Υπάρχουν περίοδοι στις διεθνείς σχέσεις όπου εξωτερικά δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτε, ενώ από κάτω μετακινούνται αργά πράγματα που αργότερα αποδεικνύονται πολύ σημαντικότερα. Κάπως έτσι μοιάζει σήμερα η Ανατολική Μεσόγειος και κυρίως η Κύπρος, όπου η φαινομενική ησυχία ίσως κρύβει περισσότερα από όσα αποκαλύπτει.
Το Κυπριακό έχει ξαναμπεί σε κίνηση χωρίς τον συνηθισμένο θόρυβο. Ο ΟΗΕ κινείται, η Ολγκίν προετοιμάζει το έδαφος, η Λευκωσία δηλώνει έτοιμη για συνομιλίες και η Άγκυρα, χωρίς ασφαλώς να έχει εγκαταλείψει τις θέσεις της, αποφεύγει προς το παρόν να ανατρέψει το τραπέζι. Περισσότερο λοιπόν από ακινησία, μοιάζει με σιγή διαπραγμάτευσης.
Αν όμως κοιτάξουμε μόνο το Κυπριακό, μάλλον θα χάσουμε την εικόνα γύρω του. Την ίδια περίοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμβαθύνουν σταθερά την αμυντική σχέση τους με την Κύπρο. Η άρση των περιορισμών στην προμήθεια αμερικανικού αμυντικού υλικού συνεχίζεται, η στρατιωτική συνεργασία διευρύνεται και η αξία των κυπριακών λιμένων, αεροδρομίων και εγκαταστάσεων μεγαλώνει. Σταδιακά, η Κύπρος μπαίνει βαθύτερα στον αμερικανικό σχεδιασμό ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου.
Οι δύο αμερικανικές γραμμές τρέχουν παράλληλα. Η μία περνά μέσα από τον ΟΗΕ και την επανέναρξη της διαπραγμάτευσης. Η άλλη οδηγεί σε μια Κύπρο που συνδέεται ολοένα στενότερα με το δυτικό σύστημα ασφαλείας.
Γι’ αυτό ίσως πρέπει να θέσουμε διαφορετικά το ερώτημα. Μήπως το πραγματικό γεωπολιτικό διακύβευμα μιας νέας προσπάθειας δεν είναι απλώς ποιος και πώς θα κυβερνά μια επανενωμένη Κύπρο, αλλά σε ποιο σύστημα ασφαλείας θα ανήκει στην πράξη;
Τότε οι λέξεις «διακυβέρνηση», «ασφάλεια» και «εγγυήσεις» αποκτούν διαφορετικό βάρος. Ποιος θα επηρεάζει την εξωτερική πολιτική, ποιος θα μπορεί να εμποδίζει μια στρατηγική επιλογή, τι θα συμβεί με τις ξένες στρατιωτικές παρουσίες και ποια σχέση θα μπορεί να έχει η Κύπρος με τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Με απλά λόγια, ποιος θα κρατά το κλειδί όταν τα πράγματα δυσκολέψουν.
Κάπου εδώ επανέρχονται οι βρετανικές βάσεις. Όταν το Λονδίνο δεν διέθεσε το Ακρωτήρι για συγκεκριμένες αμερικανικές επιχειρήσεις κατά την κρίση με το Ιράν, υπενθύμισε στην Ουάσιγκτον κάτι απλό. Μια κρίσιμη εγκατάσταση που βρίσκεται υπό την κυριαρχία κάποιου άλλου είναι διαθέσιμη μέχρι εκείνος να αποφασίσει διαφορετικά.
Οι Αμερικανοί δεν χρειάζονται απαραίτητα μια νέα βάση στην Κύπρο. Μπορούν πολύ πιο αθόρυβα να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε εγκαταστάσεις, διαλειτουργικότητα, ανεφοδιασμό, λιμένες, αεροδρόμια και υποδομές. Η Κύπρος όμως παραμένει ένα προωθημένο σημείο με περιορισμένο στρατηγικό βάθος.
Και ακριβώς πίσω της βρίσκεται η Ελλάδα.
Σούδα, Κρήτη, Δωδεκάνησα, Κύπρος, Ανατολική Μεσόγειος. Αν τα δει κανείς ως συνέχεια του ίδιου χώρου, η εικόνα αλλάζει. Η Κύπρος προσφέρει εγγύτητα στη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα προσφέρει το βάθος πίσω από αυτήν. Η Ουάσιγκτον μπορεί να παρακάμψει την Αθήνα πολιτικά σε μια διαπραγμάτευση. Πολύ δυσκολότερα όμως μπορεί να παρακάμψει την ελληνική γεωγραφία επιχειρησιακά.
Εδώ βρίσκεται η ελληνική αντίφαση. Η γεωγραφία μάς καθιστά αναγκαίους, όμως η διπλωματία μας δεν φαίνεται να μετατρέπει αυτή την αναγκαιότητα σε ανάλογο πολιτικό βάρος. Η Ουάσιγκτον επανατοποθετεί την Κύπρο στον σχεδιασμό της. Η Βρετανία έχει κυρίαρχες βάσεις. Η Τουρκία έχει στρατό κατοχής στο νησί και βρίσκεται αναπόφευκτα σε κάθε συζήτηση για την ασφάλεια. Και η Ελλάδα, επίσης εγγυήτρια δύναμη και φυσικό στρατηγικό βάθος της Κύπρου, δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να αφήνει αντίστοιχο γεωπολιτικό αποτύπωμα.
Το πιο ανησυχητικό δεν θα ήταν να παρακάμπτεται επειδή διαφωνεί. Θα ήταν να παρακάμπτεται επειδή οι άλλοι θεωρούν ότι μπορούν να διαπραγματεύονται χωρίς αυτήν.
Και εδώ έρχεται η Τουρκία.
Το οθωμανικό παζάρι είναι γνωστό. Μόνο που, όπως φαίνεται, στο μεταξύ το έμαθαν καλά και οι σύμμαχοί μας.
Η Άγκυρα σπανίως βάζει ένα μόνο θέμα πάνω στο τραπέζι. Ανοίγει πολλά μαζί, κρατά ορισμένα σε ένταση, χαμηλώνει προσωρινά κάποια άλλα και περιμένει. Δεν εγκαταλείπει ένα χαρτί επειδή σήμερα δεν το χρησιμοποιεί. Το κρατά για την ώρα που θα χρειαστεί.
Έτσι μπορεί να συζητά με την Ευρώπη για την άμυνα, με την Αμερική για τη στρατιωτική συνεργασία, με τη Λιβύη για την Ανατολική Μεσόγειο, με την Ελλάδα για τα «ήρεμα νερά» και συγχρόνως να διατηρεί το casus belli. Γι’ αυτό και η λεκτική υποβάθμισή του από τον Ερντογάν χρειάζεται προσοχή. Η απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης παραμένει. Απλώς ο τόνος χαμήλωσε. Και όταν ένας έμπειρος διαπραγματευτής χαμηλώνει τον τόνο χωρίς να εγκαταλείπει το χαρτί του, καλό είναι να αναρωτιόμαστε κυρίως τι περιμένει.
Παράλληλα, η Τουρκία επιχειρεί να περιορίσει τις αντιθέσεις της στη Λιβύη, τα ελληνοτουρκικά κινούνται σε ασυνήθιστα χαμηλούς τόνους, ο ΟΗΕ προετοιμάζει νέα κίνηση στο Κυπριακό, η Ευρωπαϊκή Ένωση συνδέει το Κυπριακό με τις ευρωτουρκικές σχέσεις και οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν την αμυντική σχέση τους με την Κύπρο.
Δεν έχουμε στοιχεία ότι όλα αυτά αποτελούν μέρος μιας προσυμφωνημένης μεγάλης διευθέτησης. Έχουμε όμως αρκετές συμπτώσεις ώστε να μην τα αντιμετωπίζουμε ως άσχετα γεγονότα. Άλλωστε, στη διεθνή πολιτική δεν χρειάζεται πάντοτε ένα μυστικό χαρτί με όλες τις ανταλλαγές. Αρκεί κάθε πλευρά να γνωρίζει τι χρειάζεται η άλλη.
Και η Τουρκία αυτή τη γλώσσα την ξέρει καλά.
Το δικό μας πρόβλημα είναι ότι συχνά χωρίζουμε εκείνα που η Άγκυρα ενώνει. Άλλο το Κυπριακό, άλλο τα ελληνοτουρκικά, άλλο η Λιβύη, άλλο οι ευρωτουρκικές σχέσεις. Για την Τουρκία μπορούν, όταν χρειαστεί, να γίνουν διαφορετικά κεφάλαια του ίδιου παζαριού.
Γι’ αυτό η σημερινή ηρεμία χρειάζεται προσεκτικότερη ανάγνωση. Η ειρήνη είναι ασφαλώς επιθυμητή. Ο χρόνος όμως κυλά και για τους δύο. Αν η μία πλευρά τον χρησιμοποιεί για να ενισχύει τα ερείσματά της, να διευρύνει τις σχέσεις της και να κρατά ανοιχτά τα χαρτιά της, ενώ η άλλη αρκείται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει ένταση, τότε ο ίδιος χρόνος δεν έχει την ίδια αξία.
Κάποτε αυτή η περίοδος θα τελειώσει. Και τότε θα μετρήσει πού θα βρίσκεται η Τουρκία στη Λιβύη, τι θα έχει συμβεί με το casus belli, πού θα βρίσκεται το Κυπριακό και κυρίως ποιος θα έχει πραγματικό λόγο στην επόμενη ημέρα της Ανατολικής Μεσογείου.
Εδώ βρίσκεται και η θέση της ΝΙΚΗΣ.
Θέλουμε ειρήνη με την Τουρκία, όμως χωρίς φόβο και χωρίς εκπτώσεις στην κυριαρχία μας. Το casus belli είτε καταργείται είτε παραμένει απειλή πολέμου εναντίον της Ελλάδας. Οι ηπιότερες λέξεις δεν αλλάζουν την πραγματικότητα.
Για τη ΝΙΚΗ, η Κύπρος δεν είναι ένα μακρινό ζήτημα εξωτερικής πολιτικής. Είναι κομμάτι του Ελληνισμού και η ασφάλειά της συνδέεται ευθέως με την ασφάλεια της Ελλάδας. Θέλουμε μια Κύπρο ελεύθερη και κυρίαρχη, χωρίς στρατεύματα κατοχής, χωρίς αναχρονιστικές εγγυήσεις και χωρίς δικαιώματα επέμβασης τρίτων κρατών.
Θέλουμε επίσης συμμαχίες, όμως συμμαχίες αμοιβαίων συμφερόντων. Όταν η Ελλάδα διαθέτει βάσεις, λιμένες, αεροδρόμια και στρατηγικό βάθος, οφείλει να ζητά πραγματικό πολιτικό αντίκρισμα στα ζητήματα που αφορούν την κυριαρχία και την ασφάλεια του Ελληνισμού.
Το οθωμανικό παζάρι το έμαθαν καλά και οι σύμμαχοί μας. Ήρθε λοιπόν η ώρα να θυμηθεί και η Ελλάδα κάτι απλούστερο. Στις διεθνείς σχέσεις δεν αρκεί να είσαι χρήσιμος. Πρέπει να γνωρίζεις και την αξία σου.
Γιατί όποιος προσφέρει διαρκώς χωρίς να απαιτεί, κάποια στιγμή γίνεται δεδομένος.
Η Ελλάδα έχει τη θέση και το στρατηγικό βάθος. Χρειάζεται επιτέλους μια εξωτερική πολιτική με το ίδιο βάθος που της χάρισε η γεωγραφία.

