Με ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση στην Επιτροπή Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων, ο βουλευτής Α΄ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ Τάσος Οικονομόπουλος έθεσε σειρά ερωτημάτων προς την κυβέρνηση για τις δύο αμυντικές συμφωνίες που εισήχθησαν προς κύρωση, εστιάζοντας κυρίως στις μεγάλες χρονικές καθυστερήσεις, στο πραγματικό οικονομικό κόστος, στην προστασία των ελληνικών στρατιωτικών δεδομένων και στην πρακτική να φτάνουν στη Βουλή συμφωνίες όταν μέρος των υποχρεώσεών τους έχει ήδη εκτελεστεί.
Τα δύο σχέδια νόμου αφορούν αφενός τη συμφωνία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με τη NATO Communications and Information Agency – NCI Agency για την ελληνική συνεισφορά στη Νατοϊκή Αντιβαλλιστική Άμυνα και αφετέρου την Τεχνική Διευθέτηση Ελλάδας – Γερμανίας για τη συμμετοχή της 350 Πτέρυγας Κατευθυνόμενων Βλημάτων και της 180 ΜΚ/Β ΧΩΚ στην Πολυεθνική Τακτική Βολή 2021 στο NAMFI της Κρήτης. Οι δύο κυρώσεις κατατέθηκαν στη Βουλή στις 4 Σεπτεμβρίου και συζητήθηκαν στην αρμόδια Επιτροπή στις 16 Σεπτεμβρίου 2026.
Ο Τάσος Οικονομόπουλος ξεκαθάρισε εξαρχής ότι η επιχειρησιακή συνεργασία και η διαλειτουργικότητα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων αποτελούν αναγκαία στοιχεία της σύγχρονης άμυνας.
«Οι σύγχρονες απειλές απαιτούν έγκαιρη προειδοποίηση, κοινή επιχειρησιακή εικόνα, ασφαλή ανταλλαγή δεδομένων και υψηλό επίπεδο διαλειτουργικότητας», ανέφερε, υπογραμμίζοντας όμως ότι μία αμυντική συνεργασία τέτοιου βάθους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία απλή τεχνική διαδικασία.
Η πρώτη συμφωνία αφορά, σε αρχικό στάδιο, τη διασύνδεση του ελληνικού συστήματος Patriot με τη Νατοϊκή αρχιτεκτονική αντιβαλλιστικής άμυνας, μέσω ανταλλαγής τεχνικών δεδομένων, διασύνδεσης υποδομών, δοκιμών και πιστοποίησης.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στάθηκε ιδιαίτερα σε ένα στοιχείο που χαρακτήρισε κρίσιμο: η συμφωνία υπεγράφη το 2018 και φτάνει προς κύρωση στη Βουλή το 2026.
«Γιατί χρειάστηκαν οκτώ χρόνια; Εφαρμόστηκε στο μεταξύ οποιοδήποτε μέρος της και, αν ναι, με ποια νομική βάση, αφού η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι απαιτείται νομοθετική κύρωση;», ρώτησε.
Παράλληλα ζήτησε πλήρη εικόνα για το κόστος που συνδέεται με τη δημιουργία του εθνικού σημείου δικτυακής διασύνδεσης και για ενδεχόμενες νέες δαπάνες από την ένταξη πρόσθετων οπλικών συστημάτων.
Το ζήτημα, σύμφωνα με τον Τάσο Οικονομόπουλο, γίνεται ακόμη σοβαρότερο μετά τη συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», που υπογράφηκε στις 31 Αυγούστου 2026 και προβλέπει την ανάπτυξη ενιαίου αντιαεροπορικού, αντιβαλλιστικού και αντί-drone συστήματος διοίκησης και ελέγχου.
«Ζητούμε να διευκρινιστεί πώς θα συνδεθεί η νέα εθνική αρχιτεκτονική με τη Νατοϊκή αντιβαλλιστική άμυνα. Ποιος θα έχει τον επιχειρησιακό έλεγχο των δεδομένων και αν θα απαιτηθούν πρόσθετες συμφωνίες, πιστοποιήσεις ή οικονομικές δεσμεύσεις», τόνισε.
Για τον βουλευτή της ΝΙΚΗΣ, το θέμα αγγίζει πλέον τον ίδιο τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας επί των στρατιωτικών πληροφοριών.
«Η Ελλάδα πρέπει να διασφαλίσει ότι η ανταλλαγή δεδομένων θα περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία και ότι θα διατηρείται ουσιαστικός εθνικός έλεγχος», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ακόμη πιο έντονη ήταν η κριτική του στη δεύτερη συμφωνία, που αφορά τη συνεκπαίδευση ελληνικών και γερμανικών μονάδων αεράμυνας. Ο Τάσος Οικονομόπουλος αναγνώρισε ότι οι πραγματικές βολές και η κοινή εκπαίδευση συμβάλλουν στην επιχειρησιακή ετοιμότητα, έστρεψε όμως το βάρος της παρέμβασής του στον τρόπο με τον οποίο η υπόθεση έφτασε στη Βουλή.
«Το πρόβλημα είναι η διαδικασία», είπε.
Όπως επισήμανε, η Τεχνική Διευθέτηση υπεγράφη το 2021, η σχετική δραστηριότητα έχει ήδη πραγματοποιηθεί και η δαπάνη, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, έχει ήδη καταβληθεί, ενώ η νομοθετική κύρωση έρχεται το 2026.
Και εκεί εξαπέλυσε την πιο αιχμηρή φράση της τοποθέτησής του:
«Η Βουλή δεν καλείται να εγκρίνει εγκαίρως μία μελλοντική υποχρέωση. Καλείται να επικυρώσει εκ των υστέρων μία ήδη εκτελεσμένη δραστηριότητα και μία ήδη πραγματοποιηθείσα δαπάνη. Αυτό δεν είναι ουσιαστικός κοινοβουλευτικός έλεγχος».
Για να προσθέσει:
«Η Βουλή δεν μπορεί να μετατρέπεται σε συμβολαιογράφο αποφάσεων που έχουν ήδη εκτελεστεί».
Ο βουλευτής ανέδειξε επίσης, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, χρονική ασυνέπεια στα συνοδευτικά έγγραφα, καθώς ο τίτλος της συμφωνίας αφορά την Πολυεθνική Τακτική Βολή 2021, ενώ στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου, όπως ανέφερε, εμφανίζεται αναφορά σε πραγματοποίηση της σχετικής δαπάνης το 2023.
Ζήτησε έτσι να απαντήσει το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας πότε πραγματοποιήθηκε κάθε στάδιο, πότε εκδόθηκαν και εξοφλήθηκαν τα παραστατικά και με ποια νομική και δημοσιονομική βάση καταβλήθηκε ποσό περίπου 208.600 ευρώ πριν από την κύρωση της συμφωνίας από τη Βουλή.
«Εάν η κύρωση ήταν αναγκαία, γιατί δεν προηγήθηκε της εκτέλεσης και της πληρωμής;», ήταν το ερώτημα που έθεσε προς την κυβέρνηση.
Παράλληλα ζήτησε ουσιαστική ενημέρωση για την ίδια τη στρατιωτική αξία της συνεκπαίδευσης: ποια προβλήματα διαλειτουργικότητας εντοπίστηκαν, ποια συμπεράσματα πέρασαν στον σημερινό σχεδιασμό της ελληνικής αεράμυνας και ποια είναι σήμερα η πραγματική επιχειρησιακή κατάσταση των συστημάτων ΧΩΚ.
Κλείνοντας, ο Τάσος Οικονομόπουλος αποτύπωσε τη θέση της ΝΙΚΗΣ για τις διεθνείς αμυντικές συνεργασίες με μία σαφή κόκκινη γραμμή απέναντι σε συμφωνίες χωρίς έγκαιρο κοινοβουλευτικό έλεγχο και πλήρη ενημέρωση.
«Η ΝΙΚΗ στηρίζει κάθε συνεργασία που ενισχύει πραγματικά την ετοιμότητα, την αποτροπή και την αμυντική ικανότητα της πατρίδας μας», ανέφερε και συνέχισε:
«Η Ελλάδα οφείλει να είναι αξιόπιστος σύμμαχος. Δεν μπορεί όμως να λειτουργεί ως δεδομένος σύμμαχος, που αναλαμβάνει υποχρεώσεις χωρίς έγκαιρη κοινοβουλευτική έγκριση, χωρίς πλήρη εικόνα του κόστους και χωρίς σαφείς εγγυήσεις για την προστασία των εθνικών πληροφοριών».
Και κατέληξε:
«Άλλο η επιχειρησιακή χρησιμότητα και άλλο η θεσμική ορθότητα. Το πρώτο δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να παρακάμπεται το δεύτερο. Αναμένουμε συγκεκριμένες απαντήσεις για τις πολυετείς καθυστερήσεις, τη νομική βάση των ενεργειών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, το πραγματικό κόστος και την προστασία των κρίσιμων εθνικών δεδομένων».

