Με μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση στην Ολομέλεια της Βουλής, ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ, Σπύρος Τσιρώνης, κατήγγειλε την κυβερνητική επιλογή για τη σύσταση του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.», υπογραμμίζοντας ότι πίσω από τις κυβερνητικές διακηρύξεις περί ανάπτυξης διαμορφώνεται ένα καθεστώς εμπορευματοποίησης των μνημείων, ιδιωτικοοικονομικής διαχείρισης του πολιτισμού και διοχέτευσης δημόσιου χρήματος προς ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ απάντησε από την αρχή της ομιλίας του στις κατηγορίες που είχαν προηγηθεί εις βάρος της αντιπολίτευσης και της ΝΙΚΗΣ από τον βουλευτή της ΝΔ, Γιώργο Αμυρά.
«Και ακριβώς με αυτές τις κατηγορίες που απαγγείλατε νωρίτερα και την αήθη επίθεση, γιατί μας είπατε κύριε συνάδελφε, κακοπροαίρετους, κακοθελητές, αδαείς, εγώ θα ξεκινήσω με την ευκαιρία που μου δίνεται να αποδείξω το αντίθετο», ανέφερε.
Ο Σπύρος Τσιρώνης στάθηκε στη βασική ιδεολογική σύγκρουση που προκαλεί η κυβερνητική αντίληψη για την πολιτιστική κληρονομιά, θέτοντας ευθέως το ερώτημα εάν η διαχείριση του πολιτισμού μπορεί να παραδοθεί σε εταιρικά σχήματα.
«Είπατε ότι τον πολιτισμό δεν τον φτιάχνουν οι κυβερνήσεις, δεν τον φτιάχνουν τα κοινοβούλια. Μήπως τον φτιάχνουν οι ανώνυμες εταιρείες. Και αυτή είναι η μεγάλη ιδεολογική μας διαφορά».
Τόνισε ότι η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από το κράτος σε μία ανώνυμη εταιρεία αποτελεί παραδοχή κυβερνητικής ανικανότητας και υποχώρηση της δημόσιας διοίκησης από τη συνταγματική της αποστολή.
«Γιατί εάν δεν μπορεί να το φτιάξει το κράτος ένας κρατικός φορέας και το μεταβιβάζουμε σε ανώνυμη εταιρεία, τότε είναι η παραδοχή ακριβώς όχι του επιτελικού κράτους, αλλά της ανυκανότητας να διοικήσετε το κράτος στους τομείς».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον χαρακτήρα των μνημείων ως φορέων εθνικής μνήμης και ιστορικής συνέχειας.
«Είναι ιστορικός τόπος. Είναι τόπος συνάντησης του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον των γενναιών. Της εθνικής συνείδησης. Της διαχρονικής εθνικής συνείδησης. Αυτό είναι για μας».
Παράλληλα, απέρριψε τον κυβερνητικό ισχυρισμό ότι ο νέος οργανισμός θα αποτελεί ουσιαστικά δημόσια εταιρεία, καταγγέλλοντας την άμεση εξάρτησή του από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία.
«Δεν είναι δημόσια εταιρεία. Είναι υπουργική εταιρεία», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ συνέδεσε την κυβερνητική αντίληψη για τον πολιτισμό με την επικοινωνία του Πρωθυπουργού με τον Κρίστοφερ Νόλαν για την κινηματογραφική μεταφορά της «Οδύσσειας», ασκώντας κριτική στην προβολή της εισπρακτικής επιτυχίας ως βασικού κριτηρίου αξιολόγησης ενός έργου που ανήκει στον πυρήνα της ελληνικής και παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
«Και αναρωτιόμαστε. Τι ακριβώς χειροκροτεί η ελληνική κυβέρνηση. Η Οδύσσια δεν είναι απλά κινηματογραφικό σενάριο. Είναι ένα από τα σπουδαιότερα έργα παγκόσμιας πολιτιστικής χειρονομιάς, η ψυχή της ελληνικής γραμματείας, αλλά και θεμέλιο του δυτικού πολιτισμού».
Ξεκαθάρισε ότι η ΝΙΚΗ δεν ζητά περιορισμό της καλλιτεχνικής δημιουργίας, επισημαίνοντας παράλληλα την υποχρέωση της ελληνικής Πολιτείας να προστατεύει την ιστορική ταυτότητα.
«Η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ελεύθερη και οφείλει να είναι. Όμως άλλο η καλλιτεχνική ελευθερία και άλλο η άκρητη επιδοκιμασία από το σώμα του πρωθυπουργού μιας χώρας, που φέρει την ευθύνη, ο πρωθυπουργός αυτός, να προστατεύει την ιστορική ταυτότητα».
Η αναφορά του Πρωθυπουργού στη μεγάλη εισπρακτική επιτυχία της παραγωγής αποτέλεσε, σύμφωνα με τον Σπύρο Τσιρώνη, αποκαλυπτικό στοιχείο της κυβερνητικής λογικής.
«Αυτό σας λένε οι αδαείς. Αλλά θέλει η κυβέρνηση να κρυφτεί και η αγορά δεν την αφήνει. Αυτή είναι η διαφορά».
Ο κ. Τσιρώνης κατήγγειλε ότι το νομοσχέδιο δεν αποτελεί διοικητική μεταρρύθμιση, καθώς προωθεί τη σταδιακή εκχώρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, της κινηματογραφικής παραγωγής και των δικαιωμάτων των δημιουργών σε ιδιωτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα.
«Πίσω από τις επικοινωνιακές διακηρύξεις, τις ανέξοδες μεγαλοστομίες και τα τεχνοκρατικά προσωπεία που συνοδεύουν το παράνομο σχέδιο αποκαλύπτεται μια συστηματική μεθοδευμένη επιχείρηση εμπορευματοποίησης σταδιακού ξεπουλήματος και τελικά παράδοση του ελληνικού πολιτιστικού πλούτου, της κινηματογραφικής παραγωγής και των δικαιωμάτων των δημιουργών σε μεγάλα ιδιωτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα».
Κατήγγειλε επίσης ότι το Υπουργείο Πολιτισμού εγκαταλείπει τον ρόλο του ως θεματοφύλακα της ιστορικής μνήμης και μετατρέπεται σε διαχειριστή ιδιωτικοποιήσεων.
«Αντί το Υπουργείο να σταθεί ως θεματοφύλακα ιστορικής μας μνήμης της καλλιτεχνικής δημιουργίας και των δικαιωμάτων των εργαζομένων, μετατρέπεται σε ένα αδίστακτο μάνατζερ ιδιωτικοποιήσεων».
Ο Σπύρος Τσιρώνης αναφέρθηκε στη σύντομη δημόσια διαβούλευση και στην κυβερνητική άρνηση να ακουστούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, των αρχαιολόγων και των ανθρώπων της τέχνης. Όπως σημείωσε, το νομοσχέδιο συντάχθηκε με διαδικασίες εξπρές και εικονική διαβούλευση μίας εβδομάδας, ενώ οι φορείς που εκπροσωπούν την πλειονότητα των εργαζομένων έμειναν εκτός της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.
«Η κυβέρνηση απαξίωσε πλήρως τη φωνή της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων του ΜΟΧΤΟΥ της τέχνης για να ικανοποιήσει απαιτήσεις λίγων μεγάλων καναλιών, εμπορικών εταιρειών παραγωγής αλλά και αμφιβόλων επενδυτών».
Σύμφωνα με τον βουλευτή της ΝΙΚΗΣ, η νέα ανώνυμη εταιρεία θα υποκαταστήσει ουσιαστικά τον ΟΔΑΠ, θα παραμερίσει την Αρχαιολογική Υπηρεσία και θα συγκεντρώσει τα έσοδα από την πολιτιστική κληρονομιά, λειτουργώντας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και χωρίς πραγματικό κοινοβουλευτικό έλεγχο.
«Αφαιρείται δηλαδή η λογοδοσία και ο κοινοβουλευτικός έλεγχος και μεταφέρεται η ευθύνη σε μια ανώνυμη εταιρεία με όρους αγοράς».
Προειδοποίησε ότι ένα διοικητικό συμβούλιο εταιρείας θα αποκτήσει τη δυνατότητα να επηρεάζει ακόμη και τη χάραξη της εθνικής πολιτικής για τα μνημεία.
«Και πού ακούστηκε μια ανώνυμη εταιρεία να υποκαθιστά το κράτος και την αρχαιολογική υπηρεσία στη χάραξη εθνικής πολιτικής», υπογράμμισε.
Η παραχώρηση μνημείων για ιδιωτικά γεύματα, δεξιώσεις και πριβέ εκδηλώσεις βρέθηκε στο επίκεντρο της κριτικής του.
«Μετατρέπεται τα μνημεία και τους αρχαιολογικούς χώρους σε ένα γραφικό σκηνικό για την πρόσκερη αποκόμιση κέρδους».
«Η γαστρονομία και η πολιτιστική μας κοιρονομία αντί να είναι προσβάσιμα κοινωνικά αγαθά με παιδευτικό, ιστορικό και αισθητικό περιεχόμενο για όλους τους πολίτες μετατρέπονται σε πεδίο εμπορικής εκμετάλλευσης και ιδιωτικής απόλαυσης λίγων εχόντων».
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ κατήγγειλε και την αποδυνάμωση της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, υποστηρίζοντας ότι αντί για προσλήψεις προσωπικού, χρηματοδότηση και ενίσχυση μιας υπηρεσίας με πενήντα χρόνια προσφοράς, συγκροτείται ένα ακόμη διοικητικό σχήμα με αυξημένο κόστος.
«Η υποστελεχομένη αρχαιολογική υπηρεσία παραγωνίζεται, ενώ τα κορδίλια κατευθύνονται σε διοικητικά συμβούλια, μάνατζερ και εργολάβους».
Ιδιαίτερα σφοδρή ήταν η επίθεσή του για τις διατάξεις που αφορούν τον οπτικοακουστικό τομέα και το ΕΚΟΜΕΔ, τις οποίες χαρακτήρισε προεκλογικό δώρο στα ιδιωτικά κανάλια και στις μεγάλες εταιρείες παραγωγής.
«Εδώ η κυβέρνηση αποκαλύπτει το πραγματικό της πρόσωπο. Ένα απροκάλυπτο προεκλογικό δώρο στους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών και στις μεγάλες εταιρείες παραγωγής».
Όπως επισήμανε, στο καθεστώς του cash rebate εντάσσονται reality, τηλεπαιχνίδια, talent shows και ψυχαγωγικές εκπομπές, με αποτέλεσμα οι φόροι των πολιτών να χρηματοδοτούν το εμπορικό πρόγραμμα ιδιωτικών σταθμών.
«Δημόσιο χρήμα, τα χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου, βαφτίζονται πολιτιστικά προϊόντα για να επιδοτούνται τα εμπορικά προγράμματα των ιδιωτικών καναλιών».
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, οι δεκαπέντε μεγαλύτερες εταιρείες απορροφούν το 67% των διαθέσιμων κονδυλίων, ενώ ο ελληνικός κινηματογράφος, το ντοκιμαντέρ, οι νέοι δημιουργοί και οι σεναριογράφοι παραμένουν χωρίς ουσιαστική στήριξη.
«Αντί να στηρίξει τον ανεξάρτητο ελληνικό κινηματογράφο, τον ντοκιμαντέρ, τους νέους δημιουργούς και το σενάριο, μετατρέπεται τον ΕΚΟΜΕΔ σε μηχανισμό επιδότησης του καθημερινού εμπορικού προγράμματος τηλεοπτικών σταθμών».
Ο Σπύρος Τσιρώνης ζήτησε η τήρηση των συλλογικών συμβάσεων και της εργατικής νομοθεσίας να αποτελεί υποχρεωτική προϋπόθεση για κάθε δημόσια χρηματοδότηση.
«Ακολουθήστε το γαλλικό μοντέλο, που αν δεν τηρείται η συλλογική σήμαση, δεν καταβάλλεται ούτε ένα ευρώ δημόσιας ενίσχυσης».
Κατήγγειλε ακόμη τις διατάξεις για το Μητρώο Απασχολουμένων στον Πολιτισμό και προειδοποίησε ότι χιλιάδες εργαζόμενοι που αμείβονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών κινδυνεύουν να αντιμετωπιστούν ως επιχειρηματίες και να χάσουν εποχικά επιδόματα και επιδόματα ανεργίας.
Αναφέρθηκε επίσης στις ρυθμίσεις για την πνευματική ιδιοκτησία, επισημαίνοντας ότι η τριετής ισχύς των αποφάσεων κατανομής της εύλογης αμοιβής παγιώνει αδικίες και αποκλείει κατηγορίες δικαιούχων, μεταξύ των οποίων και οι δημοσιογράφοι.
Κλείνοντας, ο βουλευτής Αχαΐας ξεκαθάρισε ότι η ΝΙΚΗ απορρίπτει επί της αρχής το νομοσχέδιο, καθώς μετατρέπει τα μνημεία σε εμπορικό προϊόν, αποδυναμώνει τις δημόσιες υπηρεσίες, διοχετεύει εκατομμύρια ευρώ σε τηλεοπτικά reality και αφήνει τους εργαζομένους απροστάτευτους.
«Ο πολιτισμός όμως δεν είναι εμπόρευμα. Δεν είναι πεδίο εξυπηρέτησης επιχρηματικών συμφερόντων. Είναι συλλογική μας μνήμη, η δημιουργία, είναι η εργασία χιλιάδων ανθρώπων, η ίδια η δημοκρατική αλλά και η κοινωνική μας ταυτότητα».
«Η πολιτιστική μας πληρονομιά και η σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία δεν χρειάζονται επιχειρηματικούς μάνατζερ. Δεν χρειάζονται VIP γεύματα πάνω στα μνημεία και στο δημόσιο χρήμα για τηλεοπτικά reality».
«Χρειάζονται ισχυρούς δημόσιους θεσμούς, διαφάνεια και πάνω απ’ όλα προστασία των ανθρώπων που παράγουν τον πολιτισμό. Με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην κοινωνία, την ιστορία αλλά και τους ανθρώπους της τέχνης, καταψηφίζουμε επί της αρχής το παρόνομο σχέδιο».





