Την ανάγκη να αντιμετωπιστεί ο πρωτογενής τομέας ως πραγματικός πυλώνας εθνικής και οικονομικής ανάπτυξης ανέδειξε ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ, Κομνηνός Δελβερούδης, κατά την τοποθέτησή του στη Διακομματική Επιτροπή για την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα.
Ο κ. Δελβερούδης έθεσε το ζήτημα της πολιτικής βούλησης, επισημαίνοντας ότι αν το κράτος είχε προχωρήσει εγκαίρως σε ουσιαστικές παρεμβάσεις, η συζήτηση για την αγροτική παραγωγή, την κτηνοτροφία, την ύπαιθρο και την αξιοποίηση των εθνικών πόρων θα γινόταν σήμερα σε εντελώς διαφορετική βάση.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη δημιουργίας δημόσιων και δωρεάν αγροτικών εκπαιδευτηρίων, στα πρότυπα άλλων εξειδικευμένων σχολείων που λειτουργούν ήδη στη χώρα. Όπως σημείωσε, από τη στιγμή που η Ελλάδα διαθέτει επαγγελματικά, μουσικά και ναυτικά σχολεία, θα έπρεπε να αποτελεί αυτονόητη προτεραιότητα η ύπαρξη αγροτικών σχολείων, ικανών να στηρίξουν νέους ανθρώπους που θέλουν να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στην παραγωγή.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ συνέδεσε την αγροτική εκπαίδευση με την ερήμωση της υπαίθρου, το μορφωτικό και βιωτικό επίπεδο των πολιτών, αλλά και την ανάγκη να αποκτήσει ο πρωτογενής τομέας σύγχρονες γνώσεις, επαγγελματική οργάνωση και πραγματική προοπτική. Υπογράμμισε, παράλληλα, ότι η πρόσβαση σε τέτοιου είδους εκπαίδευση δεν μπορεί να αποτελεί προνόμιο λίγων, ιδιαίτερα όταν μεγάλος αριθμός αγροτών και κτηνοτρόφων δραστηριοποιείται σε έναν τομέα ζωτικής σημασίας για τη χώρα.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Δελβερούδης ζήτησε απαντήσεις για το μοντέλο οικονομικής βιωσιμότητας ανάλογων εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών, θέτοντας ζητήματα αυτοχρηματοδότησης, διδάκτρων, αγροτοκτηνοτροφικής δραστηριότητας, ευρωπαϊκών κονδυλίων, χορηγιών και εξωτερικής χρηματοδότησης. Όπως ανέφερε, «η συζήτηση αυτή είναι αναγκαία, καθώς αφορά άμεσα το κατά πόσο τέτοιες δομές μπορούν να σταθούν στην πράξη και να προσφέρουν ουσιαστική διέξοδο στον αγροτικό κόσμο».
Ξεχωριστή αναφορά έκανε και στην αιγοτροφία, ζητώντας να αποσαφηνιστεί γιατί δίνεται έμφαση μόνο σε αυτόν τον κλάδο και όχι και στην προβατοτροφία. Έθεσε, επίσης, το κρίσιμο ερώτημα της βιωσιμότητας μιας εντατικής μονάδας αιγοτροφίας, σε μια περίοδο που το κόστος των εφοδίων και των ζωοτροφών έχει εκτοξευθεί.
Ο κ. Δελβερούδης στάθηκε ιδιαίτερα στα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι νέοι αγροτοκτηνοτρόφοι, σημειώνοντας ότι η χρηματοδότηση από τα προγράμματα νέων αγροτών δεν επαρκεί για τις πραγματικές ανάγκες μιας επένδυσης. Όπως τόνισε, «οι απαιτήσεις για αγορά ζώων, σταβλικές εγκαταστάσεις και μηχανολογικό εξοπλισμό είναι πολύ μεγαλύτερες από τα διαθέσιμα ποσά, ενώ τα χρηματοδοτικά εργαλεία της αγοράς παραμένουν σε μεγάλο βαθμό απαγορευτικά».
Κλείνοντας την παρέμβασή του, έθεσε το ζήτημα του μέλλοντος της παραδοσιακής αιγοπροβατοτροφίας, συνδέοντάς το με την τυροκομία, τις εξαγωγές και την παραγωγική ταυτότητα της χώρας. Η τοποθέτησή του ανέδειξε ότι η ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικές διακηρύξεις, αλλά απαιτεί εκπαίδευση, χρηματοδότηση, σχέδιο και στήριξη των ανθρώπων που κρατούν ζωντανή την ελληνική ύπαιθρο.

