Καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης μπαίνει στην τελική ευθεία, η κυβέρνηση δεν μπορεί πλέον να παραπλανά. Η 29η Μαΐου 2026 είναι η καταληκτική ημερομηνία για τη σύναψη δανειακών συμβάσεων, ενώ τα επενδυτικά σχέδια πρέπει να έχουν εγκριθεί έως 31 Αυγούστου 2026. Δηλαδή, βρισκόμαστε κυριολεκτικά στο «παρά πέντε».
Το ΤΑΑ για την Ελλάδα ανέρχεται συνολικά σε 35,95 δισ. ευρώ — 18,22 δισ. σε επιχορηγήσεις και 17,73 δισ. σε δάνεια. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στο σκέλος των επιχορηγήσεων οι πληρωμές ανέρχονται σε 13,75 δισ. ευρώ, ενώ στο σκέλος των δανείων τα συμβασιοποιημένα επενδυτικά σχέδια αντιστοιχούν σε 21,38 δισ. ευρώ συνολικού προϋπολογισμού, από τα οποία 11,9 δισ. ευρώ έχουν διοχετευθεί στην αγορά μέσω δανείων ΤΑΑ, τραπεζικής συμμετοχής και ιδίων κεφαλαίων.
Ακόμη και έτσι, τα στοιχεία δείχνουν ότι η εικόνα της απορρόφησης δεν ταυτίζεται με ισόρροπη διάχυση των πόρων στην παραγωγική βάση της οικονομίας. Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό μέρος των πόρων δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε πραγματική οικονομική δραστηριότητα και παραμένει εγκλωβισμένο σε μηχανισμούς, διαδικασίες και ενδιάμεσους φορείς, χωρίς να μεταφράζεται σε ουσιαστική στήριξη της παραγωγής και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Το χάσμα ανάμεσα στην εκταμίευση και την πραγματική οικονομική επίδραση είναι πολιτική επιλογή που αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο κατευθύνθηκαν οι πόροι του Ταμείου.
Τα συγκριτικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι αποκαλυπτικά (Οκτώβριος 2025): χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία και η Γερμανία έχουν ήδη υλοποιήσει πάνω από το 65% των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ η Ελλάδα παραμένει περίπου στο μισό, με καθυστέρηση άνω των 15 ποσοστιαίων μονάδων. Ταυτόχρονα, η χώρα μας συγκαταλέγεται σε εκείνες που εξακολουθούν να έχουν έως και το 85% των οροσήμων και στόχων ανεκπλήρωτα, με την ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ζητά επιτάχυνση. Η υστέρηση αυτή αποκτά κρίσιμη σημασία, την ώρα που άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν ήδη μετατρέψει τους πόρους του Ταμείου σε ισχυρή αναπτυξιακή ώθηση, φτάνοντας έως και το 9% του ΑΕΠ τους.
Και ακριβώς τώρα, στο τέλος, οι αριθμοί εκθέτουν την κυβέρνηση. Το ΥΠΟΙΚ αναφέρει ότι από τα 601 δάνεια, τα 345 δήθεν αφορούν μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όμως ο συνολικός προϋπολογισμός τους είναι μόλις 3,59 δισ. ευρώ, όταν ο συνολικός προϋπολογισμός των συμβασιοποιημένων δανείων φθάνει τα 21,38 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι οι ΜμΕ είναι μεν η πλειοψηφία σε πλήθος, αλλά πήραν μόλις 16,8% της αξίας των δανείων, ενώ το 83,2% κατευθύνθηκε εκτός αυτών. Η επίκληση αυτή είναι παραπλανητική: με βάση τον ευρωπαϊκό ορισμό, ως ΜμΕ θεωρούνται ακόμη και εταιρείες με 250 εργαζόμενους και 50 εκατ. ευρώ τζίρο. Δηλαδή, στην ίδια κατηγορία εντάσσονται οι πραγματικά μικρές επιχειρήσεις μαζί με πανίσχυρες, προνομιούχες, οργανωμένες και με σημαντική πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Η εικόνα της συγκέντρωσης γίνεται ακόμα πιο σκληρή στον επίσημο κατάλογο των 100 μεγαλύτερων τελικών αποδεκτών του Ταμείου (Σκέλος Επιχορηγήσεων – δεδομένα έως 17.11.2025). Από την επεξεργασία τους, προκύπτει ότι συγκεντρώνουν συνολικά 18,70 δισ. ευρώ.
Από τους επίσημους αριθμούς τηςκυβέρνησης και του Ταμείου, βγαίνει αμείλικτο συμπέρασμα : στο τέλος του προγράμματος, το Ταμείο Ανάκαμψης δεν λειτούργησε ως ισόρροπος μοχλός χρηματοδότησης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, αλλά ως μηχανισμός που άνοιξε διάπλατα την πόρτα στους ήδη ισχυρούς και άφησε τους πολλούς να κοιτούν απ’ έξω.
Στο σκέλος των επιχορηγήσεων, η καταγραφή των πόρων σε Υπουργεία, ΟΤΑ και δημόσιους φορείς δεν σημαίνει ότι τα κονδύλια έμειναν στο Δημόσιο ή στην κοινωνία. Μέσω διακηρύξεων και διαγωνισμών για την επιλογή αναδόχων, μετατρέπονται σε δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών.
Με άλλα λόγια, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν τα χρήματα πέρασαν από το κράτος, αλλά σε ποιους ιδιώτες ανατέθηκαν τελικά και πόσο συγκεντρωμένα κατέληξαν σε λίγους μεγάλους παίκτες, όπως, άλλωστε, φαίνεται και από τον παρακάτω ενδεικτικό πίνακα 15 μεγάλων «έργων»:
Στο δε δανειακό σκέλος του Ταμείου, το οποίο στο συνολικό χρηματοδοτικό σχήμα αντιστοιχεί σε προϋπολογισμό δανείων 21,38 δισ. ευρώ, η ίδια η δομή του μηχανισμού — που απαιτεί ίδια συμμετοχή μόλις 20%, δάνειο ΤΑΑ 50%(!), τραπεζική συγχρηματοδότηση 30% και υψηλά κριτήρια πιστοληπτικής ικανότητας — λειτουργεί ως φίλτρο αποκλεισμού για τη μεγάλη πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Επιπλέον, η αξιολόγηση γίνεται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και η επιχείρηση συνάπτει τη σύμβαση απευθείας με αυτά. Με απλά λόγια : για να πάρεις «άφθονο φθηνό ευρωπαϊκό χρήμα», έπρεπε να έχεις τράπεζα – που πάντα είναι πρόθυμη για τέτοιες δουλειές – και μετά να έχεις και ελάχιστα κεφάλαια. Δηλαδή, το σύστημα ήταν «κομμένο και ραμμένο» για όσους είχαν ήδη πρόσβαση στη χρηματοδότηση.
Στον παρακάτω πίνακα αναγράφονται ενδεικτικά δάνεια συνολικού ύψους 1,75 έως 2,1 δισ. ευρώ, δηλαδή για εκείνο το τμήμα του δανειακού σκέλους για το οποίο υπάρχουν δημόσια διαθέσιμα και επαληθεύσιμα στοιχεία ανά εταιρεία και επένδυση. Το υπόλοιπο ποσό του δανειακού σκέλους είτε βρίσκεται σε στάδιο έγκρισης και υλοποίησης είτε δεν δημοσιοποιείται συγκεντρωτικά σε επίπεδο τελικού δικαιούχου, αλλά εμφανίζεται αποσπασματικά μέσω τραπεζικών και εταιρικών ανακοινώσεων.
Ενδεικτικά μεγάλα επενδυτικά σχέδια (δανειακό σκέλος):
Η αντίστοιχη κυβερνητική προσφορά προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποδεικνύει τον εμπαιγμό. Προγράμματα όπως το «Ψηφιακά Εργαλεία ΜμΕ» με συνολικό προϋπολογισμό 130 εκατ. €, όπου ναι μεν συμμετείχαν χιλιάδες επιχειρήσεις, αλλά το μέσο κουπόνι (voucher) ήταν μόλις 900€ έως 1.500€. Ακόμα και έτσι όμως, τα χρήματα αυτά πήγαν απευθείας στις μεγάλες εταιρείες λογισμικού και τηλεπικοινωνιών (Microsoft, SAP, Cosmote, Vodafone) για συνδρομές. Οι ΜμΕ δεν πήραν ρευστότητα, πήραν «άυλη βοήθεια» που εξατμίστηκε σε έναν χρόνο.
Το 2026 θα καταγραφεί ως η χρονιά που η Ελλάδα ούτε πέτυχε την απορρόφηση των κονδυλίων, αλλά σίγουρα απέτυχε στην στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, στην επίτευξη παραγωγικών επενδύσεων και στην κοινωνική συνοχή. Με 36 δισεκατομμύρια διαθέσιμα, η κυβέρνηση επέλεξε να αναβαθμίσει τις υποδομές των λίγων και να αφήσει τους πολλούς να παλεύουν με την ακρίβεια στα ύψη. Το «Ελλάδα 2.0» δεν ήταν σχέδιο εκσυγχρονισμού αλλά ένας ισολογισμός μεταφοράς δημόσιου πλούτου και σχέδιο εδραίωσης μιας κλειστής επιχειρηματικής ελίτ, αφήνοντας το 99% της κοινωνίας και των επιχειρήσεων εκτός νυμφώνος, με μόνο κέρδος τα χρέη της επόμενης γενιάς που θα κληθεί να αποπληρώσει τα δάνεια του RRF. Μόνο η αριθμητική της Ολιγαρχίας πέτυχε.
Απέναντι σε αυτή την απαράδεκτη τριτοκοσμική εικόνα, εμείς στη ΝΙΚΗ πιστεύουμε ότι για την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, πρέπει να υπάρχει / υπάρχουν:
- ουσιαστική ανακατεύθυνσή τους, ώστε να υπηρετούν την παραγωγή και τις παραγωγικές επενδύσεις και όχι τη συγκέντρωση ισχύος
- προτεραιότητα στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας, στη στήριξη των μικρών και δυναμικών επιχειρήσεων
- ελεύθερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, εργαλεία ανάπτυξης και πραγματικά κίνητρα για επενδύσεις
- θεσμικές παρεμβάσεις που ενισχύουν την καινοτομία και αίρουν τα εμπόδια εισόδου
- διαμόρφωση πλαισίου όπου η ανάπτυξη διαχέεται ευρύτερα στην κοινωνία και δεν περιορίζεται σε κλειστά επιχειρηματικά σχήματα
Αντώνης Καλόγηρος
Κωνσταντίνος Αγγέλου
Ομάδα Οικονομικών ΝΙΚΗΣ






