Υπάρχει ένας Ελληνισμός της Ανατολής που στην Ελλάδα γνωρίζουμε ελάχιστα. Είναι οι Ρωμηοί της Συρίας και ευρύτερα του Λεβάντε, άνθρωποι που έχουν σχηματίσει κοινότητες ή μένουν σε πόλεις της Συρίας και συνδέουν την ιστορική τους ταυτότητα με τον ελληνόφωνο και βυζαντινό κόσμο της Ανατολής, με τόπους όπως η Αντιόχεια, η Λαοδίκεια (Latakia), η Βαλάνια (Baniyas), η Αντάραδος (Tartus), η Βέροια (Aleppo) και η Δαμασκός.
Ο όρος «Ρωμηός» – από το «Ρωμαίος» – είναι το μεσαιωνικό συνώνυμο του Έλληνα και του Γραικού. Ας θυμηθούμε ότι ως Βυζαντινοί αποκαλούσαμε την Αυτοκρατορία μας «Ρωμανία» (και όχι «Βυζάντιο»), ενώ οι Τούρκοι ονόμαζαν Ρούμελη (Rum-elli = χώρα Ρωμιών) την Στερεά Ελλάδα και Ρωμυλία (ξανά Rum-elli) την βόρεια Θράκη. Σήμερα, η Τουρκία χρησιμοποιεί ακόμα τον όρο Rum για τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και τον όρο Rumca ή Romeika για την τοπική γλώσσα των Ποντίων στα χωριά του Πόντου. Όμως και διεθνείς οργανώσεις όπως η Levantine Greek Association χρησιμοποιούν τους όρους «Levantine Greeks», «Levantine Rum» ή απλώς «Rum» για να περιγράψουν μια ιστορική και πολιτισμική κοινότητα του Λεβάντε, την οποία συνδέουν με τους παλαιότερους ελληνόφωνους Χαλκηδόνιους (δηλ. Ορθοδόξους) χριστιανούς της περιοχής και με την κοινή βυζαντινή (ρωμαίικη) παράδοσή μας.
Η ιστορία αυτών των Ρωμηών είναι στενά συνδεδεμένη με τη γλώσσα. Οι πρόγονοί τους χρησιμοποιούσαν τα ελληνικά, ενώ η ελληνική και η συριακή/αραμαϊκή συνυπήρχαν στην περιοχή για αιώνες. Μετά την αραβική κατάκτηση του 7ου αιώνα άρχισε μια μακρά διαδικασία γλωσσικής μετάβασης προς τα αραβικά. Τον τελευταίο αιώνα, με την κρατική προπαγάνδα του «Παναραβισμού» στην Μέση Ανατολή, προσπάθησαν να τους πείσουν ότι και οι ίδιοι – εφόσον μιλούν αραβικά – είναι «Άραβες», όπως δηλαδή οι νομαδικοί λαοί της Σαουδικής Αραβίας και της Υεμένης (!). Ταυτόχρονα, τα αραβικά επικράτησαν σχεδόν με την βία στην καθημερινή ζωή, ενώ τα ελληνικά και άλλες παλαιότερες γλώσσες καταργήθηκαν ή περιορίστηκαν σε σημαντικό βαθμό σε εκκλησιαστικές χρήσεις, μέχρι που στην δεκαετία του 1970 καταργήθηκαν και από εκεί…
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε η μνήμη της Ρωμηοσύνης. Σήμερα υπάρχουν άνθρωποι στις κοινότητες του Λεβάντε που θυμούνται ακόμα της ρίζες τους και αναζητούν ξανά την ιστορία και την ταυτότητά τους, ενδιαφέρονται για την ελληνική γλώσσα και θέλουν να αποκαταστήσουν τη σχέση τους με την ελληνική και βυζαντινή πολιτιστική κληρονομιά! Η Levantine Greek Association, η οποία ιδρύθηκε το 2015 και δηλώνει ως αποστολή της τη διατήρηση της ιστορίας, της ταυτότητας και του πολιτισμού των Ρωμηών της Συρίας, όπως και η Ρωμαίικη Πολιτιστική Εταιρεία, με έδρα τη Βηρυτό (The Romaian Cultural Society), αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της σύγχρονης προσπάθειας.
Και δεν πρόκειται μόνο για θεωρητικό ενδιαφέρον. Το 2020, στο Πατριαρχείο Αντιοχείας στη Δαμασκό ξεκίνησαν μαθήματα ελληνικής γλώσσας, με περίπου 40 μαθητές, μεταξύ των οποίων και μέλη της ελληνικής κοινότητας της Δαμασκού. Η προσπάθεια αυτή δείχνει ότι η ελληνική γλώσσα εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για ανθρώπους που θέλουν να την ξαναμάθουν ή να την ενισχύσουν.
Το ίδιο το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών αναφέρει ότι στη Συρία υπάρχουν περίπου 1.500 άνθρωποι ελληνικής καταγωγής, κυρίως στη Δαμασκό και το Χαλέπι, ενώ από το 1913 λειτουργεί οργανωμένη ελληνική κοινότητα στη Δαμασκό. Το ΥΠΕΞ σημειώνει επίσης ότι η ελληνική γλώσσα εξακολουθεί να διδάσκεται και ότι υπάρχουν ομογενείς και σε άλλες πόλεις, όπως η Λαοδίκεια, η Ταρτούς και η Χομς. Ο αριθμός αυτός, όμως, δεν πρέπει να θεωρείται ως ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων που συνδέονται με τη ρωμαίικη ταυτότητα. Η έννοια του «Rum» είναι ευρύτερη και ιστορικά πολύπλοκη. Και αναφέρεται σε κοινότητες που σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό αραβόφωνες, αλλά διατηρούν τη θρησκευτική, ιστορική και πολιτιστική σύνδεση με την παράδοση της Αντιόχειας και του «βυζαντινού» κόσμου. Οι μεγαλύτερες από αυτές είναι οι πόλεις Χάμα (Hama / αρχαία Επιφάνεια), Λατάκια (Λαοδικεία) και Ταρτούς, η κωμόπολη Σουκαϊλαμπίγια (Al Suqaylabiyah), η κωμόπολη Μάρντεχ (Mhardeh / Maharda), η κωμόπολη Σαφίτα (Safita), καθώς και δεκάδες μικρότερες κοινότητες και χωριά, ειδικά στην περιοχή Wadi al-Nasara, δηλαδή Κοιλάδα των Χριστιανών!
Εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα αυτής της ιστορίας: άνθρωποι που έχουν χάσει σε μεγάλο βαθμό τη γλώσσα των προγόνων τους εξακολουθούν να αναζητούν τη γλώσσα, την ιστορία και την ταυτότητα που θεωρούν μέρος της κληρονομιάς τους. Και αυτή η προσπάθεια γίνεται σε μια περιοχή που γνωρίζει πολέμους, εκτοπισμούς, μετανάστευση και σοβαρή συρρίκνωση των χριστιανικών κοινοτήτων. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο σημειώνει ότι ο πόλεμος στη Συρία προκάλεσε εκτεταμένο εκτοπισμό και μετανάστευση των χριστιανικών κοινοτήτων, ενώ δεν υπάρχει σήμερα επίσημη καταγραφή του συνολικού αριθμού των Ελληνορθόδοξων χριστιανών που παραμένουν στη χώρα.
Η μετανάστευση αυτή γίνεται προς διάφορες χώρες, όχι όμως προς την Ελλάδα! Ευχής έργον θα ήταν η προστασία και παραμονή των Ορθοδόξων Ρωμηών στις προγονικές εστίες τους. Όμως μέσα σε αυτή την πραγματικότητα τίθεται ένα ερώτημα που αφορά πλέον και την ίδια την Ελλάδα: εφόσον υπάρχουν Ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί, που πραγματικά είναι φιλήσυχοι, έχουν την ίδια πίστη και τα ίδια θρησκευτικά έθιμα με εμάς, ξεριζώνονται από τη θύελλα του πολέμου και επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα, να μάθουν ελληνικά, να εργαστούν, να δημιουργήσουν οικογένειες και να επανασυνδεθούν με τον ελληνικό πολιτισμό, γιατί να μην μπορούσε η Ελλάδα να εξετάσει οργανωμένους και νόμιμους τρόπους για να τους προσφέρει αυτή τη δυνατότητα;
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την ιστορική μνήμη. Αφορά και το δημογραφικό μέλλον της Ελλάδας, που όλοι γνωρίζουμε πόσο ζοφερό προοιωνίζεται! Φυσικά το δημογραφικό θα λυθεί με γεννήσεις Ελληνόπουλων στις ελληνικές οικογένειες, στις οικογένειές μας. Όμως έχουμε ενώπιόν μας όχι ένα ξένο σώμα, αλλά Ελληνορθόδοξους πληθυσμούς που υφίστανται ξανά τρομοκρατία, δολοφονίες και ανατινάξεις εκκλησιών, ένα φαινόμενο που δυστυχώς επαναλαμβάνεται στο Γένος μας ανά τους αιώνες στις περιοχές της Ανατολής και παλαιότερα και στην ίδια μας την χώρα. Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι θα έπρεπε, κάτω από ένα ειδικό καθεστώς, να μπορέσουν, εφόσον το επιθυμούν, να βρουν ασφάλεια στην χώρα που οι ίδιοι θεωρούν μητέρα τους. Την Ελλάδα.
Πολύ περισσότερο, όταν εδώ και χρόνια βλέπουμε να γίνεται μέσω θαλάσσης από Τουρκία μια μαζική εισροή Σύριων μεταναστών, μουσουλμάνων στο θρήσκευμα, και ανάμεσά τους πιθανόν και κάποιων εξτρεμιστών, που με παράνομο/παράτυπο τρόπο περνούν μέσα στην χώρα μας και τους δίνεται η δυνατότητα να παραμείνουν κάτω από προϋποθέσεις. Σχεδόν κανένας όμως Ελληνορθόδοξος Ρωμιός δεν βλέπουμε να βρίσκεται μαζί τους μέσα στην βάρκα! Γιατί άραγε;
Για τους ίδιους τους Ρωμηούς, μια τέτοια δυνατότητα θα μπορούσε να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή μετανάστευση. Θα μπορούσε να σημαίνει επανασύνδεση με μια ιστορική κληρονομιά που για αιώνες παρέμεινε ζωντανή στην Ανατολή, ακόμη και όταν η γλώσσα άλλαξε.
Για την Ελλάδα, θα μπορούσε να σημαίνει την προστασία ενός τμήματος της ιστορικής κληρονομιάς του Ελληνισμού και ταυτόχρονα την αναζωογόνηση ελληνικών ακριτικών περιοχών με ομογενείς (όμοιου γένους) πληθυσμούς, με την ίδια πίστη και τα ίδια θρησκευτικά ήθη και έθιμα, όπως ακριβώς έγινε από τους Έλληνες του Πόντου και της Ιωνίας τον περασμένο αιώνα. Τα ιστορικά του περασμένου αιώνα μας δείχνουν τον σωστό «δρόμο» και, αν τον ακολουθήσουμε, θα ωφεληθούμε διπλά.
Ευάγγελος Π.

