Τα τελευταία χρόνια, καθώς το διεθνές σύστημα μεταβάλλεται με ρυθμούς που δύσκολα επιτρέπουν σταθερές βεβαιότητες, επανέρχεται με ένταση η συζήτηση γύρω από τον ρόλο και το μέλλον του ΝΑΤΟ. Εκεί όπου άλλοτε η Συμμαχία λειτουργούσε σε ένα σχετικά προβλέψιμο πλαίσιο, σήμερα καλείται να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων ανταγωνισμών, αβεβαιότητας και επιστροφής της ισχύος ως κεντρικού παράγοντα. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, τίθεται αναπόφευκτα και το ερώτημα για το πώς χώρες όπως η Ελλάδα οφείλουν να τοποθετηθούν στρατηγικά.
Το ΝΑΤΟ δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε μια περίοδο φθοράς, αλλά μέσα σε μια βαθύτερη κρίση προσαρμογής, η οποία δεν αφορά μόνο την ισχύ του, αλλά τον ίδιο τον χαρακτήρα του. Μέχρι πρότινος λειτουργούσε ως συμμαχία αποτροπής σε έναν κόσμο καθαρών αντιπαραθέσεων, σήμερα καλείται να κινηθεί σε ένα περιβάλλον που αλλάζει ταχύτερα από όσο μπορούν να αλλάξουν οι ίδιες του οι δομές.
Οι στρατοί που το συγκροτούν, οι οποίοι διαμορφώθηκαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, εξελίχθηκαν σε δυνάμεις διαχείρισης κρίσεων, όταν η χρήση βίας ήταν περιορισμένη, ελεγχόμενη και πολιτικά επιτηρούμενη. Αυτή η εξέλιξη δεν ήταν τυχαία, αλλά αντανάκλαση κοινωνιών οι οποίες, καθώς ευημερούσαν και απομακρύνονταν από την εμπειρία του πολέμου, απαιτούσαν στρατούς πιο «ήπιους», πιο επαγγελματικούς, πιο αποστασιοποιημένους από τη λογική της θυσίας.
Όμως ο κόσμος που αναδύεται, δεν ακολουθεί αυτή τη λογική. Εκεί όπου επανεμφανίζονται συγκρούσεις υψηλής έντασης, όπου η φθορά και το κόστος γίνονται και πάλι καθοριστικοί παράγοντες, οι δυτικές κοινωνίες και οι στρατοί τους βρίσκονται αντιμέτωποι με μια αντίφαση που δεν μπορεί εύκολα να κρυφτεί. Θέλουν ισχύ, αλλά διστάζουν απέναντι στο τίμημα της ισχύος. Θέλουν αποτροπή, αλλά έχουν οικοδομήσει δομές που δυσκολεύονται να αντέξουν μια παρατεταμένη σύγκρουση.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα. Δεν είναι ότι το ΝΑΤΟ έχει αποδυναμωθεί με την κλασική έννοια, αλλά ότι έχει διαμορφωθεί για έναν τύπο σύγκρουσης που δεν είναι πλέον ο κυρίαρχος. Είδαμε ότι όπου απαιτείται αντοχή, κοινωνική συνοχή και αποδοχή κόστους, εμφανίζονται όρια, τα οποία δεν είναι τεχνικά αλλά πολιτικά και πολιτισμικά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ιδιόμορφη θέση. Από τη μία πλευρά ανήκει σε αυτό το δυτικό σύστημα, του οποίου οι στρατοί και οι κοινωνίες λειτουργούν με αυτούς τους περιορισμούς. Από την άλλη, βρίσκεται σε ένα περιβάλλον όπου η ένταση δεν είναι θεωρητική, αλλά διαρκής και συγκεκριμένη. Ενώ η αντιπαράθεση με την Τουρκία παραμένει ενεργή, βλέπουμε ότι η ανάγκη για πραγματική αποτροπή δεν μπορεί να υποκατασταθεί από γενικές διακηρύξεις ή συμμαχικές βεβαιότητες.
Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική στρατηγική δεν μπορεί να επιλέξει ούτε την ψευδαίσθηση της πλήρους αυτονομίας ούτε την άνεση της πλήρους εξάρτησης. Εκεί όπου ενισχύεται η συμμετοχή στις συμμαχίες, πρέπει ταυτόχρονα να ενισχύεται και η εθνική ικανότητα άμεσης αντίδρασης. Εκεί όπου αξιοποιούνται οι δομές του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης, πρέπει να διασφαλίζεται ότι η χώρα μπορεί να αντέξει και μόνη της, τουλάχιστον για όσο διάστημα απαιτείται ώστε να ενεργοποιηθούν οι ευρύτεροι μηχανισμοί.
Απέναντι στην Τουρκία, αυτό μεταφράζεται σε μια στάση που δεν βασίζεται σε ρητορική έντασης, αλλά σε συνδυασμό αξιοπιστίας και ετοιμότητας. Εκεί όπου η Ελλάδα εμφανίζεται ως σταθερός και χρήσιμος εταίρος, αυξάνει το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε πίεσης εις βάρος της. Και εκεί όπου διατηρεί πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες, αυξάνει το στρατιωτικό κόστος για όποιον θα επιχειρούσε να την αμφισβητήσει.
Τελικά, το ζήτημα δεν είναι αν το ΝΑΤΟ παρακμάζει ή μετασχηματίζεται. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν μπορεί να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που απαιτεί το διεθνές περιβάλλον. Και μέσα σε αυτή τη μετάβαση, χώρες όπως η Ελλάδα δεν έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν την απάντηση. Οφείλουν να κινηθούν μέσα στην αβεβαιότητα, εκεί όπου η ισχύς δεν θεωρείται δεδομένη, αλλά οικοδομείται καθημερινά.
Γεώργιος Νικολάκος
Αντιστράτηγος ε.α.

