Σκληρή πολιτική κριτική στην κυβέρνηση άσκησε από την Ολομέλεια της Βουλής ο βουλευτής Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ, Ανδρέας Βορύλλας, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, τις συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις και τις λοιπές διατάξεις.
Ο κ. Βορύλλας ξεκίνησε την τοποθέτησή του με αναφορά στην τραγική υπόθεση των δύο μαθητριών που έβαλαν τέλος στη ζωή τους, τονίζοντας ότι το μήνυμα που άφησε μία από αυτές αποτυπώνει ανασφάλεια, έλλειψη οράματος, μοναξιά και παιδιά εγκλωβισμένα σε αδιέξοδο. Υπογράμμισε ότι πρόκειται για τα παιδιά της πατρίδας και για το μέλλον της Ελλάδας, ενώ χαρακτήρισε ιδιαίτερα προβληματική τη διαρροή του μηνύματος, ζητώντας να αναζητηθούν ευθύνες.
Περνώντας στο οικονομικό σκέλος της συζήτησης, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ ανέφερε ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Επισήμανε ότι οι διεθνείς εξελίξεις, η ενεργειακή κρίση, οι γεωπολιτικές εντάσεις και ο επίμονος πληθωρισμός επιβαρύνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ η κυβερνητική οικονομική πολιτική δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της συγκυρίας.
Όπως τόνισε, παρά τους θετικούς δείκτες που προβάλλονται, η ανάπτυξη παραμένει μέτρια και στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση, με τις επενδύσεις να μην έχουν τη σταθερότητα που απαιτείται για ένα ισχυρό παραγωγικό μοντέλο. Αναφέρθηκε επίσης στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με τα οποία το ΑΕΠ της χώρας το 2025 παραμένει χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα του 2005, σημειώνοντας ότι μετά από δύο δεκαετίες η ελληνική οικονομία δεν έχει ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις της.
Ο Ανδρέας Βορύλλας κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι στερείται στρατηγικού προσανατολισμού και ακολουθεί μια λογιστική, φοροεισπρακτική διαχείριση, που επιβαρύνει δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη διατήρηση υψηλών έμμεσων φόρων σε περίοδο ακρίβειας, στις καθυστερήσεις αξιοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης και στην απουσία ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου για την ενέργεια και τους φυσικούς πόρους.
Για το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, σημείωσε ότι η κυβέρνηση το παρουσιάζει ως εργαλείο διαφάνειας και ευρωπαϊκής προσαρμογής, όμως στην πράξη, όπως είπε, δεν υπηρετεί τη φορολογική δικαιοσύνη. Κατά τον ίδιο, το νομοσχέδιο ενισχύει μια λογική ελέγχου χωρίς ισονομία και μεταφέρει βάρη στους πολλούς, αφήνοντας ευνοϊκό πεδίο για τους λίγους.
Ειδική αναφορά έκανε στα κρυπτοστοιχεία, σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση εισάγει μηχανισμούς παρακολούθησης, αναφοράς, καταγραφής και ανταλλαγής πληροφοριών, χωρίς όμως να θεσπίζει φορολόγηση των κερδών από συναλλαγές σε κρυπτοστοιχεία. Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έκανε λόγο για κυβερνητική υποκρισία, υπενθυμίζοντας ότι από τον Νοέμβριο του 2024 έχει συσταθεί ομάδα εργασίας για το πλαίσιο φορολόγησης, ελέγχου και κανονιστικής λειτουργίας των κρυπτονομισμάτων, χωρίς μέχρι σήμερα να υπάρχει σαφής ενημέρωση για πόρισμα.
Η ΝΙΚΗ, όπως ανέφερε, προτείνει την προσθήκη ειδικού άρθρου με τροποποίηση του άρθρου 42 του νόμου 4172/2013, ώστε τα κέρδη από τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων να υπάγονται σε φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων ως υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου και να φορολογούνται με συντελεστή 15%, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ίδιου νόμου.
Ο κ. Βορύλλας άσκησε έντονη κριτική και στις ρυθμίσεις για τις φορολογικές δεσμευτικές απαντήσεις, τονίζοντας ότι δεν παρέχουν ουσιαστική ασφάλεια σε επενδυτές και φορολογουμένους, αφού η ισχύς τους εξαρτάται από το αν παραμένουν αμετάβλητα τα πραγματικά περιστατικά και η νομοθεσία.
Στο ζήτημα των προστίμων, η θέση της ΝΙΚΗΣ ήταν ξεκάθαρη: μηδενικά πρόστιμα για μηδενικές δηλώσεις, πιστωτικές δηλώσεις και δηλώσεις μικρού ποσού. Ο βουλευτής υπογράμμισε ότι το κράτος δεν μπορεί να τιμωρεί τον πολίτη όταν δεν έχει υποστεί φορολογική ζημία, ούτε να επιβάλλει κυρώσεις για καθαρά τυπικούς λόγους. Ανέφερε ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες το φορολογικό σύστημα λειτουργεί με σαφήνεια, καθοδήγηση και αναλογικότητα, ενώ στην Ελλάδα ο πολίτης αντιμετωπίζεται συχνά ως εν δυνάμει παραβάτης.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η παρέμβασή του και για την ηλεκτρονική πλατφόρμα συναλλαγών μη εξυπηρετούμενων δανείων. Όπως είπε, με τα σχετικά άρθρα δημιουργείται μια δευτερογενής αγορά χρέους χωρίς επαρκή προστασία των δανειοληπτών. Επισήμανε ότι δεν κατοχυρώνεται προτεραιότητα εξαγοράς του δανείου από τον ίδιο τον δανειολήπτη, ούτε προβλέπεται μηχανισμός ώστε το νοικοκυριό να ωφελείται από την πώληση του δανείου σε χαμηλότερη τιμή.
Κατά τον βουλευτή της ΝΙΚΗΣ, η πλατφόρμα κινδυνεύει να λειτουργήσει υπέρ των funds και των servicers, μετατρέποντας το ιδιωτικό χρέος σε επενδυτικό προϊόν, χωρίς κοινωνικά κριτήρια, χωρίς προστασία πρώτης κατοικίας και χωρίς ρυθμίσεις αποπληρωμής με βάση την πραγματική δυνατότητα κάθε νοικοκυριού. Η ΝΙΚΗ, όπως σημείωσε, θεωρεί ότι μια τέτοια πλατφόρμα πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο κρατικής εποπτείας απέναντι στα funds και τους servicers, με κύριο σκοπό την προστασία των δανειοληπτών.
Αναφερόμενος στις διατάξεις για την κρατική επιχορήγηση περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών, εξέφρασε ανησυχία για πιθανές αδιαφανείς διαδικασίες, καθώς, όπως είπε, δεν εξειδικεύονται επαρκώς οι ενιαίοι και αντικειμενικοί όροι επιλογής.
Για την τροπολογία της τελευταίας στιγμής που αφορά τη συμμετοχή του Δημοσίου σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου εταιρειών στις οποίες συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα, ο κ. Βορύλλας στάθηκε στην περίπτωση της ΔΕΗ. Τόνισε ότι η συμμετοχή του Δημοσίου πρέπει να συνδέεται με επενδυτικές πολιτικές που μειώνουν τις τιμές του ρεύματος και δεν εντείνουν την εξάρτηση από το ακριβό φυσικό αέριο. Παράλληλα, προειδοποίησε για τους κινδύνους της γρήγορης απολιγνιτοποίησης ως προς την ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας.
Τέλος, αναφέρθηκε στις ρυθμίσεις για ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, σημειώνοντας ότι η συνολική κατεύθυνση δείχνει σταδιακή μετατροπή των δύο εταιρειών από φορείς με έντονο δημόσιο χαρακτήρα σε πιο ευέλικτες και επενδύσιμες εταιρικές δομές. Όπως υποστήριξε, οι φορολογικές διευκολύνσεις, η αυξημένη διοικητική αυτονομία και το νέο πλαίσιο λειτουργίας δημιουργούν προϋποθέσεις για μελλοντική απομάκρυνση από τον αυστηρό δημόσιο έλεγχο.
Κλείνοντας, ο Ανδρέας Βορύλλας υπογράμμισε ότι για τη ΝΙΚΗ η φορολογία δεν είναι απλώς μηχανισμός είσπραξης, αλλά εργαλείο κοινωνικής δικαιοσύνης και δείκτης της ηθικής της πολιτείας. Όπως ανέφερε, ένα δίκαιο κράτος οφείλει να κατανέμει τα βάρη με αναλογικότητα, να προστατεύει τους αδύναμους, να στηρίζει τους μικρομεσαίους και να αντιμετωπίζει τον πολίτη ως συνεργάτη και όχι ως μόνιμο ύποπτo.

