Τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το 2024, σε συνδυασμό και με τα δεδομένα των Eurostat και ΟΟΣΑ, αποκαλύπτουν μια ανησυχητική εικόνα για την κατάσταση της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα. Οι συνολικές δαπάνες υγείας αυξήθηκαν κατά 5,1% σε σχέση με το 2023, φτάνοντας τα 12,8 δισ. ευρώ, ή το 9,92% του ΑΕΠ. Παρά αυτήν την αύξηση, η Ελλάδα παραμένει σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που κυμαίνεται μεταξύ 10% και 11% του ΑΕΠ.
Η συμμετοχή του δημόσιου τομέα μειώθηκε σε 60,6% από 61,1% το 2023, ενώ η ιδιωτική χρηματοδότηση αυξήθηκε σε 39,1%, γεγονός που επιβεβαιώνει την τάση μεταφοράς του οικονομικού βάρους στους πολίτες. Η αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης περιορίστηκε στο 4,2%, ενώ η ιδιωτική χρηματοδότηση ανέβηκε κατά 6,5%. Τα νοικοκυριά και οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες επωμίζονται ολοένα μεγαλύτερο κόστος, κυρίως σε υπηρεσίες αποκατάστασης, φαρμακευτικά προϊόντα και εξωνοσοκομειακή φροντίδα, ενώ η δημόσια δαπάνη επικεντρώνεται κυρίως στα νοσοκομεία και τις δομές νοσηλευτικής φροντίδας.
Η έκθεση του ΟΟΣΑ “Health at a Glance 2025” δείχνει ότι η Ελλάδα καταγράφει από τις υψηλότερες ανεκπλήρωτες ανάγκες υγειονομικής φροντίδας στην Ευρώπη. Περίπου το 36% των Ελλήνων αναφέρουν ότι δεν έλαβαν την αναγκαία περίθαλψη λόγω κόστους ή μεγάλων λιστών αναμονής, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 15%. Η χώρα υστερεί επίσης σε προληπτικές εξετάσεις, με μόλις το 14,5% των γυναικών να έχει πραγματοποιήσει μαστογραφία. Παρά τον υψηλό αριθμό ιατρών, η έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού παραμένει σοβαρή.
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των δημόσιων νοσοκομείων προς προμηθευτές, οι οποίες φτάνουν περίπου τα 1,47–1,5 δισ. ευρώ, ποσό αντίστοιχο με το πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού. Τα χρέη αυτά έχουν αυξηθεί κατά 348% την περίοδο 2018–2025 και παραμένουν εκτός στόχου, καθώς τα νοσοκομεία αδυνατούν να τα αποπληρώσουν εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, παρά τις έκτακτες χρηματοδοτήσεις. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι η αύξηση της δημόσιας δαπάνης δεν αποτυπώνεται στην καθημερινή φροντίδα των ασθενών, αλλά κατευθύνεται κυρίως στην κάλυψη κόστους υλικών, εξοπλισμού και χρεών.
Η σύνθεση της δαπάνης αποκαλύπτει επίσης και ένα «αόρατο έλλειμμα». Ενώ οι συνολικές δαπάνες αυξάνονται, οι πολίτες επιβαρύνονται δυσανάλογα, με τις ιδιωτικές πληρωμές να είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Οι κρατικές δαπάνες υγείας είναι κατά 5,5% χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ οι ιδιωτικές δαπάνες φτάνουν το 35% και οι ανικανοποίητες ανάγκες υγείας αγγίζουν το 36%, έναντι 15% στην ΕΕ.
Για τη ΝΙΚΗ, η κατάσταση αυτή αποτελεί απόδειξη αποτυχίας της πολιτικής ηγεσίας να διασφαλίσει καθολική και ίση πρόσβαση στην υγεία. Η μετατόπιση πόρων προς τον ιδιωτικό τομέα και η ενίσχυση της ιδιωτικής συμμετοχής αφήνουν τους πολίτες εκτεθειμένους σε οικονομικές επιβαρύνσεις και ανισότητες γι’ αυτό το Κίνημα καλεί την κυβέρνηση να αναλάβει άμεσες και ουσιαστικές πρωτοβουλίες για:
- Την ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης στις κρίσιμες υπηρεσίες περίθαλψης και αποκατάστασης.
- Τη διασφάλιση ίσης πρόσβασης σε όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως εισοδήματος.
- Τον περιορισμό της ιδιωτικοποίησης και της εξάρτησης των νοικοκυριών από ιδιωτικές πληρωμές.
- Την προώθηση ενός ισχυρού και καθολικά προσβάσιμου συστήματος υγείας που προστατεύει τη ζωή και την υγεία του ελληνικού λαού.
Η δημόσια υγεία είναι θεμελιώδες δικαίωμα κάθε πολίτη και η συνεχιζόμενη υποχώρηση του δημόσιου τομέα σε συνδυασμό με την αύξηση της ιδιωτικής επιβάρυνσης δεν μπορεί να γίνει πλέον αποδεκτή. Η κυβέρνηση φέρει πλήρη ευθύνη και οφείλει να δράσει άμεσα, πριν οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών γίνουν μη αναστρέψιμες.


