Σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση στην Ολομέλεια της Βουλής, κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση άρθρων του Συντάγματος, ο βουλευτής Α΄ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ, Τάσος Οικονομόπουλος, έθεσε στο επίκεντρο το βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη λειτουργία των θεσμών και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι επιχειρεί να μετατρέψει τη συνταγματική αναθεώρηση σε εργαλείο περαιτέρω συγκέντρωσης της εξουσίας.
Ο κ. Οικονομόπουλος ξεκίνησε την ομιλία του υπογραμμίζοντας τον προστατευτικό χαρακτήρα του θεμελιώδους νόμου της Πολιτείας.
«Το Σύνταγμα είναι το τελευταίο καταφύγιο του ελεύθερου πολίτη. Είναι εκείνο που υπενθυμίζει σε κάθε κυβέρνηση ότι η λαϊκή εντολή είναι ισχυρή, όμως δεν είναι απεριόριστη», ανέφερε.
Τόνισε ακόμη ότι η δημοκρατική πλειοψηφία έχει την ευθύνη της διακυβέρνησης, χωρίς να αποκτά δικαίωμα απόλυτης κυριαρχίας επί της κοινωνίας και των θεσμών. Υπό αυτό το πρίσμα, έθεσε το κρίσιμο ερώτημα για το κατά πόσον η προτεινόμενη αναθεώρηση ενισχύει πράγματι τις εγγυήσεις του πολιτεύματος ή περιορίζεται σε μια αναδιάταξη διατάξεων που αφήνει άθικτο τον πυρήνα των σημερινών προβλημάτων.
Σύμφωνα με τον βουλευτή της ΝΙΚΗΣ, η Ελλάδα βιώνει κυρίως κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Οι πολίτες εξακολουθούν να πιστεύουν στη δημοκρατία, αμφισβητούν όμως κατά πόσον εφαρμόζεται ισότιμα για όλους, κατά πόσον υπάρχουν επαρκή αντίβαρα στην πολιτική εξουσία και κατά πόσον οι κρατικοί μηχανισμοί μπορούν να προστατεύσουν τον πολίτη από την αυθαιρεσία.
«Τα Συντάγματα δεν αποδυναμώνονται μόνο όταν παραβιάζονται. Αποδυναμώνονται όταν οι πολίτες πάψουν να πιστεύουν ότι μπορούν να τους προστατεύσουν», επισήμανε.
Ο Τάσος Οικονομόπουλος απέρριψε τον κυβερνητικό ισχυρισμό περί μεγάλης θεσμικής μεταρρύθμισης, υποστηρίζοντας ότι μια ουσιαστική αναθεώρηση θα έπρεπε να ξεκινά από τη λογοδοσία, τη διάκριση των εξουσιών, την πραγματική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και την κατοχύρωση αυστηρότερων εγγυήσεων απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία.
«Το Σύνταγμα δεν υπάρχει για να διευκολύνει την άσκηση της εξουσίας. Υπάρχει για να τη δεσμεύει», δήλωσε, περιγράφοντας τη θέση της ΝΙΚΗΣ για ένα Σύνταγμα ασφαλέστερο για τον πολίτη και όχι βολικότερο για την εκάστοτε κυβέρνηση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και στην ανάγκη μεγαλύτερης θεσμικής απόστασης της ηγεσίας της από την εκτελεστική εξουσία. Όπως σημείωσε, δεν αρκεί η τυπική επίκληση της δικαστικής ανεξαρτησίας, καθώς απαιτείται να έχει εδραιωθεί και στην κοινωνική συνείδηση η βεβαιότητα ότι οι δικαστές και η ηγεσία τους δεν εξαρτώνται από κυβερνητικές επιλογές και κομματικούς συσχετισμούς.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και το ζήτημα της πολιτικής λογοδοσίας.
«Η κοινωνία δεν ζητά εκδίκηση απέναντι στους πολιτικούς. Ζητά ισονομία. Ζητά να γνωρίζει ότι όποιος ασκεί δημόσια εξουσία λογοδοτεί με τους ίδιους κανόνες με τους οποίους λογοδοτεί κάθε Έλληνας πολίτης», υπογράμμισε.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ κατηγόρησε τη Νέα Δημοκρατία ότι αγνοεί τις υπέρτερες αξίες που διατρέχουν το ίδιο το συνταγματικό οικοδόμημα. Αναφέρθηκε στην αξία του ανθρώπινου προσώπου, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 2, στην ισότητα ενώπιον του νόμου του άρθρου 4, στην αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 και στην αξιοκρατία στη λειτουργία του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 103.
Έδωσε, επίσης, ιδιαίτερη έμφαση στο άρθρο 21 και στη συνταγματική προστασία της οικογένειας, του γάμου, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας. Κατήγγειλε ότι κυβερνητικές νομοθετικές επιλογές έχουν ήδη αλλοιώσει το περιεχόμενο αυτών των εννοιών.
«Θεμέλιο του έθνους είναι η οικογένεια. Το Σύνταγμα προστατεύει τον γάμο, τη μητρότητα και την παιδική ηλικία. Η Νέα Δημοκρατία έχει επιλέξει να επαναπροσδιορίσει την οικογένεια, να εξαλείψει τον πατέρα και τη μητέρα πίσω από τους όρους “γονέας Α” και “γονέας Β” και να αλλοιώσει ακόμη και την έννοια της μητρότητας», ανέφερε.
Αναλύοντας την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 5, ο κ. Οικονομόπουλος σημείωσε ότι η συγκεκριμένη διάταξη κατοχυρώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, τη συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή, τον σεβασμό στα δικαιώματα των άλλων, στο Σύνταγμα και στα χρηστά ήθη.
Κατήγγειλε ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις επιδιώκουν να αντικαταστήσουν έννοιες που συνδέονται με το πρόσωπο, την προσωπική ελευθερία και την ευθύνη με ασαφείς τεχνολογικές διατυπώσεις γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη και τους αυτοματοποιημένους μηχανισμούς.
«Οδηγούμαστε στην εξαφάνιση του προσώπου και της προσωπικής ευθύνης. Στη θέση τους εισάγονται μηχανές και τεχνολογικές έννοιες, ώστε στο τέλος να μη λογοδοτεί κανείς και να ακούμε απλώς ότι ένας μηχανισμός δεν προγραμματίστηκε σωστά», προειδοποίησε.
Για τα άρθρα 14 και 15, τα οποία αφορούν την ελευθερία της έκφρασης και τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τις πραγματικές κυβερνητικές προθέσεις. Υποστήριξε ότι πίσω από προσχηματικές διακηρύξεις μπορεί να κρύβεται η επιδίωξη μεγαλύτερου ελέγχου στα μέσα πληροφόρησης και αποδυνάμωσης της θέσης των δημοσιογράφων απέναντι στις επιχειρήσεις ενημέρωσης.
«Οι προτάσεις της κυβέρνησης είναι προσχηματικές και αντιφατικές. Αποσκοπούν στην απόκτηση μεγαλύτερου ελέγχου σε όλα τα μέσα πληροφόρησης», είπε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος στο άρθρο 17 για την ιδιοκτησία, υπογράμμισε ότι η ΝΙΚΗ έχει προτείνει ισχυρότερη συνταγματική προστασία για τους αναπήρους, τους συνταξιούχους, τους δανειολήπτες και όσους επλήγησαν από τις μνημονιακές πολιτικές. Αντιθέτως, η κυβέρνηση εισάγει ρυθμίσεις για τη μεταφορά συντελεστή δόμησης και την αξιοποίηση εγκαταλελειμμένων ακινήτων, οι οποίες, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορούν να αντιμετωπιστούν με κοινή νομοθέτηση.
Έθεσε μάλιστα το ερώτημα εάν η συνταγματική κατοχύρωση αυτών των παρεμβάσεων αποσκοπεί στη γρήγορη παραχώρηση δημόσιων ακινήτων προς εκμετάλλευση, με περιορισμένες διαδικαστικές εγγυήσεις και επίκληση συνταγματικής κάλυψης.
Σφοδρή ήταν η κριτική του και στις προτάσεις που αφορούν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τη διάλυση της Βουλής και τα δημοψηφίσματα. Για την εξαετή θητεία του Προέδρου και τον αποκλεισμό νέας εκλογής του, ζήτησε να διευκρινιστεί ποια πραγματική πολιτειακή ανάγκη εξυπηρετείται.
Κατήγγειλε ακόμη ότι οι αλλαγές στο άρθρο 41 επιχειρούν να διευκολύνουν τη διάλυση της Βουλής σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, ενώ αποδυναμώνεται η σημασία των εθνικών ζητημάτων εξαιρετικής σημασίας.
«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υποβαθμίζεται από ρυθμιστής του πολιτεύματος σε προέκταση της κυβέρνησης. Η επιθυμία μιας μονοκομματικής εξουσίας εμφανίζεται ισχυρότερη ακόμη και από τα εθνικά ζητήματα», τόνισε.
Για τα δημοψηφίσματα του άρθρου 44, υποστήριξε ότι η πρόβλεψη εικοσαήμερης περιόδου προετοιμασίας είναι ανεπαρκής, ιδίως όταν μπορεί να κρίνονται θέματα εθνικής σημασίας. Η περιορισμένη ενημέρωση των πολιτών, όπως ανέφερε, μπορεί να οδηγήσει σε αποφάσεις που δεν αποτυπώνουν την πραγματική λαϊκή βούληση.
Ο Τάσος Οικονομόπουλος επιτέθηκε και στην πρόταση για το άρθρο 54, κάνοντας λόγο για κατάτμηση της χώρας σε εκλογικές περιφέρειες διαφορετικής πολιτικής βαρύτητας και για ρυθμίσεις προσανατολισμένες στην κυβερνησιμότητα και στη διατήρηση της εξουσίας με περιορισμένα εκλογικά ποσοστά.
Στο ίδιο πνεύμα ενέταξε την αφαίρεση των κωλυμάτων των υποψηφίων από τα άρθρα 56 και 57 και τη μεταφορά τους στον κοινό νομοθέτη, επισημαίνοντας ότι μια τέτοια αλλαγή θα επιτρέψει στην εκάστοτε πλειοψηφία να προσαρμόζει τους όρους συμμετοχής στις εκλογές σύμφωνα με τις επιδιώξεις της.
«Οικοδομείται ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα που θέλει να ελέγχει τα πάντα. Οι υποσχόμενες τομές δεν είναι τομές. Είναι μαχαιριές στην πλάτη της δημοκρατίας», δήλωσε.
Ο βουλευτής επανέφερε την πάγια θέση της ΝΙΚΗΣ για ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο θα ασκεί προληπτικό έλεγχο της συνταγματικότητας πριν από την ψήφιση των νόμων. Όπως εξήγησε, σήμερα οι ενστάσεις αντισυνταγματικότητας απορρίπτονται σχεδόν μηχανικά από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία, ακόμη και όταν αφορούν διατάξεις με σοβαρά θεσμικά προβλήματα.
Στο άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, ο κ. Οικονομόπουλος τόνισε ότι η κυβερνητική πρόταση δεν επιφέρει ουσιαστική αλλαγή. Η Βουλή θα εξακολουθεί να έχει αποφασιστικό ρόλο ακόμη και για αδικήματα που τελούνται κατά τη διάρκεια της υπουργικής θητείας και δεν συνδέονται ευθέως με την άσκηση των καθηκόντων.
«Το περιώνυμο άρθρο 86, το οποίο θα έπρεπε πραγματικά να αλλάξει, παραμένει στην ουσία του ανέγγιχτο. Διατηρείται μια ισχυρή πολιτική προστασία επί δικαίων και αδίκων», κατήγγειλε.
Αντίστοιχα, χαρακτήρισε προβληματικές τις ρυθμίσεις των άρθρων 89 και 90 για την αξιοποίηση συνταξιούχων δικαστικών σε δημόσιες ή κυβερνητικές θέσεις και για τη συμμετοχή της Βουλής στις προαγωγές ανώτατων δικαστικών λειτουργών.
Κατά τον ίδιο, η εμπλοκή της πολιτικής εξουσίας στις κρίσεις της Δικαιοσύνης δεν συμβιβάζεται με τη διάκριση των εξουσιών ούτε με τη χρηστή διοίκηση.
Κλείνοντας την ομιλία του, ο Τάσος Οικονομόπουλος τόνισε ότι η ΝΙΚΗ έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις για τη βελτίωση του Συντάγματος, με σεβασμό στις αξίες, στην ιστορία και στις παραδόσεις του ελληνικού έθνους.
«Η ελληνική συνταγματική παράδοση δεν αρχίζει το 1975 και δεν τελειώνει στις σύγχρονες θεωρίες διακυβέρνησης. Η πολιτική μας σκέψη έχει βαθιές ρίζες, από τη βυζαντινή πολιτική φιλοσοφία μέχρι τον νεότερο ελληνικό συνταγματισμό», σημείωσε.
Επικαλέστηκε τη διδασκαλία του Μεγάλου Φωτίου για τον ιδανικό άρχοντα, ο οποίος νομιμοποιείται όταν κυβερνά με δικαιοσύνη, σέβεται τον νόμο, προστατεύει τον αδύναμο, ακούει την αντίθετη άποψη και επιλέγει άξιους συνεργάτες.
«Η εξουσία δεν είναι προνόμιο. Είναι διακονία και ευθύνη. Ο άρχοντας δεν νομιμοποιείται επειδή κατέχει την εξουσία, αλλά επειδή υπηρετεί τον λαό με δικαιοσύνη», υπογράμμισε.
Αντιπαρέβαλε αυτή την αντίληψη με το μακιαβελικό πρότυπο, στο οποίο προτεραιότητα έχει η διατήρηση της ισχύος και η αποτελεσματική κατοχή της εξουσίας.
«Ο Μακιαβέλι αντιμετωπίζει την εξουσία ως μηχανισμό διατήρησης της ισχύος. Αναρωτιέμαι, σας θυμίζει κάτι αυτό;», κατέληξε ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ.




