Υπάρχουν λόγια που μοιάζουν να γράφτηκαν για το σήμερα, παρότι ειπώθηκαν πριν από δεκαετίες. Μια τέτοια φράση είναι εκείνη του Γιούρι Αλεξάντροβιτς Μπεζμένωφ, πρώην πράκτορα της KGB, ο οποίος το 1983, μιλώντας στον Καναδά, προειδοποιούσε πως «το να εκθέτεις κάποιον σε αληθινές πληροφορίες δεν έχει πλέον σημασία, όταν έχει χάσει το ηθικό του».
Όσο κι αν κατακλύσεις έναν άνθρωπο με γεγονότα, έγγραφα, εικόνες και αποδείξεις, έλεγε, εάν έχει προηγηθεί η αποθάρρυνσή του, θα αρνηθεί να τα πιστέψει και η όλη τραγωδία δεν βρίσκεται στην έλλειψη αληθινών πληροφοριών, αλλά στην αδυναμία του ανθρώπου να τις αναγνωρίσει.
Αυτό το σχήμα, που παρουσιάστηκε τότε ως ανάλυση του σοβιετικού μηχανισμού ιδεολογικής υπονόμευσης, σήμερα μοιάζει ανησυχητικά επίκαιρο, ιδίως όταν διαβάζεται υπό το πρίσμα της ελληνικής μεταπολιτευτικής εμπειρίας.
Ο Μπεζμένωφ ήταν άνθρωπος της KGB, εκπαιδευμένος στην προπαγάνδα και στην «ιδεολογική ανατροπή», δηλαδή στη συστηματική διαδικασία μέσω της οποίας μια ολόκληρη κοινωνία υποβάλλεται σε μακροχρόνιο επαναπρογραμματισμό, ώστε να παραμορφωθεί η αντίληψή της για την πραγματικότητα και στο τέλος να αυτοκαταστραφεί χωρίς να αντιστέκεται.
Υπηρέτησε ως «δημοσιογράφος» στο σοβιετικό πρακτορείο ειδήσεων Novosti, εργάστηκε στο εξωτερικό, γνώρισε από μέσα τον τρόπο με τον οποίο το καθεστώς χρησιμοποίησε τα μέσα ενημέρωσης, την κουλτούρα, την εκπαίδευση και τις «προοδευτικές ιδέες» ως εργαλεία γεωπολιτικής.
Όταν αυτομόλησε στη Δύση, υποστήριξε ότι η KGB είχε ήδη διεισδύσει σε κρίσιμες δομές, συμπεριλαμβανομένης της CIA, και αποφάσισε να μιλήσει δημόσια για τις μεθόδους που είχε υπηρετήσει.
Στις αναλύσεις του, η «ιδεολογική ανατροπή» περιγράφεται ως ένα πρόγραμμα τεσσάρων σταδίων: αποθάρρυνση (demoralization), αποσταθεροποίηση (destabilization), κρίση (crisis) και ομαλοποίηση (normalization). Ο ίδιος τόνιζε ότι πρόκειται για μακροχρόνια στρατηγική που μπορεί να εκτείνεται από 15 έως και 60 χρόνια, δηλαδή όσο χρειάζεται για να εκπαιδευτούν δύο–τρεις διαδοχικές γενιές.
Το εντυπωσιακό είναι ότι, κατά τον Μπεζμένωφ, μόνο ένα μικρό ποσοστό των δραστηριοτήτων της KGB αφορούσε την κλασική κατασκοπεία και η πραγματική ισχύς βρισκόταν στην ψυχολογική χειραγώγηση, στη διαμόρφωση νοοτροπιών, στην εισχώρηση σε θεσμούς και πολιτισμικά δίκτυα. Με άλλα λόγια, η μάχη δεν δινόταν στα σύνορα, αλλά στις συνειδήσεις.
Στο πρώτο στάδιο, αυτό της αποθάρρυνσης, ο στόχος είναι να χτυπηθούν οι ίδιες οι αξιακές βάσεις της κοινωνίας-στόχου: η παιδεία, η θρησκευτική και πολιτισμική ταυτότητα, η οικογένεια, η ηθική. Για να είναι αποτελεσματική η διαδικασία, πρέπει να διαρκέσει τουλάχιστον 15–20 χρόνια, δηλαδή όσος χρόνος απαιτείται για να διαπαιδαγωγηθεί μια ολόκληρη γενιά με ανατρεπτικές ή χαοτικές ιδέες.
Το εκπαιδευτικό σύστημα είναι το πρώτο μεγάλο πεδίο. Εκεί, η μετάβαση γίνεται σταδιακά: από την κλασική παιδεία, που δίνει εργαλεία κριτικής σκέψης και ιστορικής αυτογνωσίας, σε ένα σύστημα που προωθεί τον ηθικό σχετικισμό, την αποσπασματική γνώση και τη γενικευμένη αμφισβήτηση κάθε σταθεράς. Ο μαθητής δεν μαθαίνει πλέον να σκέφτεται με όρους αιτίου και αποτελέσματος, μάχεται απλώς να περάσει εξετάσεις σε ένα περιβάλλον χωρίς καθαρό αξιακό κέντρο.
Παράλληλα, η θρησκεία αντιμετωπίζεται όχι ως μια ιστορική και πνευματική σταθερά του έθνους, αλλά ως εμπόδιο, ως αναχρονιστικό κατάλοιπο. Δεν διώκεται ευθέως – αλλά γελοιοποιείται, διαβρώνεται, αποενοιολογικοποιείται. Η πίστη παρουσιάζεται ως αφέλεια και η παράδοση ως βάρος και όταν αυτό γίνεται για χρόνια, γεννιέται μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι δεν έχουν πια σταθερές «άγκυρες» νοήματος, κάτι στο οποίο να μπορούν να ανατρέξουν σε περιόδους κρίσης.
Το ίδιο συμβαίνει και με την οικογένεια που από θεμέλιο συνοχής και αλληλεγγύης μετατρέπεται σε πεδίο ιδεολογικών αντιπαραθέσεων και αποδόμησης. Η αξία της προσφοράς, της θυσίας, του χρέους προς τις προηγούμενες και τις επόμενες γενιές υποχωρεί μπροστά σε ένα επιθετικά προβεβλημένο μοντέλο ατομισμού.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Μπεζμένωφ εισάγει και την έννοια των «χρήσιμων ηλιθίων» – ανθρώπων που, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, λειτουργούν ως φορείς αυτής της ατζέντας και οι οποίοι δεν είναι πράκτορες με τη στενή έννοια, αλλά μπορεί να είναι δάσκαλοι που αναπαράγουν άκριτα μοντέλα «προοδευτισμού», δημοσιογράφοι που υπηρετούν γραμμές, καλλιτέχνες που γελοιοποιούν τα σύμβολα της συλλογικής ταυτότητας, πολιτικοί που οικοδομούν καριέρες πάνω σε θολά, συνθηματολογικά προτάγματα. Αυτοί οι άνθρωποι, πίστευε ο Μπεζμένωφ, κάνουν την πιο βρώμικη δουλειά, γιατί φυσιολογικοποιούν την αποδόμηση.
Το δεύτερο στάδιο είναι η αποσταθεροποίηση. Αφού έχει προηγηθεί η ηθική και αξιακή διάβρωση, σειρά έχουν οι λειτουργικές δομές της κοινωνίας: η οικονομία, η εθνική άμυνα, η εξωτερική πολιτική, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Ο στόχος είναι να διαλυθεί η ενιαία αίσθηση κατεύθυνσης και να παγιωθεί η εντύπωση ότι «τίποτα δεν λειτουργεί σωστά».
Οικονομικό σαμποτάζ, υπερδανεισμός, κατάρρευση της μεσαίας τάξης, αύξηση ανισοτήτων, διεύρυνση της επισφάλειας: όλα αυτά λειτουργούν πολλαπλασιαστικά. Η κοινωνία αρχίζει να διαχωρίζεται σε στρατόπεδα, ενώ η αίσθηση συλλογικού σκοπού αντικαθίσταται από μια γενικευμένη δυσφορία, που όμως δεν μετατρέπεται σε παραγωγική πολιτική δράση.
Οι περιγραφές αυτές μοιάζουν ιδιαίτερα οικείες αν κοιτάξει κανείς την ελληνική πορεία από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Η χώρα, μετά το τέλος της δικτατορίας, μπήκε σε μια περίοδο έντονης πολιτικής πόλωσης και διαδοχικών «συνθημάτων».
Από τα αντι-ΝΑΤΟϊκά και αντι-ΕΟΚικά συνθήματα της δεκαετίας του ’80, μέχρι τα «λεφτά υπάρχουν» και τους ψευδαισθησιακούς εκσυγχρονισμούς, το πολιτικό σύστημα συχνά βρέθηκε να παίζει με τις προσδοκίες του λαού, αντί να τον εκπαιδεύει σε υπεύθυνη συμμετοχή. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα άλλαζαν με ρυθμούς που δεν επέτρεπαν συνοχή, η εθνική ιστορία υποβαθμιζόταν ή ξαναγράφονταν, η οικονομία στηρίχθηκε σε δανεισμό και όχι σε παραγωγική ανασυγκρότηση, ενώ η δημόσια διοίκηση διογκώθηκε ως πεδίο κομματικής συναλλαγής.
Κάπου εκεί, ξεκινά και η τρίτη φάση: η κρίση. Η κρίση είναι το αναμενόμενο αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου αποθάρρυνσης και αποσταθεροποίησης και στην Ελλάδα εκδηλώθηκε ως δημοσιονομική έκρηξη, χρεοκοπία, μνημόνια, δραματική συρρίκνωση εισοδημάτων, μαζική ανεργία, φυγή νέων στο εξωτερικό.
Την ίδια στιγμή, η κοινωνία βρέθηκε βομβαρδισμένη από αντιφατικά αφηγήματα καθώς άλλοι υπόσχονταν εύκολη επανάσταση, άλλοι υποσχέθηκαν «σωτηρία» μέσω αυστηρής λιτότητας, άλλοι χτίσανε καριέρες πάνω στην οργή και την αγανάκτηση και έτσι ο πολίτης βρέθηκε ανάμεσα σε δύο άκρα: από τη μία η απελπισία και η ένταση, από την άλλη η κόπωση και η παραίτηση.
Σύμφωνα με το σχήμα του Μπεζμένωφ, σε αυτή τη φάση η κοινωνία είναι έτοιμη να παραδώσει πρόθυμα θεμελιώδεις ελευθερίες της με αντάλλαγμα μια υπόσχεση ασφάλειας και «σταθερότητας».
Ακριβώς τότε είναι που μπορεί να παγιωθεί η τέταρτη φάση: η ομαλοποίηση. Εκεί, οι ανατρεπτικές αλλαγές που επιβλήθηκαν μέσα στην κρίση παύουν να φαίνονται έκτακτες και βαφτίζονται «νέα κανονικότητα». Θεσμικές εκτροπές, περιορισμοί, αποδοχή συνεχούς επιτήρησης, υπερσυγκέντρωση εξουσιών, εξάρτηση από υπερεθνικά κέντρα αποφάσεων, μετατρέπονται σιγά σιγά σε φυσικό τοπίο. Οι πολίτες, κουρασμένοι από τη σύγκρουση και την αβεβαιότητα, προσαρμόζονται. Στην αρχή αντιδρούν, μετά σιωπούν, στο τέλος συνηθίζουν.
Η πιο σκοτεινή διαπίστωση του Μπεζμένωφ είναι πως όταν ολοκληρωθεί ο κύκλος, ακόμη και η πλήρης αποκάλυψη της αλήθειας δεν αρκεί για να αντιστρέψει τη ζημιά, όχι επειδή δεν υπάρχουν στοιχεία, αλλά επειδή ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν έχει πια τη νοητική και ηθική ενέργεια να τα επεξεργαστεί.
Ο άνθρωπος που έχει αποθαρρυνθεί βαθιά, που έχει μάθει να ζει με την ιδέα ότι «όλα είναι μάταια», δεν πιστεύει καν ότι μπορεί να αλλάξει κάτι και αυτός είναι ο τελικός στόχος: όχι η φυσική εξόντωση ενός λαού, αλλά η ψυχική του παραίτηση.
Το ελληνικό παράδειγμα εντάσσεται με ανησυχητική ακρίβεια σε αυτό το σχήμα καθώς η μεταπολιτευτική δημοκρατία, αντί να λειτουργήσει ως εποχή ωρίμανσης, μετατράπηκε σε πεδίο όπου δοκιμάστηκαν σχεδόν όλα τα εργαλεία αποθάρρυνσης: απαξίωση της ιστορίας, αποδυνάμωση των θεσμών, κατασυκοφάντηση της παράδοσης, μαθητεία στην επιφανειακή κατανάλωση, υποκατάσταση της ουσίας από επικοινωνιακό περιτύλιγμα.
Στη συνέχεια ήρθε η οικονομική κατάρρευση, η διεθνής επιτροπεία, η αίσθηση ότι η χώρα δεν ορίζει τη μοίρα της. Και σήμερα, μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, με γεωπολιτικές ανακατατάξεις, πολέμους, μετακινήσεις πληθυσμών και ψηφιακή επιτήρηση, ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας μοιάζει να αιωρείται: ούτε εμπιστεύεται, ούτε εξεγείρεται∙ ούτε ελπίζει, ούτε σχεδιάζει.
Αν όλα αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα, δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί γιατί ο λαός μοιάζει να μην αντιδρά και δεν έχουμε να κάνουμε απλά με μια συλλογική αδιαφορία αλλά με επιστημονικά σχεδιασμένο χειρισμό. Βρισκόμαστε στο τέλος του σταδίου της αποθάρρυνσης και στο κατώφλι μιας πλήρους κοινωνικής καταστροφής, όπως θα έλεγε ο Μπεζμένωφ. Μπροστά μας βρίσκεται είτε το χάος είτε η βίαιη ανασύνθεση. Οι επίβουλοι της χώρας πιστεύουν ότι οδηγούν την Ελλάδα στην οριστική της διάλυση.
Ωστόσο, ακόμη και στην πιο απαισιόδοξη ανάλυση, ο Μπεζμένωφ άφηνε μια χαραμάδα. Έλεγε ότι η διαδικασία της ιδεολογικής ανατροπής δεν είναι νομοτέλεια. καθώς προϋποθέτει την πλήρη παθητικότητα των πολιτών και την απουσία ενεργού, ηθικά συγκροτημένου πυρήνα που να αντιστέκεται στο πνευματικό ξεχαρβάλωμα.
Είναι όμως εξίσου πιθανό – και ιστορικά συμβατό με την πορεία αυτού του τόπου – ότι η διαδικασία αυτή θα λειτουργήσει ως “απαλλαγή από τα βαρίδια”. Ότι μέσα από την κατάρρευση ενός σάπιου οικοδομήματος θα προκύψει η ανάγκη για μια νέα, γνήσια, βαθιά αναγέννηση.
Για να έρθει, ωστόσο, οποιαδήποτε “αναλαμπή”, πνευματική ή ιστορική, κάποια βαρίδια πρέπει όντως να φύγουν. Και αυτό, είτε το θέλουν είτε όχι οι μηχανισμοί της αποθάρρυνσης, δεν το ορίζουν τελικά ούτε τα κέντρα εξουσίας ούτε οι πρόθυμοι υπηρέτες τους, αλλά οι ίδιες οι ψυχές των ανθρώπων που αποφασίζουν, έστω και αργά, να ξυπνήσουν.
Θ.Ο. Επικοινωνίας της ΝΙΚΗΣ

