Ο βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ, Γεώργιος Ρούντας, τοποθετήθηκε στην Επιτροπή Αναθεώρησης της Βουλής για την κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης των άρθρων 78 και 79 του Συντάγματος, βάζοντας στο επίκεντρο το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα: ποιος θα αποφασίζει στο μέλλον για τη φορολογία, τις δημόσιες δαπάνες, τις επενδύσεις και τις κοινωνικές προτεραιότητες της χώρας.
Ο κ. Ρούντας αναφέρθηκε αρχικά στο άρθρο 78, το οποίο αφορά τη φορολογία και την απαγόρευση αναδρομικής επιβολής φόρων πέρα από το προηγούμενο οικονομικό έτος. Η κυβερνητική πρόταση εμφανίζεται με τον μανδύα της «ασφάλειας δικαίου» και της «σταθερότητας» για φορολογούμενους και επενδυτές. Πίσω από αυτήν τη διατύπωση, όμως, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ αναρωτιέται ποιοι θα απολαμβάνουν στην πράξη τις εγγυήσεις φορολογικής σταθερότητας.
«Ποιες είναι οι μεγάλες στρατηγικές επενδύσεις και γιατί να προβλέπονται τέτοιες εγγυήσεις φορολογικής σταθερότητας για αυτές και όχι για όλους τους υπόλοιπους Έλληνες επαγγελματίες, οι οποίοι στηρίζουν την ελληνική κοινωνία;» τόνισε χαρακτηριστικά.
Ο Γεώργιος Ρούντας έθεσε το ζήτημα της άνισής μεταχείρισης υπέρ συγκεκριμένων επενδυτικών σχημάτων, την ώρα που ο μικρομεσαίος επαγγελματίας, η ελληνική οικογένεια και η πραγματική παραγωγική βάση της χώρας βρίσκονται αντιμέτωποι με διαρκή φορολογική πίεση.
«Ίσως αυτή η πρόταση θα μπορούσε να θεωρηθεί μια αδικαιολόγητη διάκριση και άνιση μεταχείριση υπέρ πολυεθνικών και σε βάρος των ελληνικών νοικοκυριών», υπογράμμισε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο άρθρο 79, το οποίο αφορά τον κρατικό προϋπολογισμό, τον απολογισμό και τον γενικό ισολογισμό του κράτους. Η κυβερνητική κατεύθυνση, όπως ανέφερε, επιχειρεί να εισαγάγει τη λεγόμενη δημοσιονομική βιωσιμότητα ως συνταγματική υποχρέωση. Μια έννοια που ακούγεται τεχνική, όμως στην πράξη μπορεί να μετατρέψει τον προϋπολογισμό από κορυφαία πολιτική πράξη σε μηχανισμό αριθμητικής πειθαρχίας.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ σημείωσε ότι ο προϋπολογισμός αποτελεί την κατεξοχήν πράξη οικονομικής λαϊκής κυριαρχίας, επειδή μέσω αυτού αποφασίζεται πού κατευθύνονται οι πόροι του κράτους: στην άμυνα, στην υγεία, στην παιδεία, στις υποδομές, στην οικογένεια, στην προστασία των πιο αδύναμων.
«Ο προϋπολογισμός θα μετατραπεί από εργαλείο πολιτικής επιλογής σε έναν μηχανισμό αριθμητικής συμμόρφωσης», ανέφερε, προειδοποιώντας ότι η συνταγματική κατοχύρωση δημοσιονομικών δεσμεύσεων μπορεί να περιορίσει δραστικά τον ρόλο της Βουλής.
Σύμφωνα με τον Γεώργιο Ρούντα, η λεγόμενη δημοσιονομική πειθαρχία δεν είναι ουδέτερη τεχνική ρύθμιση. Είναι πολιτική επιλογή με βαρύ κοινωνικό αποτύπωμα. Όταν το κράτος δεσμεύεται συνταγματικά σε σκληρούς αριθμητικούς κανόνες, η προσαρμογή μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα σε κοινωνικές δαπάνες, δημόσιες υπηρεσίες και εισοδήματα. Δηλαδή, το κόστος πληρώνουν ξανά οι ευάλωτοι, οι οικογένειες, οι εργαζόμενοι και οι πολίτες που έχουν ήδη σηκώσει το βάρος των μνημονιακών πολιτικών.
«Αυτό θεωρούμε ότι δεν είναι δημοσιονομική υπευθυνότητα, αλλά θεσμική παραγωγή ύφεσης», είπε με νόημα.
Ο βουλευτής Λαρίσης στάθηκε και στο ζήτημα του λεγόμενου «φρένου χρέους», επισημαίνοντας ότι μπορεί να εμφανίζεται ως μέσο περιορισμού της υπερχρέωσης, όμως έχει σοβαρές παρενέργειες. Μπορεί να περιορίσει τις δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές, υγεία και εκπαίδευση, να δυσκολέψει την ανασυγκρότηση της χώρας μετά από κρίσεις και να αφαιρέσει από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις τη δυνατότητα άσκησης ουσιαστικής πολιτικής.
Η πιο σκληρή αιχμή του κ. Ρούντα αφορούσε τον μνημονιακό χαρακτήρα της πρότασης. Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει συνταγματικό έρεισμα σε μια πολιτική που η χώρα γνωρίζει καλά: λιτότητα, υπερφορολόγηση, υπερπλεονάσματα, υπερδανεισμός, ξεπούλημα δημόσιων υποδομών και παράδοση κρίσιμων κρατικών μηχανισμών στον έλεγχο των δανειστών.
«Είναι μια πολιτική απόφαση βαθιά αντικοινωνική και εθνικά επιζήμια, που απειλεί να μετατρέψει το Σύνταγμα των Ελλήνων από θεμέλιο ελευθερίας και δικαιοσύνης σε λογιστικό βιβλίο των δανειστών», τόνισε.
Κλείνοντας, ο Γεώργιος Ρούντας έδωσε καθαρό πολιτικό στίγμα. Η ΝΙΚΗ λέει ναι στη νοικοκυρεμένη διαχείριση, στην καταπολέμηση της σπατάλης και στη διαφάνεια. Στέκεται όμως απέναντι σε κάθε προσπάθεια να μετατραπεί το Σύνταγμα σε μόνιμο μηχανισμό λιτότητας, εις βάρος της εθνικής άμυνας, της πολύτεκνης οικογένειας, της δημόσιας υγείας, της κοινωνικής προστασίας και της αναπτυξιακής προοπτικής της πατρίδας.
«Το Σύνταγμα υπάρχει για να εγγυάται την αξιοπρέπεια του Έλληνα και όχι για να καθησυχάζει τις ελίτ», ανέφερε, καταλήγοντας ότι η Ελλάδα χρειάζεται ελεύθερα χέρια για να χτίσει, να επενδύσει και να αναγεννηθεί, όχι νέες αλυσίδες βαφτισμένες ως μεταρρυθμίσεις.

