Πολύτιμο χρόνο έχασε ο ΓΓΟΗΕ στη διαμεσολάβησή του προς επίλυση του Κυπριακού. Επανέρχεται τώρα, στα τέλη της θητείας του, με στόχο περισσότερο να αφήσει μιά κάποια παρακαταθήκη επί του θέματος στο διάδοχό του παρά να επιτύχει κάποια ουσιαστική πρόοδο.
Οι μέχρι τώρα προσπάθειές του άλλωστε, απεδείχθησαν νωθρές, άτολμες και ατελέσφορες αφού ως πραγματικό επίκεντρο είχαν το να μην δυσαρεστηθεί η Τουρκία. Η στάση αυτή είχε ως συνέπεια μία άτυπη, αργή αλλά και σταθερή διολίσθηση προς την κατεύθυνση ικανοποίησης κάποιων τουρκικών απαιτήσεων, έστω και ασήμαντων διαδικαστικών. Αφού άφησε σκόπιμα να διεξαχθεί πρώτα η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, ο Αντόνιο Γκουτέρες, επισκέπτεται στην Κύπρο (27-29τ.μ) έχοντας ως στόχο να πετύχει τη σύγκληση άτυπης Πενταμερούς Διάσκεψης για το Κυπριακό. Όπως έγινε γνωστό από τα Ηνωμένα Έθνη, τούτο θα γίνει εάν και εφόσον, διασφαλισθεί πως η νέα άτυπη σύναξη θα έχει προοπτική επιτυχίας. Δηλαδή, να δεσμευθούν οι εμπλεκόμενοι πριν τη σύγκληση της, ότι μετά την Πενταμερή θα υπάρξει συνέχεια, με στόχο πάντα την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Εάν τούτο δεν καταστεί εφικτό, ο Γενικός Γραμματέας θα συντηρήσει την προσπάθεια, επιλέγοντας να πραγματοποιήσει επαφές με τους εμπλεκόμενους, το Σεπτέμβριο, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Τούτο θα γίνει για την ομαλή διαβίβαση του «φακέλου Κύπρου», στο διάδοχό του.
Η Προσωπική Απεσταλμένη του ΓΓ του ΟΗΕ, Μαρία Άνχελα Ολγκίν Κουέγιαρ προετοίμασε το έδαφος της επίσκεψης με πληθώρα επαφών με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Εφτασε στην Κύπρο μετά από τις επαφές της σε Βρυξέλλες και Άγκυρα. Είχε τη Δευτέρα διαδοχικές συναντήσεις τόσο με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, όσο και με τον τουρκοκύπριο ηγέτη, Τουφάν Ερχιουμάν.
Ποιές είναι όμως οι τουρκικές απόψεις; Στις 20 Ιουλίου, στα πανηγύρια για την επέτειο της εισβολής, ο Τούρκος Αντιπρόεδρος Cevdet Yılmaz επανέλαβε ότι η μόνιμη λύση στο νησί περνά μέσα από την αναγνώριση της «κυριαρχικής ισότητας και του ισότιμου διεθνούς καθεστώτος των δύο κρατών». Η φράση αυτή αποτελεί και την τουρκική θέση στο Κυπριακό. Σημειώνεται ότι και ο ηγέτης της αποσχιστικής οντότητας, Τουφάν Έρχιουρμάν, σε έγγραφο που κατέθεσε στα Ηνωμένα Έθνη (περιλαμβάνεται στην έκθεση Γκουτέρες για τις “Καλές Υπηρεσίες”), σημειώνει ότι «η τουρκοκυπριακή πλευρά κατανοεί ότι η πολιτική ισότητα, καθώς και μια τελική διευθέτηση του κυπριακού ζητήματος με οποιαδήποτε μορφή, θα πρέπει να απορρέει και να βασίζεται στα εγγενή και αναφαίρετα ίσα κυριαρχικά δικαιώματα καθενός από τους δύο λαούς του νησιού». Ομως δεν φθάνει μόνο αυτό. Οι τουρκικές αξιώσεις είναι μεγαλύτερες! Προκειμένου να δεχθεί τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων και να συμμετάσχει σε μία 5μερή διάσκεψη όπως την επιθυμεί ο απερχόμενος κ. Γκουτέρες, η Άγκυρα ζητά, ως προκαταβολή, τρία, φαινομενικά άσχετα εχέγγυα:
— Το πρώτο, που διακαώς επιδιώκει η κατοχική δύναμη, είναι η συμμετοχή στο αμυντικό πρόγραμμα SAFE.
— Το δεύτερο, είναι το θέμα της άρσης των θεωρήσεων, όπου επίσης αντιμετωπίζει δυσκολίες.
— Το τρίτο, είναι η επικαιροποίηση/ αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ-Τουρκίας (στο πεδίο αυτό υπάρχουν εκατέρωθεν οικονομικά συμφέροντα, αλλά δεν μπορεί να προχωρήσει αυτόματα. Στις συζητήσεις που έχουν διεξαχθεί στο παρελθόν, υπήρξε πρόοδος, ωστόσο, είναι σαφές πως υπάρχουν υποχρεώσεις που πρέπει να υλοποιήσει η Τουρκία, περιλαμβανομένων και των “κυπρογενών”).
Για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Απώτερος στόχος των γειτόνων μας είναι η πλήρης ενσωμάτωση του συνόλου της Κύπρου στην Τουρκία. Αν αυτό δεν γίνει εγκαίρως κατανοητό, καταλήγουμε να παίζουμε το τουρκικό παιχνίδι εις βάρος των Κυπρίων αδελφών μας και του ελληνισμού γενικότερα.
Τί πράττει απέναντι σε όλα αυτά η χώρα μας; Η απάντηση είναι απλή: ΤΙΠΟΤΑ! Από το 1974 μέχρι σήμερα, η Ελλάδα σύρεται πίσω από τις τουρκικές θέσεις και απόψεις. Ξεκινήσαμε τότε ζητώντας την αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων και την επανένωση της νήσου.
Φθάσαμε σήμερα, 52 χρόνια μετά, να αποδεχόμαστε – και να διεκδικούμε μάλιστα(!) – την “διζωνική, δικοινοτική συνομοσπονδία”. Το άκρον-άωτον της διολίσθησης! Επί 52 χρόνια είμαστε μάρτυρες και θύματα των τουρκικών εμπαιγμών, συρόμενοι πίσω από τις τουρκικές απόψεις – και βλέψεις! Και κάθε φορά που τις πλησιάζουμε, η Τουρκία προχωρεί ένα βήμα παρακάτω. Τώρα, που ικανοποιήσαμε την τουρκική απαίτηση για “διζωνική, δικοινοτική συνομοσπονδία”, η Τουρκία προβάλλει ως λύση το ανεξάρτητο Τ/Κ κράτος. Ακόμη και αν συρθούμε έως εκεί (ο κ. Γεραπετρίτης δεν θα είχε ασφαλώς κάποια σοβαρή αντίρρηση), η Τουρκία δεν θα έθετε τέλος στις διεκδικήσεις της.
Θα προχωρούσε στο επόμενο βήμα, που δεν θα μπορούσε να είναι παρά η προσάρτηση της ΤΔΒΚ (πιθανότατα μέσω κάποιου σχετικού δημοψηφίσματος). Η Άγκυρα απεδείχθη άριστος μαθητής στο μάθημα των διεθνών σχέσεων και της διπλωματίας. Κάθεται στο πρώτο θρανίο και παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή τα διδασκόμενα. Εμείς επιλέξαμε τη “γαλαρία”, το τελευταίο θρανίο. Χαριεντιζόμαστε με τους διπλανούς μας, πετάμε χαρτάκια και σαίτες στους έμπροσθεν και κάνουμε τον έξυπνο χωρίς ποτέ να παρακολουθούμε το μάθημα. Στο τέλος της χρονιάς μένουμε βέβαια μονίμως μετεξεταστέοι. Αυτή είναι για μας η ιστορία του Κυπριακού.
Τί θα έπρεπε να κάνουμε; Πρωτίστως, να παραμείνουμε σταθεροί και ακλόνητοι στις θέσεις του 1974. Ακόμη και αν το Κυπριακό λυνόταν σε 10.000 χρόνια! Άλλωστε, η σήμερον επιδιωκόμενη λύση σε τί εξυπηρετεί την Κυπριακή Δημοκρατία και τους Κυπρίους αδελφούς; Ουσιαστικά, αποφέρει μόνο (εν αμφιβόλω) την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων. Ο,τιδήποτε άλλο θα έχει πλέον και νομίμως απωλεσθεί.
Κατά δεύτερο λόγο, κάθε φορά που η Άγκυρα προχωρεί ένα βήμα παρακάτω προβάλλοντας νέες απαιτήσεις, η Αθήνα θα έπρεπε να κάνει ένα βήμα πίσω προβάλλοντας παλαιότερες – και άρα “υγιέστερες” – θέσεις της. Αυτός θα ήταν ο ασφαλέστερος τρόπος για να πάρει το κατάλληλο μήνυμα η γείτων.
Υπάρχει και ένα τρίτο ζήτημα. Πήραμε ποτέ από το χέρι την Κύπρο, ως “μικρότερη αδελφή”, θέτοντάς την υπό την προστασία μας; Εγγυηθήκαμε ποτέ την ασφάλειά της; Στείλαμε ποτέ εκεί κάποια “Μεραρχία” όπως είχε πράξει ο Γ. Παπανδρέου το 1964; Συνεννοηθήκαμε ποτέ σοβαρά με την κυπριακή κυβέρνηση καταστρώνοντας κοινά σχέδια και συνδυάζοντας τις διπλωματικές προσπάθειες των δύο κρατών; Το ημέτερο ΥΠΕΞ δεν όφειλε να συμβουλεύσει και να παροτρύνει τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση; Μπορεί όμως;
Όταν κάθε κυβέρνηση, με κορωνίδα τη σημερινή, ποδηγετεί τους διπλωματικούς υπαλλήλους και επισείει το φόβητρο της υπηρεσιακής στασιμότητας επί της κεφαλής κάθε επίδοξου “αντιφρονούντα”, τί μπορεί να περιμένει κανείς; Αντί όλων αυτών οχυρωθήκαμε πίσω από το γελοίο, ανεύθυνο και επικίνδυνο εφεύρημα του “η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάς συμπαρίσταται”. Έτσι οδηγηθήκαμε εδώ που βρισκόμαστε σήμερα.
Αλλά τί θα έπρεπε να επιζητούμε ως Ελλάδα (και Κύπρος) ως λύση στο Κυπριακό;
Πρώτο και καλύτερο την πλήρη και οριστική αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων. Καμία διπλωματική επαφή, καμία διαπραγμάτευση υπό την απειλή της λόγχης του “Αττίλα”.
Δεύτερον, την αναγνώριση των τουρκοκυπρίων ως εθνικής μειονότητας επί τη βάσει της πληθυσμιακής κατάστασης του 1974, ήτοι 18%. Περαιτέρω, αποχώρηση των εποίκων και επαναπόδωση των παρανόμως κατασχεθεισών περιουσιών στους άμεσα δικαιούχους ή στους κληρονόμους τους.
Κατάργηση του Συντάγματος του 1960 και των προβλέψεων περί εγγυητριών δυνάμεων, πολιτειακών ρυθμίσεων και ΕΛΔΥΚ/ΤΟΥΡΔΥΚ μεταξύ άλλων. Κάθε άλλη λύση είναι επιζήμια για τον ελληνισμό και αποτελεί πρόκριμμα για μία ακόμη “χαμένη πατρίδα”.

