Σειρά συγκεκριμένων ερωτημάτων προς την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας έθεσε ο βουλευτής Α΄ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ Τάσος Οικονομόπουλος, κατά τη συζήτηση δύο διεθνών αμυντικών συμφωνιών στη Διαρκή Επιτροπή Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής.
Στην πρώτη συνεδρίαση, με αντικείμενο τη συμμετοχή της Ελλάδας στο Κέντρο Ανάλυσης και Προσομοίωσης για την Προετοιμασία Αεροπορικών Επιχειρήσεων CASPOA – NATO Centre of Excellence, ο Τάσος Οικονομόπουλος έθεσε ως βασικό κριτήριο το πραγματικό όφελος που θα επιστρέψει στην Πολεμική Αεροπορία.
Όπως ανέφερε, η συμμετοχή της χώρας σε ένα εξειδικευμένο Κέντρο Αριστείας του ΝΑΤΟ μπορεί να ενισχύσει τη διαλειτουργικότητα, τη σύγχρονη επιχειρησιακή γνώση και τη στρατιωτική συνεργασία με τη Γαλλία. Για τη ΝΙΚΗ, τόνισε, κάθε διεθνής αμυντική συνεργασία πρέπει να εξετάζεται με βάση την ενίσχυση της εθνικής αποτρεπτικής ικανότητας, τη μεταφορά πραγματικής τεχνογνωσίας και την κάλυψη των αναγκών των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στάθηκε ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται πλέον οι σύγχρονες αεροπορικές επιχειρήσεις. Όπως επισήμανε, αυτές κρίνονται από «τη διοίκηση και τον έλεγχο, τη δικτύωση, τη διακλαδικότητα, την προσομοίωση και την ικανότητα ταχείας προσαρμογής στα διδάγματα του σύγχρονου πολέμου».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην αξιοποίηση της εμπειρίας που θα αποκτά ο Έλληνας αξιωματικός ο οποίος θα υπηρετεί στο CASPOA. Η παρουσία ενός στελέχους στο εξωτερικό, σύμφωνα με τον ίδιο, αποκτά πραγματική αξία όταν η γνώση που συγκεντρώνεται επιστρέφει οργανωμένα στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.
«Η επιτυχία της συμφωνίας θα κριθεί από το αν η γνώση και η εμπειρία που θα αποκτήσει θα επιστρέψουν οργανωμένα στην Πολεμική Αεροπορία», ανέφερε, ζητώντας συγκεκριμένο μηχανισμό διάχυσης της τεχνογνωσίας μέσω εκθέσεων, ενημέρωσης του προσωπικού, αξιοποίησης των συμπερασμάτων στα εκπαιδευτικά προγράμματα και κατάλληλης τοποθέτησης του στελέχους μετά την επιστροφή του.
Ο Τάσος Οικονομόπουλος ζήτησε επίσης να αποσαφηνιστεί με ποια κριτήρια θα επιλέγεται ο αξιωματικός, επιμένοντας σε αντικειμενικά, αξιοκρατικά και επιχειρησιακά κριτήρια, καθώς και εάν το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας έχει προβλέψει οργανωμένο σύστημα καταγραφής και ενσωμάτωσης της εμπειρίας του στο επιχειρησιακό δόγμα.
Έθεσε ακόμη το ζήτημα της διάρκειας της τοποθέτησης, καθώς, όπως ανέφερε, στην κυρίως συμφωνία γίνεται λόγος για τρία χρόνια και στο παράρτημα για «τουλάχιστον τρία χρόνια». Ζήτησε από το Υπουργείο να ξεκαθαρίσει ποια διατύπωση υπερισχύει και ποιο μπορεί να είναι το ανώτατο χρονικό διάστημα παραμονής.
Στο οικονομικό σκέλος ζήτησε στοιχεία για τον επανακαθορισμό των οικονομικών αποτελεσμάτων από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε η τελική εκτίμηση της ετήσιας δαπάνης. Παράλληλα ζήτησε αναλυτική ενημέρωση για τις οικονομικές υποχρεώσεις της ελληνικής πλευράς που απορρέουν από την Τεχνική Διευθέτηση στην οποία παραπέμπει η συμφωνία.
Αιχμηρή ήταν η αναφορά του στην πρόβλεψη για μονομερή λύση της συμφωνίας με προειδοποίηση τριών ημερών, θέτοντας ευθέως το πρακτικό ζήτημα που δημιουργείται για ένα στέλεχος το οποίο υπηρετεί στο εξωτερικό μαζί με την οικογένειά του.
«Ποιος από όλους εμάς σε αυτή την αίθουσα, κύριε Υπουργέ, μπορεί μέσα σε τρεις μέρες να γυρίσει με την οικογένειά του στην πατρίδα;» ανέφερε και ζήτησε η προθεσμία να επεκταθεί τουλάχιστον στους τρεις μήνες ή να υπάρξει πρόβλεψη που θα καλύπτει τις οικονομικές και υπηρεσιακές συνέπειες μιας τόσο αιφνίδιας επιστροφής.
Κλείνοντας την πρώτη παρέμβασή του, συνόψισε τη θέση του με μία χαρακτηριστική αναφορά: «Δεν αρκεί να συμμετέχουμε σε δομές αριστείας. Πρέπει να μεταφέρουμε την αριστεία στις δικές μας Ένοπλες Δυνάμεις».
Στη δεύτερη συνεδρίαση, για το Μνημόνιο Συμφωνίας Ελλάδας και Σερβίας σχετικά με το Πολυεθνικό Συντονιστικό Κέντρο Στρατηγικών Θαλάσσιων Μεταφορών των Αθηνών (AMSCC), ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ ξεκίνησε την τοποθέτησή του επαναφέροντας μία διαφορετική διεθνή σύμβαση, τη MEDICRIME, η οποία αφορά την αντιμετώπιση της παραποίησης ιατρικών προϊόντων και συναφών εγκλημάτων που απειλούν τη δημόσια υγεία.
Ο Τάσος Οικονομόπουλος αναφέρθηκε στην τοποθέτηση του Υφυπουργού σχετικά με διεθνείς συμφωνίες οι οποίες παρέμεναν επί χρόνια χωρίς κύρωση και συνέδεσε το ζήτημα με τη MEDICRIME, την οποία η Ελλάδα υπέγραψε τον Μάιο του 2022.
«Δεν είναι όλες οι συμβάσεις ίδιας βαρύτητας», τόνισε, υπενθυμίζοντας ότι πρόκειται για δεσμευτική διεθνή σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης με επίκεντρο το ποινικό δίκαιο και την αντιμετώπιση της παραποίησης φαρμάκων και ιατρικών προϊόντων.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ ανέφερε ότι είχε θέσει το συγκεκριμένο θέμα και σε επίκαιρη ερώτηση προς τον Υπουργό Υγείας, εκφράζοντας έντονη δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι, κατά την τοποθέτησή του, δεν έλαβε απάντηση επί της ουσίας για την κύρωση της Σύμβασης.
«Λυπάμαι που αναγκάζομαι να αναφερθώ στο βήμα της συγκεκριμένης διαδικασίας, αλλά δεν έχω άλλο τρόπο να ενημερώσω τον ελληνικό λαό για το πώς λειτουργεί η κυβέρνηση και ποια συμφέροντα ενδεχομένως διακυβεύονται πίσω από αυτή τη μη κύρωση», είπε.
Περνώντας στη συμφωνία με τη Σερβία, ο Τάσος Οικονομόπουλος χαρακτήρισε σημαντική τη συνεργασία των δύο χωρών στον τομέα των στρατηγικών μεταφορών και έθεσε συγκεκριμένα ζητήματα που, όπως ανέφερε, χρειάζονται σαφείς απαντήσεις.
Πρώτο ζήτημα ήταν το πραγματικό κόστος για τον ελληνικό προϋπολογισμό. Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ επισήμανε ότι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους αναγνωρίζει την πρόκληση δαπάνης χωρίς να προσδιορίζεται συγκεκριμένο ύψος και ζήτησε να γίνει γνωστό ποιο είναι το ετήσιο κόστος λειτουργίας του AMSCC και ποια πρόσθετη επιβάρυνση συνεπάγεται η εφαρμογή του Μνημονίου.
«Πού τελειώνει η χωρίς χρέωση υποστήριξη και από ποιο σημείο το κόστος βαρύνει τη σερβική πλευρά ή τον ιδιώτη παράγοντα της μεταφοράς;», ήταν ένα από τα ερωτήματα που έθεσε.
Στη συνέχεια επικεντρώθηκε στην ασφάλεια των στρατιωτικών πληροφοριών που διακινούνται μέσω του Κέντρου. Όπως επισήμανε, το AMSCC συλλέγει και επεξεργάζεται στοιχεία σχετικά με στρατιωτικές μετακινήσεις, μεταφορικές ανάγκες και διαθέσιμα μέσα, ενώ στην ανάλυση συνεπειών αναφέρεται ότι δεν προβλέπεται χρήση πληροφοριακού συστήματος.
«Η ασφάλεια των πληροφοριών δεν είναι τυπικό ζήτημα. Αφορά άμεσα την εθνική ασφάλεια και την προστασία επιχειρησιακών δυνατοτήτων», ανέφερε, ζητώντας εξηγήσεις για τον τρόπο καταγραφής, διακίνησης και προστασίας των δεδομένων.
Ζήτησε ακόμη ενημέρωση για τις συμπληρωματικές διευθετήσεις που προβλέπονται σχετικά με την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών, καθώς και για το εάν αυτές μπορούν να δημιουργήσουν νέες οικονομικές ή άλλες υποχρεώσεις για την Ελλάδα χωρίς προηγούμενη ουσιαστική ενημέρωση της Βουλής.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις προβλέψεις περί αμοιβαίας παραίτησης από αξιώσεις σε περιπτώσεις θανάτου, τραυματισμού ή υλικής ζημίας. Ζήτησε να αποσαφηνιστεί εάν οι σχετικές ρυθμίσεις καλύπτουν περιπτώσεις βαριάς αμέλειας ή παράνομης πράξης και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη έναντι τρίτων σε περίπτωση περιβαλλοντικής ζημίας.
Ο Τάσος Οικονομόπουλος έκλεισε την παρέμβασή του ζητώντας από το Υπουργείο να παρουσιάσει το συνολικό σχέδιό του για το AMSCC, τον αριθμό των χωρών που χρησιμοποιούν σήμερα τις υπηρεσίες του, την πραγματική επιχειρησιακή δραστηριότητά του και τον τρόπο με τον οποίο επιδιώκεται η περαιτέρω αναβάθμισή του.
Όπως σημείωσε, η γεωγραφική θέση της Ελλάδας αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα στον χώρο των στρατηγικών μεταφορών και έθεσε ως στόχο αυτό το πλεονέκτημα να αποδίδει «επιχειρησιακή δυνατότητα, διπλωματική επιρροή και συγκεκριμένο εθνικό όφελος».
Με τις δύο παρεμβάσεις του, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ συνέδεσε τις διεθνείς αμυντικές συνεργασίες με συγκεκριμένες απαιτήσεις για αξιοκρατία, λογοδοσία, σαφή οικονομικά δεδομένα, προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών και οργανωμένη μεταφορά τεχνογνωσίας στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, ενώ επανέφερε στην κοινοβουλευτική συζήτηση την εκκρεμότητα της MEDICRIME.

