Σε μετωπική σύγκρουση με την κυβέρνηση εξελίχθηκε η παρέμβαση του βουλευτή Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ, Σπύρου Τσιρώνη, στη Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τη σύσταση της «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.».
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ κατήγγειλε ότι, πίσω από την κυβερνητική επίκληση του εκσυγχρονισμού και της αποτελεσματικότητας, βρίσκεται σε εξέλιξη μια βαθιά μετάλλαξη του θεσμικού πλαισίου προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, με στόχο την υπαγωγή των μνημείων στους κανόνες της αγοράς και του εταιρικού management.
Η τοποθέτησή του ξεκίνησε σε υψηλούς τόνους, όταν κυβερνητικοί βουλευτές επιχείρησαν να ασκήσουν πίεση στην αντιπολίτευση για την έκδοση ανακοίνωσης σχετικά με πρόσφατη εθνική επιτυχία. Ο Σπύρος Τσιρώνης απάντησε ευθέως:
«Δεν δίνουμε 1,5 δισεκατομμύριο σε συμβούλους. Ως ΝΙΚΗ δεν έχουμε. Δεν χρωστάμε 550 εκατομμύρια για να έχουμε ούτε 2,5 χιλιάδες μετακλητούς στην επικοινωνία έχουμε, όπως δεν έχουν και τα άλλα κόμματα. Καταλάβατε ποια είναι η διαφορά».
Περιγράφοντας τον τρόπο λειτουργίας ενός μικρού κόμματος που στηρίζεται στους ανθρώπους και στους εθελοντές του, υπογράμμισε:
«Και όταν λέμε ότι θα βγάλουμε μια ανακοίνωση, τη λέμε στους εθελοντές μας για να βγει σήμερα. Καταλάβατε πώς γίνονται στα μικρά κόμματα οι διαδικασίες».
Η επίθεσή του προς την κυβερνητική πλειοψηφία κορυφώθηκε με τη φράση:
«Δεν μπορείτε να το καταλάβετε γιατί είστε μακριά όχι από τα μικρά κόμματα. Είστε μακριά από την κοινωνία. Είστε σε άλλο επίπεδο πλέον. Σε διαφορετικό. Σε αυτό που θα διπνεί και θα γευματίζει στους αρχαιολογικούς χώρους».
Περνώντας στην ουσία του νομοσχεδίου, ο Σπύρος Τσιρώνης επισήμανε ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει την πολιτιστική κληρονομιά από δημόσιο αγαθό και κιβωτό συλλογικής μνήμης σε εμπορικό προϊόν.
«Παραδίδεται την πολιτιστική κληρονομιά και το σύγχρονο πολιτισμό σε κανόνες αγοράς και εταιρικού management», ανέφερε, προσθέτοντας ότι το νομοσχέδιο «μοιάζει περισσότερο να ανήκει στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου παρά στη δική μας Επιτροπή».
Κατήγγειλε την ιδεολογική αιχμαλωσία της κυβέρνησης στη λογική της αγοράς, επισημαίνοντας ότι τα μνημεία αντιμετωπίζονται ως τουριστικό brand, αναπτυξιακό εργαλείο και πηγή εσόδων.
«Η πολιτιστική κληρονομιά παύει να αντιμετωπίζεται με τέτοια νομοσχέδια ως δημόσιο αγαθό, ως φορέας συλλογικής μνήμης και εθνικής αυτοσυνειδησίας και υποβιβάζεται σε ένα εμπορικό προϊόν, σε τουριστικό μπραντ και σε πεδίο κερδοσκοπικής δραστηριότητας».
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ προειδοποίησε ότι η δημιουργία της νέας ανώνυμης εταιρείας αποτελεί το πρώτο στάδιο μιας σταδιακής εκχώρησης αρμοδιοτήτων και περιουσίας.
«Προφανώς και το εταιρικό σχήμα δεν θα ξεκινήσει απευθείας να ελέγχεται από ιδιώτη. Προφανώς και δεν θα γίνει. Φέτα-φέτα φεύγουν όλα. Το μάθαμε όλα αυτά τα χρόνια».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αποδόμηση του ΟΔΑΠ, καθώς στα άρθρα 29 έως 33 και 37 αφαιρούνται κρίσιμες αρμοδιότητες που αφορούν πωλητήρια, αναψυκτήρια, παραγωγή αντιγράφων, ακίνητα και έσοδα, προκειμένου να περάσουν στη νέα εταιρεία.
«Ο ΟΔΑΠ, ο θεματοφύλακας των πόρων της αρχαιολογικής έρευνας, μετατρέπεται σε έναν παθητικό παρατηρητή και έναν υποχρεωτικό χρηματοδότη αυτού του εταιρικού μηχανισμού», τόνισε, καταγγέλλοντας παράλληλα τη μείωση των οργανικών θέσεων από 300 σε 234.
Για την υποβρύχια πολιτιστική κληρονομιά επισήμανε ότι, αντί να ενισχυθεί η υποστελεχωμένη Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων, δημιουργείται νέος οργανισμός με ασαφείς αρμοδιότητες και διοίκηση ελεγχόμενη από την υπουργική ηγεσία.
«Για τη θέση του Γενικού Διευθυντή που θα διαχειρίζεται τους υποβρύχιους αρχαιολογικούς χώρους, τα ναυάγια αλλά και τα ενάλια μουσεία δεν απαιτείται καν να είναι αρχαιολόγος. Αρκεί ένα μεταπτυχιακό στη Διοίκηση επιχειρήσεων ή τα οικονομικά. Αυτή είναι η διαφορά της αντίληψης».
Σφοδρή ήταν και η κριτική του για τη χρηματοδότηση του οπτικοακουστικού τομέα, καθώς, όπως ανέφερε, πάνω από το 76% των ετήσιων πόρων, περίπου 58 εκατομμύρια ευρώ, κατευθύνεται στο cash rebate, ενώ πέντε εταιρείες απορροφούν το 40% των ενισχύσεων.
«Για τον ανεξάρτητο ελληνικό κινηματογράφο, για τις ταινίες μυθοπλασίας, τις ταινίες μικρού μήκους και το ελληνικό ντοκιμαντέρ απομένουν ψίχουλα της τάξης έως το 19%».
Ολοκληρώνοντας, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι μετατρέπει τα μνημεία «σε ταβέρνες και χώρους δεξιώσεων», αποψιλώνει τις αρχαιολογικές υπηρεσίες, υποβιβάζει το επιστημονικό προσωπικό, επιδοτεί τους καναλάρχες και ανοίγει τον δρόμο για περιορισμό της καλλιτεχνικής ελευθερίας.
«Το νομοσχέδιο αυτό συμπυκνώνει μία εμπορευματική και ισοπεδωτική αντίληψη για τον πολιτισμό», κατέληξε.

