΝΙΚΗ είναι διαχρονικά αντίθετη στην υπερβολική και ιδεοληπτική πράσινη ατζέντα των Βρυξελλών. Δίνουμε προτεραιότητα στην εθνική παραγωγή, την ενεργειακή αυτονομία και την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων έναντι των διεθνών γραφειοκρατικών επιταγών. Η μείωση του διοικητικού φόρτου και η ελευθερία επιλογής επενδύσεων με κριτήριο την άμεση αποδοτικότητα, συνάδει με την προσήλωση του κινήματος στον οικονομικό ρεαλισμό και τη θωράκιση του ελληνικού νοικοκυριού από τις αυξήσεις στο κόστος ενέργειας που προκαλούνται από την άκριτη εφαρμογή άκαμπτων περιβαλλοντικών κανόνων.
Επιπλέον, η ενεργειακή ασφάλεια και η αποφυγή του κινδύνου blackout στα μη διασυνδεδεμένα νησιά και τη βιομηχανία, αποτελεί κεντρικό πυλώνα της πολιτικής φιλοσοφίας της ΝΙΚΗΣ.
Υποστηρίζουμε την ανάγκη διατήρησης των συμβατικών πηγών ενέργειας κατά τη μεταβατική περίοδο ως μέσο εθνικής κυριαρχίας και πολιτικής σταθερότητας.
Για τη ΝΙΚΗ, η απελευθέρωση πόρων από την υπερβολική εστίαση στην κλιματική πολιτική της ΕΕ πρέπει να διοχετευθεί σε άμεσες δράσεις προσαρμογής (όπως αντιπλημμυρικά και αντιπυρικά έργα) που προστατεύουν άμεσα τη ζωή, την περιουσία και τις τουριστικές υποδομές, αντί για μακροπρόθεσμες, αβέβαιες και δαπανηρές παρεμβάσεις που υπαγορεύονται από εξωγενείς παράγοντες.
Η στροφή αυτή αποτελεί για εμάς μια ρεαλιστική και πατριωτική απάντηση στις προκλήσεις του 21ου αιώνα.
Χριστόδουλος Μολύβας
Επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Ανάπτυξης και Επενδύσεων

