Σφοδρή πολιτική επίθεση στην κυβέρνηση εξαπέλυσε από το βήμα της Ολομέλειας της Βουλής ο βουλευτής Α΄ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ, Τάσος Οικονομόπουλος, κατά τη συζήτηση και ψήφιση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την παραχώρηση του Εθνικού Χιονοδρομικού Κέντρου Βασιλίτσας.
Ο κ. Οικονομόπουλος συνέδεσε την κυβερνητική πρακτική στην εξωτερική πολιτική με τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, κατηγορώντας το Μέγαρο Μαξίμου ότι κινείται χωρίς στρατηγική, χωρίς θεσμική σοβαρότητα και χωρίς πραγματική υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος.
Ξεκινώντας από τις πρόσφατες δηλώσεις του Πρωθυπουργού στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, έθεσε ευθέως το ζήτημα της τουρκικής απειλής και της πιθανής αναβάθμισης της Τουρκίας με αμερικανικά F-35.
«Αν το casus belli αποτελεί, όπως ο ίδιος δήλωσε, μια ιστορική ανορθογραφία, τότε γιατί η Ελλάδα να μην αξιοποιεί αυτό ακριβώς το γεγονός ως βασικό επιχείρημα για να αποτρέψει τη στρατιωτική αναβάθμιση της Τουρκίας;» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ καυτηρίασε τη δήλωση του κ. Μητσοτάκη ότι η Ελλάδα δεν θα υποδείξει στις ΗΠΑ σε ποιον θα διαθέσουν τα αεροσκάφη τους, υπογραμμίζοντας ότι η Τουρκία δεν είναι μια ουδέτερη χώρα, ούτε ένας απλός σύμμαχος με τον οποίο υπάρχουν διμερείς διαφωνίες. Είναι, όπως είπε, μια χώρα που επί 31 χρόνια διατηρεί επίσημη απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας, αμφισβητεί κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα, παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο και εξακολουθεί να κατέχει παράνομα ευρωπαϊκό έδαφος στην Κυπριακή Δημοκρατία.
«Η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζει την εθνική της ασφάλεια στην προσδοκία ότι θα υπάρχουν πάντοτε νομικά εμπόδια ή ευνοϊκές συγκυρίες. Οι νόμοι αλλάζουν. Οι διεθνείς συσχετισμοί μεταβάλλονται. Τα εθνικά συμφέροντα όμως παραμένουν» τόνισε.
Με αιχμηρό τρόπο σημείωσε ότι η αποτροπή δεν χτίζεται με ευχές, αλλά με συνεπή, σταθερή και ενεργητική διπλωματία. Η πιθανή απόκτηση F-35 από την Τουρκία, όπως είπε, δεν αποτελεί απλώς μια εξοπλιστική εξέλιξη, καθώς επηρεάζει άμεσα την ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και περιορίζει το στρατηγικό πλεονέκτημα που η Ελλάδα αποκτά με μεγάλες οικονομικές θυσίες του ελληνικού λαού.
Ο κ. Οικονομόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στην πρόσφατη παρέμβαση μελών του Αμερικανικού Κογκρέσου, που ζήτησαν να μη δοθεί πράσινο φως στην επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, επικαλούμενοι όχι μόνο τους S-400, αλλά και τη συμπεριφορά της Άγκυρας απέναντι στην Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.
«Όταν ακόμα και μέλη του Αμερικανικού Κογκρέσου προβάλλουν τα ελληνικά επιχειρήματα, γιατί η ελληνική κυβέρνηση να μην πρωτοστατεί στην ίδια προσπάθεια;» διερωτήθηκε.
Στο σημείο αυτό πέρασε στο κεντρικό θέμα της συζήτησης, καταγγέλλοντας ότι η ίδια απουσία στρατηγικής αποτυπώνεται και στη σύμβαση για τη Βασιλίτσα. Όπως είπε, είτε πρόκειται για την εθνική άμυνα, είτε για την οικονομία, είτε για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η Ελλάδα χρειάζεται σχέδιο και όχι επικοινωνιακή διαχείριση.
Η επίθεση του βουλευτή της ΝΙΚΗΣ για τη Βασιλίτσα ήταν μετωπική. Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι φέρνει προς κύρωση μια σύμβαση παραχώρησης με fast track διαδικασίες, με μηδενική διαβούλευση με την τοπική κοινωνία και με πλήρη υποτίμηση των ελεγκτικών μηχανισμών του Κοινοβουλίου.
«Δεν βρισκόμαστε εδώ για να εγκρίνουμε μία αναπτυξιακή στρατηγική. Βρισκόμαστε εδώ για να γίνουμε μάρτυρες μιας μεθοδευμένης απεμπόλησης της δημόσιας περιουσίας» ανέφερε, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι παραδίδει ένα δημόσιο περιουσιακό στοιχείο σε ιδιωτικά συμφέροντα με όρους ετεροβαρείς και προκλητικούς για τον Έλληνα φορολογούμενο.
Ο κ. Οικονομόπουλος απέρριψε πλήρως τον κυβερνητικό όρο της «αξιοποίησης», λέγοντας πως στην πραγματικότητα πρόκειται για εκποίηση δημόσιου πλούτου με εξευτελιστικό τίμημα, χωρίς επαρκείς εγγυήσεις, χωρίς διαφάνεια και με το επιχειρησιακό ρίσκο να καταλήγει στις πλάτες του Δημοσίου.
Στο επίκεντρο της κριτικής του βρέθηκε το οικονομικό τίμημα της σύμβασης. Όπως τόνισε, παραχωρείται ένας εθνικός θησαυρός, μια έκταση 6.200 στρεμμάτων στην καρδιά της Πίνδου, για 30 συν 10 χρόνια, δηλαδή για τέσσερις δεκαετίες.
«Και ποιο είναι το αντίτιμο για το ελληνικό Δημόσιο; Για τα πρώτα έξι έτη, το κράτος θα εισπράττει το μυθικό ποσό των 6.900 ευρώ τον χρόνο» είπε με εμφανή ειρωνεία.
Συνέχισε λέγοντας ότι τόσο κοστολογεί η κυβέρνηση τη λειτουργία ενός από τα μεγαλύτερα και ομορφότερα χιονοδρομικά κέντρα της χώρας, το οποίο δέχεται δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο. Μάλιστα, επισήμανε πως κυβερνητικά non paper και δημοσιεύματα έκαναν λόγο για τίμημα 7 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ στα επίσημα έγγραφα της σύμβασης το συνολικό ελάχιστο εγγυημένο τίμημα σε βάθος 40 ετών εμφανίζεται στα 5.296.350 ευρώ.
«Γιατί αυτή η μείωση στα επίσημα έγγραφα που ήρθαν προς κύρωση;» ρώτησε από το βήμα της Βουλής.
Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η αναφορά του στη δομή του τιμήματος, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του μετακυλίεται στα τελευταία δέκα χρόνια της παράτασης. Όπως υπογράμμισε, η παράταση αυτή αποτελεί δικαίωμα του ιδιώτη και δεν είναι εξασφαλισμένη. Αν η σύμβαση λήξει στα 30 χρόνια, το Δημόσιο θα χάσει περίπου 2 εκατομμύρια ευρώ, έχοντας εισπράξει στα πρώτα έτη, όπως είπε, «κυριολεκτικά ψίχουλα».
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στο ζήτημα της τεχνικής ικανότητας του παραχωρησιούχου. Υπενθύμισε ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού από το Υπερταμείο έθετε ως απαράβατο όρο την αποδεδειγμένη εμπειρία τουλάχιστον δύο ετών, από το 2017 και μετά, στη διαχείριση, λειτουργία ή συντήρηση χιονοδρομικών κέντρων, καθώς και αντίστοιχη εμπειρία στη λειτουργία ξενοδοχείων άνω των 100 κλινών.
«Ρωτάμε ευθέως την ηγεσία του Υπουργείου: ποιον από αυτούς τους όρους πληροί η USERT Μονοπρόσωπη ή η εγγυήτρια εταιρεία; Η απάντηση, βάσει των στοιχείων του ΓΕΜΗ, είναι αποκαλυπτική. Καμία» υπογράμμισε.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ ανέφερε ότι η εγγυήτρια εταιρεία, σύμφωνα με όσα κατήγγειλε, δεν διαθέτει καν ΚΑΔ που να σχετίζεται με χιονοδρομικά κέντρα ή ξενοδοχεία. Αντιθέτως, ο κύριος ΚΑΔ αφορά υπηρεσίες σχεδιασμού και πιστοποίησης εκπαιδευτικών προγραμμάτων, ενώ οι δευτερεύοντες σχετίζονται με παραγωγή και πιστοποίηση λογισμικού.
«Αυτή η εταιρεία, παρακαλώ, αναλαμβάνει το χιονοδρομικό κέντρο. Πώς είναι δυνατόν να παρακάμπτονται τόσο προκλητικά οι όροι του ίδιου του διαγωνισμού;» είπε, ανεβάζοντας τους τόνους.
Στη συνέχεια άνοιξε το ζήτημα της χρηματοοικονομικής επάρκειας, θέτοντας ευθέως ερωτήματα για το επενδυτικό πλάνο των 36 εκατομμυρίων ευρώ. Κατήγγειλε ότι το business plan και το master plan του έργου κρατούνται μακριά από τη Βουλή και δεν έχουν κατατεθεί στους βουλευτές.
«Γιατί κρύβετε τα στοιχεία; Μήπως γιατί οι αριθμοί δεν βγαίνουν;» ανέφερε.
Σύμφωνα με τον κ. Οικονομόπουλο, η παραχωρησιούχος εταιρεία έχει μετοχικό κεφάλαιο μόλις 100.000 ευρώ, ενώ η εγγυήτρια εταιρεία εμφάνιζε αρχικό κεφάλαιο 1.000 ευρώ, συνολικό ενεργητικό 3,7 εκατομμύρια ευρώ, καθαρή θέση 1,4 εκατομμύρια ευρώ και ταμειακά διαθέσιμα μόλις 110.000 ευρώ.
«Με ποιο οικονομικό μαγείρεμα μία εταιρεία με 110.000 ευρώ στο ταμείο της θα υλοποιήσει επένδυση 36 εκατομμυρίων ευρώ; Ποιες τράπεζες θα χρηματοδοτήσουν αυτό το σχήμα και με τι εγγυήσεις;» ρώτησε.
Ο Τάσος Οικονομόπουλος στάθηκε και στο γεγονός ότι κρίσιμες λειτουργικές δαπάνες, όπως η μόνιμη παρουσία ασθενοφόρου και η στελέχωση ιατρείου στο χιονοδρομικό κέντρο, επιβαρύνουν το Δημόσιο.
«Γιατί δεν τα πληρώνει ο ιδιώτης αυτά, αφού αυτός θα εισπράττει τα κέρδη;» σημείωσε.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν και η αναφορά του στον κοινωνικό χαρακτήρα της Βασιλίτσας. Υπενθύμισε ότι υπό δημόσια διαχείριση υπήρχαν προσιτές τιμές για τους τοπικούς αθλητές και τους συλλόγους, ενώ πλέον η σύμβαση περιορίζεται σε μόλις 150 ελεύθερα ski pass ανά σεζόν, αφήνοντας την τιμολογιακή πολιτική ανεξέλεγκτη στα χέρια του ιδιώτη.
«Πού είναι η πρόβλεψη για τους αθλητές των Γρεβενών; Πού είναι η πρόβλεψη για τα παιδιά που συμμετέχουν σε συλλόγους και σε αγώνες; Καμία» τόνισε.
Κατά τον βουλευτή της ΝΙΚΗΣ, το Χιονοδρομικό Κέντρο Βασιλίτσας κινδυνεύει να μετατραπεί από χώρος άθλησης και αναψυχής για την τοπική κοινωνία σε ακριβό προϊόν για λίγους, αποκλείοντας τους κατοίκους των Γρεβενών και τους νέους αθλητές που μεγάλωσαν με τη Βασιλίτσα ως σημείο αναφοράς.
Κλείνοντας, κατήγγειλε τις πολεοδομικές παρεκκλίσεις των άρθρων 2 έως 5, οι οποίες, όπως είπε, νομιμοποιούν εκ των υστέρων αυθαίρετες κατασκευές και εισάγουν ειδικά καθεστώτα δόμησης σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο περιβαλλοντικά οικοσύστημα, δίπλα στον εθνικό δρυμό της Βάλια Κάλντα.
«Η Βασιλίτσα ανήκει στον ελληνικό λαό και στην τοπική κοινωνία των Γρεβενών. Δεν μπορεί να παραχωρείται με όρους αδιαφάνειας, με εξευτελιστικό τίμημα 6.900 ευρώ τον χρόνο και σε εταιρείες χωρίς καμία σχετική εμπειρία» κατέληξε ο Τάσος Οικονομόπουλος.




