Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2023-2024 καταγράφουν μια σαφή μετατόπιση. Τα ιδιωτικά σχολεία αυξάνονται με ταχύτερους ρυθμούς από τα δημόσια. Στα Γυμνάσια οι ιδιωτικές μονάδες αυξήθηκαν κατά +6,5% (δημόσιες +0,1%), ενώ στα Λύκεια κατά +0,9% (δημόσιες +0,2%). Η εξέλιξη αυτή μαρτυρά τη σημαντική αλλαγή ισορροπιών στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Η αύξηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης σχετίζεται αιτιακά και με το καθεστώς που επικρατεί στον χώρο των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Το μοντέλο ανάπτυξης του ιδιωτικού σχολείου βασίζεται σε μεγαλύτερη «ευελιξία» εργασιακών σχέσεων, δηλαδή σε ελεύθερες απολύσεις, αυξημένη εργοδοτική εξάρτηση, εργοδοτική ασυδοσία και απουσία κρατικού ελέγχου. Ο κλάδος βρίσκεται στην πρώτη θέση στον ιδιωτικό τομέα σε αποχωρήσεις και απολύσεις.
Παράλληλα, η είσοδος επενδυτικών κεφαλαίων (funds) και η συγκέντρωση σχολείων σε ομίλους ενισχύουν ένα μοντέλο όπου η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως πεδίο απόδοσης κεφαλαίου. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η εργασιακή σταθερότητα και η παιδαγωγική αυτονομία συχνά υποχωρούν μπροστά στη λογική της αγοράς.
Την ίδια ώρα, το δημόσιο σχολείο βιώνει διαρκείς αλλαγές χωρίς σταθερό σχεδιασμό, κενά σε προσωπικό, καθυστερήσεις, υποχρηματοδότηση και θεσμική απαξίωση. Όταν η πολιτεία δεν ενισχύει ουσιαστικά τη δημόσια εκπαίδευση, δημιουργεί τις συνθήκες ώστε η ιδιωτική να εμφανίζεται ως «λύση».
Έτσι διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος: η εγκατάλειψη του δημόσιου σχολείου τροφοδοτεί την ανάπτυξη του ιδιωτικού, και η ανάπτυξη του ιδιωτικού χρησιμοποιείται ως επιχείρημα περαιτέρω αποδυνάμωσης του δημόσιου.
Η πατρίδα μας χρειάζεται ισχυρό, σταθερό και επαρκώς χρηματοδοτούμενο δημόσιο σχολείο, με κατοχυρωμένα δικαιώματα για όλους τους εκπαιδευτικούς. Διαφορετικά, οδηγούμαστε σε ένα σύστημα δύο ταχυτήτων, όπου η ποιότητα της εκπαίδευσης και η εργασιακή ασφάλεια θα εξαρτώνται από τους όρους της αγοράς και όχι από τη συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας.
Θ.Ο. Παιδείας της ΝΙΚΗΣ

