Με μετωπική επίθεση στο κυβερνητικό μοντέλο εξουσίας τοποθετήθηκε ο βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ, Γεώργιος Ρούντας, στη 13η συνεδρίαση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος. Η συζήτηση για τα άρθρα 81 παρ. 2 και 82 έγινε αφορμή για να αναδειχθεί η πολιτική ουσία των προτάσεων της Νέας Δημοκρατίας, ένα κράτος δηλαδή όλο και πιο δεμένο στο πρωθυπουργικό γραφείο, με θεσμούς που υποχωρούν μπροστά στην κομματική ανάγκη και με ρυθμίσεις που ανοίγουν δρόμο σε εξουσία χωρίς πραγματικό αντίβαρο.
Ο κ. Ρούντας άνοιξε την παρέμβασή του θέτοντας εξαρχής το θεσμικό πλαίσιο της συζήτησης, επισημαίνοντας ότι τα συγκεκριμένα άρθρα αφορούν την ίδια την οργάνωση της εκτελεστικής εξουσίας, τη συγκρότηση της κυβέρνησης και την αποστολή της. Όπως τόνισε, η κυβέρνηση αποτελεί το ανώτατο συλλογικό όργανο της εκτελεστικής εξουσίας, το οποίο, υπό την ηγεσία του Πρωθυπουργού, οφείλει να καθορίζει και να κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας με βάση το Σύνταγμα και τον νόμο.
Στη συνέχεια, όμως, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ πέρασε στην ουσία της πολιτικής κριτικής, καταγγέλλοντας ότι η σημερινή κυβερνητική πρακτική έχει απομακρυνθεί από τη συνταγματική αποστολή της. «Η Κυβέρνηση γενικά πλέον δεν λειτουργεί ως ένα συνταγματικό όργανο όπως θα έπρεπε», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι αντί να υπηρετεί τη διάκριση των εξουσιών και τη λαϊκή κυριαρχία, λειτουργεί ως μηχανισμός μιας αυταρχικής μεταπολιτευτικής κομματοκρατίας.
Ο Γεώργιος Ρούντας μίλησε με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο για το μοντέλο εξουσίας που, όπως είπε, έχει οικοδομηθεί γύρω από το Μέγαρο Μαξίμου. «Είναι μια έκφραση και εκδήλωση του πρωθυπουργοκεντρικού κράτους», σημείωσε, περιγράφοντας έναν πρωθυπουργό με υπερεξουσίες, ο οποίος συμπεριφέρεται «σαν αιρετός μονάρχης». Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε στις υποκλοπές, στις παρακολουθήσεις πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων, κυβερνητικών στελεχών και στελεχών της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, κάνοντας λόγο για πρακτικές που συνθλίβουν κάθε έννοια κράτους δικαίου.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη στάση της Νέας Δημοκρατίας στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, όπου απορρίφθηκε το αίτημα της αντιπολίτευσης για κλήση των κ. Δημητριάδη και Ντίλιαν. Για τον βουλευτή της ΝΙΚΗΣ, η κυβερνητική ερμηνεία του Κανονισμού της Βουλής αποτελεί αποκαλυπτικό δείγμα του τρόπου με τον οποίο η εξουσία μεταχειρίζεται τους θεσμούς όταν αισθάνεται ότι απειλείται πολιτικά. «Είναι τρανταχτή απόδειξη», ανέφερε χαρακτηριστικά, συνδέοντας τη στάση αυτή με τη γενικότερη κυβερνητική νοοτροπία απέναντι στον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Ο κ. Ρούντας χρησιμοποίησε και τη θουκυδίδεια αναφορά για τη διαστροφή των πολιτικών αξιών, σημειώνοντας ότι, όπως σε εποχές πολιτικής παρακμής άλλαζε η καθιερωμένη σημασία των λέξεων, έτσι και σήμερα η κυβέρνηση βαφτίζει ως θεσμική μεταρρύθμιση τον υπερσυγκεντρωτισμό και ως εκσυγχρονισμό την ενίσχυση της πολιτικής της κυριαρχίας.
Στο άρθρο 81 παρ. 2, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στάθηκε ιδιαίτερα στην πρόταση της κυβέρνησης να υπάρχει δυνατότητα επανακαθορισμού, με νόμο αυξημένης πλειοψηφίας, των ασυμβίβαστων του αξιώματος του υπουργού και του υφυπουργού. Κατά τον ίδιο, η πρόταση αυτή ανοίγει δρόμο για ρυθμίσεις κομμένες και ραμμένες στα μέτρα της εκάστοτε πολιτικής σκοπιμότητας. «Με απλά λόγια, θα φτιάξει έναν νόμο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της», είπε, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν πίσω από την πρόβλεψη αυτή κρύβονται μελλοντικοί κυβερνητικοί σχεδιασμοί και πιθανές πολιτικές συνεργασίες.
Ακόμη πιο αυστηρός εμφανίστηκε απέναντι στην πρόταση να μπορούν να διορίζονται αντιπρόεδροι του Υπουργικού Συμβουλίου που δεν είναι υπουργοί. Ο Γεώργιος Ρούντας έκανε λόγο για θεσμική μεταφορά του παλατιακού κράτους στο Σύνταγμα, σημειώνοντας ότι τέτοιες προβλέψεις ενισχύουν την εξάρτηση πολιτικών προσώπων από τον κυβερνητικό πυρήνα και δημιουργούν πρόσθετα κίνητρα προσωπικής αναβάθμισης μέσα από την εύνοια της εξουσίας.
Στο σημείο αυτό επανέφερε τη σταθερή θέση της ΝΙΚΗΣ για πραγματική διάκριση των εξουσιών. «Όποιος θέλει να γίνει υπουργός να παραιτείται οριστικά από το βουλευτικό αξίωμα. Οριστικά και αμετάκλητα», υπογράμμισε, προτείνοντας πλήρες ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικού και βουλευτικού αξιώματος. Παράλληλα, επανέλαβε την ανάγκη να υπάρξει αυστηρότερο πλαίσιο για τα ασυμβίβαστα της βουλευτικής ιδιότητας, πλήρης δήλωση περιουσιακής κατάστασης πριν και μετά τη θητεία, καθώς και απαγόρευση κατοχής δημοσίου αξιώματος από πρόσωπα που συμμετέχουν σε μυστικές οργανώσεις με δεσμεύσεις αντίθετες προς το Σύνταγμα.
Ο βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ αναφέρθηκε και στην ανάγκη συνταγματικής πρόβλεψης για Υπουργείο Απόδημου Ελληνισμού, θέτοντας στο τραπέζι ένα ζήτημα εθνικής συνέχειας και οργανωμένης κρατικής μέριμνας για τους Έλληνες της διασποράς.
Για το άρθρο 82, ο κ. Ρούντας αποδόμησε την κυβερνητική πρόταση περί ετήσιας έγκρισης σχεδίου κυβερνητικής πολιτικής, το οποίο θα δημοσιοποιείται και θα συζητείται σε ειδική συνεδρίαση της Ολομέλειας. «Ποιος το πιστεύει; Ουδείς», ανέφερε, χαρακτηρίζοντας την πρόταση κενή ουσιαστικού περιεχομένου, εφόσον το σχέδιο θα συντάσσεται από την ίδια την κυβέρνηση, για την ίδια την κυβέρνηση και θα εγκρίνεται από την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία.
Κατά τον Γεώργιο Ρούντα, η ρύθμιση αυτή δεν εγγυάται ούτε αληθινή διαβούλευση με τους πολίτες ούτε ουσιαστικό έλεγχο από την αντιπολίτευση. Αν η κυβέρνηση αποφασίζει μόνη της, γράφει μόνη της, παρουσιάζει μόνη της και εγκρίνει μόνη της το πρόγραμμά της, τότε η ειδική συνεδρίαση δεν προσθέτει δημοκρατική λογοδοσία. Προσθέτει μόνο θεσμικό περιτύλιγμα.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ χαρακτήρισε τις κυβερνητικές προτάσεις άνευ ουσίας και για τα μάτια του κόσμου, καταγγέλλοντας ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει ως συνταγματικό εκσυγχρονισμό μια ακόμη θεσμική διευκόλυνση του συγκεντρωτικού μοντέλου εξουσίας που έχει εγκαταστήσει στη χώρα.

