Η Γροιλανδία επανέρχεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας γεωπολιτικής, όχι επειδή άλλαξε καθεστώς, αλλά επειδή άλλαξε η αξία της Αρκτικής. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Βορράς δεν αποτελεί μια παγωμένη περιφέρεια χαμηλής σημασίας, αλλά αναδυόμενο θέατρο στρατηγικού ανταγωνισμού, όπου συγκλίνουν γεωπολιτικοί παράγοντες, άμυνα, επιτήρηση, θαλάσσιες διαδρομές και μακροπρόθεσμος έλεγχος ισχύος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Γροιλανδία δεν αντιμετωπίζεται ως απλό γεωγραφικό έδαφος, αλλά ως ζωτικός χώρος (chokepoint) στον Βόρειο Ατλαντικό και στον αρκτικό χώρο. Η θέση της, ανάμεσα στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη και πάνω στις αρκτικές γραμμές προσέγγισης, την καθιστά κομβική για έγκαιρη προειδοποίηση, αεροναυτική και διαστημική επιτήρηση και αντιπυραυλική άμυνα. Η αμερικανική παρουσία στην Διαστημική Βάση του Pituffik (Pituffik Space Base), πρώην Thule Air Base, τοποθετημένη στην Βορειοδυτική ακτή της Γροιλανδίας, δεν συνιστά απλώς στρατιωτική εγκατάσταση, αλλά βασικό στοιχείο μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής ασφάλειας και άμυνας.
Στόχος δεν είναι η μαζική προβολή ισχύος, αλλά η αποτροπή τετελεσμένων, μέσω ελέγχου του χρόνου αντίδρασης, της πληροφορίας και της πρόσβασης. Σε έναν κόσμο, όπου η ταχύτητα και η γνωσιακή υπεροχή προηγούνται της αριθμητικής ισχύος, τέτοιες υποδομές λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές στρατηγικής επιρροής.
Παράλληλα, η σταδιακή υποχώρηση των πάγων αναβαθμίζει την Αρκτική σε χώρο αυξανόμενης κινητικότητας. Οι αρκτικές διαδρομές Ασία–Ευρώπη δεν αντικαθιστούν άμεσα τη Διώρυγα του Σουέζ, αλλά λειτουργούν ως στρατηγική εναλλακτική επιλογή, συντομότερη σε απόσταση, κρίσιμη σε περιόδους έντασης και επαρκής για να μεταβάλει τους υπολογισμούς ισχύος στον παγκόσμιο εφοδιασμό. Η Γροιλανδία δεν είναι ο ίδιος ο διάδρομος, αλλά το σημείο από το οποίο αυτός μπορεί να παρακολουθηθεί, να ασφαλιστεί ή να επηρεαστεί. Με όρους εργαλειοποιημένης αλληλεξάρτησης, ο έλεγχος της περιοχής μεταφράζεται σε έλεγχο των ροών, χωρίς ανάγκη άμεσης σύγκρουσης.
Από τη σκοπιά του Ντόναλντ Τραμπ, η Γροιλανδία δεν αποτελεί ζήτημα διεθνούς νομιμότητας, ιστορικών δεσμών ή συμμαχικής λεπτότητας. Είναι ζήτημα ελέγχου, διαπραγματευτικής ισχύος και μακροπρόθεσμης κυριαρχίας. Αντιμετωπίζεται ως στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο, που βρίσκεται τυπικά εκτός αμερικανικής κυριαρχίας, αλλά δυνητικά εντός της αμερικανικής σφαίρας ασφάλειας. Η δημόσια συζήτηση περί εξαγοράς λειτουργεί πρωτίστως ως εργαλείο πίεσης και αποσαφήνισης ισχύος προς μεν τη Δανία, ότι, ως προς τη Γροιλανδία, το ζήτημα είναι στρατηγικό και όχι απλώς διαχειριστικό, ότι η ασφάλειά της δεν είναι δεδομένη χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες, [και] προς δε τη Ρωσία και την Κίνα, ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί την Αρκτική χώρο δικών της ζωτικών συμφερόντων.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η διάσταση των σπανίων γαιών, που προσδίδει στη Γροιλανδία πρόσθετο στρατηγικό βάθος. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, και ιδίως με βάση την λογική Τραμπ, το ζητούμενο δεν είναι η τυπική κυριαρχία επί των κοιτασμάτων, αλλά η αποκλειστική ένταξή τους σε δυτικές αλυσίδες αξίας.
Μέσω της χρηματοδότησης, μακροχρόνιων συμβολαίων προμήθειας, συμμετοχής αμερικανικών εταιρειών στις διαδικασίες εξόρυξης και εκμετάλλευσης και της ενσωμάτωσης των απαραίτητων υποδομών στην αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας, η εκμετάλλευση των σπανίων γαιών μπορεί να καταστεί λειτουργικά αποκλειστική, χωρίς αλλαγή του υπάρχοντος καθεστώτος .
Η Κίνα, αντιμέτωπη με την απώλεια ενός κρίσιμου ζωτικού χώρου (chokepoint) στις παγκόσμιες αλυσίδες σπανίων γαιών, θα επιδιώξει πολιτική και οικονομική διείσδυση, ή θα απαντήσει μέσω της εργαλειοποίησης των αγορών, ενώ η Ρωσία θα περιοριστεί κυρίως σε στρατιωτική επίδειξη ισχύος στην Αρκτική, χωρίς τη δυνατότητα να ανατρέψει την ισχύουσα αρχιτεκτονική ελέγχου.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται η επικρατούσα λογική της αποκλειστικής ενσωμάτωσης στην αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζεται να προσαρτήσουν τη Γροιλανδία για να εξασφαλίσουν έλεγχο ουσίας. Αρκεί να την εντάξουν λειτουργικά σε ένα σύστημα αμερικανικών και ΝΑΤΟϊκών υποδομών με στρατιωτική παρουσία, αισθητήρες, δίκτυα επιτήρησης, υποδομές διπλής χρήσης, αεροδρόμια, λιμένες, τηλεπικοινωνίες, logistics και συστήματα επεξεργασίας πληροφοριών, που αξιοποιούν τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης. Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται ένα πλέγμα εξαρτήσεων, που οδηγεί σε δομικό περιορισμό των πραγματικών στρατηγικών επιλογών του νησιού, χωρίς να απαιτείται μεταβολή του τυπικού του καθεστώτος.
Έτσι, ακόμη κι αν η Γροιλανδία παραμείνει υπό δανική κυριαρχία, ή κινηθεί στο μέλλον προς μεγαλύτερη αυτονομία, θα είναι πρακτικά ενταγμένη σε μια αρχιτεκτονική, στην οποία η αμερικανική παρουσία και τεχνογνωσία είναι αναντικατάστατες. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες – και ιδίως στη λογική Τραμπ – αυτό συνιστά στρατηγική επιτυχία, τουτέστιν λειτουργική αποκλειστικότητα στον έλεγχο των υποδομών, των ροών και της πληροφορίας, με χαμηλότερο πολιτικό και νομικό κόστος από οποιαδήποτε επίσημη εξαγορά.
Η ΝΙΚΗ αντιμετωπίζει τη Γροιλανδία όχι ως ζήτημα ιδιοκτησίας, αλλά ως υπόδειγμα του τρόπου με τον οποίο ασκείται η ισχύς στον 21ο αιώνα. Σε έναν κόσμο όπου ο έλεγχος περιοχής δεν προκύπτει από σύνορα, αλλά από υποδομές, ροές και πληροφορία, η πραγματική ασφάλεια δεν διασφαλίζεται με θεαματικές κινήσεις, αλλά με λειτουργική αποκλειστικότητα και στρατηγική ενσωμάτωση σε αρχιτεκτονικές αποτροπής.
Για την Ελλάδα, ως ναυτιλιακή και ενεργειακή χώρα, το δίδαγμα είναι σαφές. Η εθνική κυριαρχία σήμερα ταυτίζεται με την ανθεκτικότητα των κρίσιμων υποδομών και την ικανότητα αποτροπής τετελεσμένων, χωρίς κλιμάκωση.
Η ΝΙΚΗ υποστηρίζει την πολιτική ισχύος με μέτρο, σαφή στόχο και θεσμική σοβαρότητα, όχι για να αποφεύγονται οι ευθύνες, αλλά για να προστατεύονται τα εθνικά συμφέροντα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου γεωοικονομικού ανταγωνισμού.
Γεώργιος Νικολάκος – Αντιστράτηγος ε.α.
Μέλος Θ.Ο. Εξωτερικής Πολιτικής της ΝΙΚΗΣ

