Το εμπορικό ισοζύγιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθεί να εμφανίζεται πλεονασματικό, όμως τα σωρευτικά στοιχεία αποκαλύπτουν μια σαφή επιδείνωση της πραγματικής εμπορικής της θέσης. Την περίοδο Ιανουαρίου–Νοεμβρίου 2025, το πλεόνασμα της ΕΕ στο εμπόριο αγαθών με τον υπόλοιπο κόσμο διαμορφώθηκε σε € 122,4 δισ., μειωμένο κατά 5% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024 και μάλιστα σε ένα περιβάλλον όπου οι εισαγωγές αυξάνονται ταχύτερα από τις εξαγωγές, υποδηλώνοντας απώλεια δυναμικής της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η γεωγραφική διάρθρωση του εμπορίου, σύμφωνα με τη Eurostat. Η σχέση της ΕΕ με την Κίνα παραμένει βαθιά ασύμμετρη, με διαρθρωτικά υψηλό εμπορικό έλλειμμα που αντανακλά την εξάρτηση από κινεζικές βιομηχανικές και τεχνολογικές εισαγωγές. Σε ετήσια βάση, οι εισαγωγές της ΕΕ από την Κίνα υπερβαίνουν κατά πολύ τις εξαγωγές (εισαγωγές: € 564,5 δις. / εξαγωγές: € 280,5 δις.), αποτυπώνοντας τη μεταφορά κρίσιμων παραγωγικών αλυσίδων προστιθέμενης αξίας εκτός Ευρώπης.
Παράλληλα, η ΕΕ διατηρεί ελλείμματα ή περιορισμένα πλεονάσματα και με άλλες περιοχές της Ασίας, καθώς και με βασικούς προμηθευτές ενδιάμεσων προϊόντων και πρώτων υλών, γεγονός που ενισχύει τη γεωοικονομική της ευαλωτότητα. Η συνολική τάση δείχνει ότι η ΕΕ εξαρτάται ολοένα περισσότερο από εισαγωγές κρίσιμων αγαθών, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της εξαγωγικής της βάσης.
Για την Ελλάδα, η έντονη εξάρτηση της ΕΕ από τρίτες χώρες, έχει συνέπειες στην δημιουργία του τεράστιου ελλείματος στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών της το οποίο διαμορφώθηκε σε -16,9 δις ευρώ το 2024 και 14,1 δις ευρώ το 2025 ενώ παραμένει επί δεκαετίες ελλειμματικό με σημαντική επιδείνωση από το 2020 –ανάληψη κυβέρνησης Μητσοτάκη- με αποκορύφωμα το 2023 οπότε και διαμορφώθηκε σε -22,2 δις ευρώ.
Ομοίως για το Εμπορικό Ισοζύγιο Αγαθών το οποίο διαμορφώθηκε στο τερατώδες -35,6 δις ευρώ το 2024 και -33,5 δις ευρώ το 2025 ενώ επίσης επιδεινώθηκε σημαντικά από το 2020 με αποκορύφωμα το 2022 οπότε και διαμορφώθηκε στα -39,5 δις ευρώ.
Η εξάρτηση της ΕΕ από τρίτες χώρες λειτουργεί σαν ένας πολλαπλασιαστής κόστους και κινδύνου για την ελληνική οικονομία. Κάθε κρίση –όπως η πολεμική σύρραξη ΗΠΑ, Ισραήλ εναντίον Ιράν- που αυξάνει το ενεργειακό κόστος ή διαταράσσει το παγκόσμιο εμπόριο επιβαρύνει άμεσα το ήδη ελλειμματικό Εμπορικό Ισοζύγιο της χώρας, αυξάνοντας το κόστος εισαγωγών και πλήττοντας βασικούς τομείς όπως η ναυτιλία. Η δομική εξάρτηση της Ε.Ε. από τρίτες χώρες έχει σαν άμεση συνέπεια η Ελλάδα σαν εισαγωγική χώρα να πλήττεται δυσανάλογα διευρύνοντας το έλλειμά της.
Περαιτέρω το έλλειμμα της ΕΕ έχει ως συνέπεια ο πληθωρισμός -ο οποίος προέρχεται από ακριβές εισαγωγές- να αυξάνει τα επιτόκια της ΕΚΤ οπότε χώρες με υψηλό Δημόσιο Χρέος όπως η Ελλάδα πλήττονται περισσότερο. Η ελληνική οικονομία πλήττεται ακόμη περισσότερο δεδομένου ότι εισάγει από τις βόρειο-ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως την Γερμανία και την Ολλανδία, οι οποίες με την σειρά τους έχουν κάνει εισαγωγές πχ από την Κίνα οπότε η Ελλάδα καταβάλλει και την εισαγόμενη ακρίβεια και την προστιθέμενη αξία επί ευρωπαϊκού εδάφους.
Η ΝΙΚΗ με ερωτήσεις κοινοβουλευτικού ελέγχου και δελτία τύπου έχει επανειλημμένα επισημάνει τον κίνδυνο από το υψηλό Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών και το Εμπορικό Έλλειμμα και έχει προτείνει βασικές λύσεις τις οποίες η κυβέρνηση Μητσοτάκη αγνόησε επιδεικτικά. Προκειμένου να θωρακιστεί η Ελλάδα βελτιώνοντας το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών της και το Εμπορικό Ισοζύγιο θα πρέπει α. να μειώσει το ποσοστό ξένων-εισαγόμενων ενδιάμεσων προϊόντων που χρησιμοποιεί στην παραγωγή της πραγματοποιώντας στοχευμένες παραγωγικές επενδύσεις και β. να εστιάσει στην παραγωγή βιομηχανικών και μεταποιητικών προϊόντων υψηλής τεχνολογικής έντασης και καινοτομίας.
Αντώνης Καλόγηρος
Κωνσταντίνος Αγγέλου
Θ.Ο. Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ



