Εὐχαριστίες
Καταρχὰς θὰ θέλαμε νὰ εὐχαριστήσομε ἀπό καρδιᾶς τὰ μέλη τῆς Ρωμαίικης Πολιτιστικῆς Ἑταιρείας μὲ ἔδρα τὴν Βυρηττό (The Romaian Cultural Society), καὶ ἰδιαίτερα τὸν Πρόεδρό της καθηγητὴ Negib Elias Geahchan καθώς καί τούς κυρίους Nicolas Saba καί Gabriel Andrea γιὰ τὴν πολύτιμη ἀρωγή τους.
Εἰσαγωγή
Μὲ τὸν ὅρο Λεβάντε χαρακτηρίζεται, στὴ νεότερη εὐρωπαϊκὴ ὁρολογία, ὁ γεωγραφικὸς χῶρος τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου, καὶ εἰδικώτερα οἱ ἀνατολικὲς ἀκτὲς της, δηλαδὴ ἡ περιοχή ποὺ περιλαμβάνει κατὰ βάση τὴν Συρία, τὸν Λίβανο, τὴν Παλαιστίνη καὶ τὴν Ἰορδανία. Ὁ ὅρος προέρχεται ἀπὸ τὴ γαλλικὴ λέξη levant («ἀνατολή», «ἐκεῖ ὅπου ἀνατέλλει ὁ ἥλιος»).
Τὸ ὄνομα Ρωμηοί/Ρωμαῖοι (Rum, Romeoi) δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἱστορικὴ ὀνομασία, ἀλλὰ μιὰ δήλωση ταυτότητας καὶ συνέχειας. Προέρχεται ἀπὸ τὴν Ρώμη, ἀρχικὰ τὴν πόλη τῆς Ἰταλίας, καὶ κατόπιν ἀπὸ τὴν Νέα Ρώμη, τὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποία ἱδρύθηκε τὸ 330 μ.Χ. ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μεγάλο Κωνσταντῖνο καὶ ἦταν ἡ πρωτεύουσα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, δηλαδὴ τῆς πατρίδας μας τῆς Ρωμανίας (τῆς κακῶς καί δολίως ἐπονομαζόμενης Βυζάντιο).
Ἑλληνικὲς πόλεις στὴν περιοχή τοῦ Λεβάντε ἀναφέρονται ἤδη ἀπὸ τὸν 7ο π.Χ. αἰῶνα. Φοίνικες (Χαναναῖοι) καὶ Ἀραμαῖοι, σὲ συνεχή ἐπαφὴ καὶ ἀνάμιξη μὲ τὸν Ἑλληνικὸ κόσμο (πληθυσμοὶ ἀπὸ Κύπρο, νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, τὴν Μικρὰ Ἀσία), συγκρότησαν βαθμηδὸν ἕνα ἐνιαῖο πολιτισμικὸ σῶμα. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τὴν μετέπειτα Σελευκιδικὴ περίοδο ὁ ἐξελληνισμὸς ἦταν βαθύτατος καὶ πλήρης, μὲ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα νὰ καθίσταται ἡ κοινὴ γλῶσσα ζωῆς, διοικήσεως καὶ παιδείας, ἰδιαίτερα στὶς δυτικὲς ἐπαρχίες (σημερινὸς Λίβανος, Παλαιστίνη καὶ Δυτικὴ Συρία).
Ἀπὸ τὸν Σέλευκο Α΄ τὸν Νικάτορα, τὸν στρατηγὸ τοῦ Ἀλεξάνδρου, θὰ ἱδρυθεῖ καὶ ἡ Ἀντιόχεια ἡ Μεγάλη, μὲ τοὺς πρώτους οἰκιστὲς της νὰ εἶναι κυρίως Ἀθηναῖοι καὶ Μακεδόνες. Ἡ Ἀντιόχεια θὰ εἶναι λίκνο τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ἀργότερα τοῦ χριστιανισμοῦ, ἐνῶ ἡ ὅλη περιοχή θὰ ἀποτελέσει γιὰ ἑκατοντάδες χρόνια κεντρικὸ πυλῶνα τῆς Ρωμανίας. Μέχρι σήμερα ἡ Ἀντιόχεια διατηρεῖ τὴν ἔδρα τοῦ Ὀρθοδόξου Ρωμαίικου Πατριαρχείου, μαρτυρώντας τὴν ἀδιάσπαστη ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἱστορικὴ συνέχεια.
Ὅλες σχεδὸν οἱ μεγάλες πόλεις τοῦ Λεβάντε ἒφεραν ἑλληνικὰ ὀνόματα ἀπό την ἀρχαιότητα ἀκόμη. Μερικά διατηρήθηκαν ὡς σήμερα, ἂλλα ἐξαραβίστηκαν ἐν μέρει ἐνώ κάποια ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ ἀραβικὰ: Πτολεμαΐς (Ἄκρα / Acre), Τύρος (Tyre), Σαρεπτά (Sarafand), Σιδών (Sidon / Saida), Πορφυρεών (Jiyeh), Βηρυτός (Beirut), Βύβλος (Byblos / Jbeil), Βότρυς (Batroun), Τρίπολις (Tripoli), Ἀρκαδία (Arqa), Ἀντάραδος (Antaradus/Tartus), Ἄραδος (Arwad), Ἡλιούπολις (Baalbek), Σελεύκεια (Σουκαϊλαμπίγια), Πανεάς (Banias), Καισάρεια (Caesarea) κ.ἄ
Ὅταν τὸ Λεβάντε ἐντάχθηκε στὴν Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, οἱ κάτοικοί του ἔγιναν Ρωμαῖοι πολῖτες, χωρὶς ὅμως νὰ ἀπολέσουν τὸ γλωσσικὸ καὶ πολιτισμικὸ τους ὑπόβαθρο. Ἡ ἑλληνικὴ παρέμεινε ἡ ζῶσα γλῶσσα τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ κράτους. Αὐτὸ ἀποτυπώνεται ξεκάθαρα στὴν Καινὴ Διαθήκη, ποὺ γράφτηκε ἐκεῖ, στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα.
Ἐκχριστιανισμός
Πρὶν τὸ 313 μ.Χ., ὁ Χριστιανισμὸς παρέμενε κυρίως μία πραγματικότητα τῶν πόλεων, ἀφορώντας ἕνα σχετικά μικρὸ μέρος τοῦ πληθυσμοῦ (10-20%). Ὅμως μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ τὴν ἱστορικὴ στροφὴ ποὺ ἐπέφερε, ἀρχίζει μία νέα περίοδος γιὰ τὴν Ρωμανία. Ἡ μεταφορὰ τῆς πρωτεύουσας στὴν Νέα Ρώμη/Κωνσταντινούπολη δὲν ἦταν μία ἁπλὴ διοικητικὴ πράξη, ἀλλὰ μία βαθιὰ τομὴ ποὺ ἐπανακαθόρισε τὴν πορεία τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ πόλη αὐτὴ ἀναδείχθηκε ὡς τὸ κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἔκτοτε ἡ Ρωμανία δὲν εἶναι ἁπλῶς μία αὐτοκρατορία, ἀλλὰ μία χριστιανικὴ πολιτεία, ὅπου ἡ πίστη διαμορφώνει ἐν πολλοῖς τὴν ταυτότητα, τὴν κοινωνία καὶ τὸν τρόπο ὓπαρξης τῶν Ρωμηῶν. Ἀπὸ τὸν 4ο αἰῶνα καὶ ἐξῆς, ὁ πληθυσμὸς τοῦ Λεβάντε, ὅπως καὶ ὁλόκληρης τῆς Αὐτοκρατορίας, κατέστη σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου χριστιανικός.
Χριστιανικὰ Σχίσματα
Ἡ Ἀντιόχεια, μία μητρόπολη τῆς Ρωμανίας μὲ πληθυσμὸ ποὺ ἔφτασε τὶς 500.000 κατοίκους, ἀποτέλεσε κέντρο θεολογίας καὶ σκέψεως, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ πεδίο πολλαπλῶν ἐντάσεων. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ περιβάλλον γεννήθηκαν μεγάλες αἱρέσεις, ποὺ δὲν ἦταν ἁπλῶς δογματικὲς διαφορές, ἀλλὰ ρήγματα ποὺ ἐπηρέασαν βαθιὰ τὴν ἐνότητα τοῦ ρωμαίικου σώματος:
- 325: Ἀρειανισμός
- 430: Νεστοριανισμός (Church of the East)
- 451: Μονοφυσιτισμός/Μιαφυσιτισμός (Συριακοί – Syriac Orthodox Church, Κόπτες – Coptic Church)
- 685: Μονοθελητισμός (Μαρωνίτες – Maronite Church)
Μετὰ τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος (451), ὁ χῶρος τοῦ Λεβάντε δὲν διασπάστηκε μόνο θεολογικῶς, ἀλλὰ καὶ πολιτισμικῶς καὶ γλωσσικῶς. Στὰ δυτικὰ μέρη, ἡ πλειονότητα παρέμεινε ἐντὸς τῆς ρωμαίικης παραδόσεως, Ὀρθόδοξη καὶ ἑλληνόφωνη. Ὅμως στὰ ἀνατολικὰ ἀναπτύχθηκαν κοινότητες ποὺ ἀπομακρύνθηκαν δογματικὰ (Μονοφυσιτισμός, Συριακοὶ ἢ Ἰακωβῖτες – Syriac Orthodox Church) ἐνώ διατήρησαν και τὴν ἀραμαϊκὴ γλωσσικὴ ταυτότητα.
Ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος πραγματικὰ ἦταν ἕνα βαθὺ ρῆγμα ποὺ διέσπασε τὸν χῶρο τοῦ Λεβάντε. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα διαμορφώνονται καθαρά δύο διακριτοὶ κόσμοι: στὰ δυτικὰ, ὁ Ρωμαίικος, Χαλκηδόνιος καὶ Ὀρθόδοξος, ἐνῶ στὰ ἀνατολικά, ἕνας ἄλλος χῶρος, μὲ ἐθνικὸ καὶ γλωσσικὸ χαρακτῆρα, ποὺ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴ Συριακὴ Μονοφυσιτικὴ παράδοση.
Δύο αἰῶνες ἀργότερα, ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (685) ἔφερε μία νέα διάσπαση, αὐτὴ τὴν φορά μέσα στὰ δυτικὰ μέρη τοῦ Λεβάντε, ὅπου ἀναδύθηκε μία τοπικὴ ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα στὰ ὀρεινὰ τοῦ Λιβάνου, ποὺ θὰ καταλήξει στὸ Μαρωνιτικὸ Πατριαρχεῖο.
Ἔτσι, ὁ χῶρος ποὺ κάποτε ἀποτελοῦσε ἕνα ἐνιαῖο Ρωμαίικο καὶ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα τεμαχίζεται. Τὰ σχίσματα αὐτὰ διαμόρφωσαν νέες ταυτότητες καὶ ἔθεσαν τὰ ὅρια μεταξὺ τοῦ Ρωμαίικου κόσμου καὶ τῶν ἀποσχισμένων κοινοτήτων, μὲ συνέπειες ποὺ φθάνουν μέχρι σήμερα.
Οἱ μεγάλοι αὐτοκράτορες τῆς Ρωμανίας, ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο καὶ τοὺς Θεοδοσίους μέχρι τὸν Ἰουστινιανό, τὸν Μαυρίκιο καὶ τὸν Ἡράκλειο, δὲν ὀργάνωσαν μόνο ἕνα πανίσχυρο κράτος, ἀλλὰ ἔπλασαν ἕναν ὁλόκληρο κόσμο. Στὸν χῶρο τοῦ Λεβάντε ἔδωσαν μορφὴ σὲ μία καθαρὰ χριστιανικὴ πολιτεία: ἀνακαίνισαν καὶ ἀνέδειξαν πόλεις (Ἱεροσόλυμα, Βηθλεέμ, Δαμασκός, καθὼς καὶ τὶς λεγόμενες «λησμονημένες πόλεις» τῆς Ἀπάμειας), ἔκτισαν μοναστικὰ κέντρα ποὺ ἔγιναν μεγάλοι πνευματικοὶ πυρῆνες (Ἁγίου Σάββα, Ἁγίας Αἰκατερίνης, Παναγίας Σαϊντανάγιας), καὶ ἀνύψωσαν ναοὺς ποὺ ἐξέφραζαν τὴν πίστη ὡς δημόσια καὶ συλλογικὴ πραγματικότητα [Γεννήσεως, Ἀναστάσεως, Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ στὴν Δαμασκὸ (Ὀμεϋάδικο Τέμενος) κ.ἄ.]. Δὲν πρόκειται γιὰ μεμονωμένα ἔργα, ἀλλὰ γιὰ μία συνειδητὴ μεταμόρφωση τοῦ χώρου: ὁλόκληρη ἡ περιοχή ἐντάχθηκε σὲ ἕναν ἐνιαῖο Ρωμαίικο καὶ Ὀρθόδοξο πολιτισμό, ὅπου ἡ πόλη, ὁ ναὸς καὶ τὸ μοναστήρι συγκροτοῦν μαζί τὸν τρόπο ζωῆς.
Ἡ Βηρυτός δὲν ἦταν μία ἁπλὴ πόλη τοῦ Λεβάντε, ἀλλὰ ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα πνευματικὰ καὶ θεσμικὰ κέντρα τῆς Ρωμανίας. Ἡ Νομικὴ της Σχολή, ἰσάξια μὲ ἐκείνη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διαμόρφωσε τὸ ρωμαϊκὸ δίκαιο καὶ συνέβαλε καθοριστικὰ στὴ συγκρότηση τοῦ Κώδικα τοῦ Ἰουστινιανοῦ.
Παραλλήλως, ὁ χῶρος τοῦ Λεβάντε ἀναδείχθηκε σὲ μήτρα ἁγιότητος καὶ θεολογίας. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀναδύθηκαν μεγάλες μορφὲς τῆς Ἐκκλησίας μας ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Ἅγιος Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ Ἅγιος Σάββας, ἡ Ἁγία Βαρβάρα, ἡ Ἁγία Θέκλα, ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Μελωδός, ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ, ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος κ.π.ἄ., Ἅγιοι ποὺ σφράγισαν τὴν πίστη, τὴν θεολογία καὶ τὴν λατρεία.
Ἐδῶ φαίνεται καθαρὰ ὅτι τὸ Λεβάντε δὲν ἦταν μία περιφέρεια, ἀλλὰ ἕνας ζωντανὸς πυρήνας τῆς πατρίδας μας, ποὺ παρήγαγε δίκαιο, λόγο καὶ ἁγιότητα, δηλαδὴ πολιτισμὸ στὴν πληρότητά του.
Τὸ Ἰσλάμ στὸ Λεβάντε
Στὸν 7ο αἰῶνα, ὁ χῶρος τοῦ Λεβάντε δέχεται μία ριζικὴ τομή: τὴν Ἀραβικὴ Ἰσλαμικὴ εἰσβολή. Ἡ νέα αὐτὴ δύναμη, ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὴν Ἀραβικὴ Χερσόνησο, ἐμφανίζεται ἀκριβῶς στὰ ὅρια τῆς Ρωμανίας καὶ συντόμως κατακτᾶ τὶς ἐπαρχίες τοῦ Λεβάντε.
Τὸ Ἰσλάμ δὲν γεννιέται σὲ κενό, ἀλλὰ μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον ὅπου κυκλοφοροῦν ἤδη ποικίλες χριστιανικὲς καὶ ἰουδαϊκὲς ἀντιλήψεις. Ἐπηρεάζεται, μεταξὺ ἄλλων, ἀπὸ ρεύματα ποὺ ἀρνοῦνται τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ Ἀρειανισμός, καθὼς καὶ ἀπὸ ἰουδαιοχριστιανικὲς κοινότητες ὅπως οἱ Ναζωραῖοι, ποὺ βλέπουν τὸν Χριστὸ ὡς ἀπεσταλμένο, ἀλλὰ ὄχι ὡς Θεό.
Ἡ ἔλευση τῶν Μουσουλμάνων δὲν ἀντιμετωπίζεται ὁμοιομόρφως: οἱ Μονοφυσίτες, ἤδη ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὴν Ρωμανία, τοὺς βλέπουν συχνὰ θετικά, ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι τοὺς ἀντιλαμβάνονται ὡς μία νέα αἵρεση, ὅπως χαρακτηριστικὰ διατυπώνεται στὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἔτσι, ἡ ἰσλαμικὴ κατάκτηση δὲν ἀποτελεῖ μόνο μία πολιτικὴ μεταβολή, ἀλλὰ καὶ μία βαθιὰ ἀλλαγὴ τοῦ θρησκευτικοῦ καὶ πολιτισμικοῦ χάρτη τοῦ Λεβάντε.
Ἡ μεταχείριση τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τοὺς Μουσουλμάνους – Τὸ καθεστὼς τῶν Ντίμμοι (sic, Dhimmi)
Ντίμμοι (Dhimmi) ἦταν οἱ μὴ μουσουλμάνοι ποὺ ἐπιτρεπόταν νὰ ζοῦν ὑπὸ μουσουλμανικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ μὲ καθεστὼς κατωτερότητος. Τὸ καθεστὼς αὐτὸ τῶν ντίμμοι δὲν ἀποτελοῦσε ἰσοπολιτεία, ἀλλὰ μία θεσμοθετημένη μορφὴ ἀνεκτικῆς ὑποταγῆς. Οἱ μὴ μουσουλμανικοὶ πληθυσμοὶ καὶ κυρίως οἱ Ρωμηοί διατηροῦσαν μὲν τὴν πίστη τους, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι δὲν θὰ τὴν προέβαλλαν δημοσίως καὶ δὲν θὰ ἀμφισβητοῦσαν τὴν κυριαρχία τοῦ Ἰσλάμ.
Οἱ dhimmi εἶχαν:
• δικαίωμα τελέσεως θρησκευτικῶν ἀκολουθιῶν, ἐφόσον δὲν ἐνοχλοῦσαν τοὺς Μουσουλμάνους,
• δικαίωμα κατοχῆς περιουσίας καὶ ἐργασίας, μὲ ἐξαίρεση ἐπαγγέλματα ἀποκλειστικὰ γιὰ Μουσουλμάνους (πολιτική, δικαιοσύνη, διδασκαλία),
• καταβολὴ τοῦ τζίζια (Jizya, κεφαλικοῦ φόρου) ἔναντι προστασίας, μὲ ἀπαγόρευση συμμετοχῆς σὲ πολεμικὲς ἐνέργειες κατὰ Μουσουλμάνων,
• ἀπαγόρευση ἐπιδείξεως θρησκευτικῶν συμβόλων (σταυροῦ, εἰκόνων), χριστιανικῆς ἐνδυμασίας καὶ δημοσίας προβολῆς χώρων λατρείας,
• ἀπαγόρευση ἀκουστῆς προσευχῆς ἐκτὸς ναῶν,
• ἀπαγόρευση κωδωνοκρουσίας,
• ἀπαγόρευση ἀνεγέρσεως ἢ ἐπισκευῆς ναῶν χωρὶς μουσουλμανικὴ ἄδεια,
• ἀπαγόρευση “προσηλυτισμοῦ” Μουσουλμάνων (εὐαγγελισμοῦ),
• ἀπαγόρευση γάμου μὲ μουσουλμάνα γυναῖκα,
• ἀπαγόρευση κληρονομίας ἀπὸ Μουσουλμάνους,
• καὶ, σὲ ὁρισμένες ἱστορικὲς περιόδους, ὑποχρεωτικὴ ἐνδυμασία διακριτικὴ τῶν Χριστιανῶν, ἀπαγόρευση ἱππασίας ἵππων καὶ καμήλων καὶ ὑποχρέωση βαδίσματος στὰ ἀριστερὰ Μουσουλμάνου σὲ δημόσιους χώρους.
Οἱ λεγόμενες «προστατευόμενες» κοινότητες εἶχαν δικαιώματα μόνον ἐντὸς προκαθορισμένων ὁρίων, ἐνῶ ἡ θέση τους ἐξαρτιόταν πάντοτε ἀπὸ τὴν βούληση τῆς ἐξουσίας καὶ τὶς ἱστορικὲς συγκυρίες. Ἔτσι, ἡ «ἀνοχή» τοῦ συστήματος δὲν ἦταν ἰσοτιμία, ἀλλὰ μία ρυθμιζόμενη καὶ ἀνακλητὴ παραχώρηση.
Τί συνέβη μετὰ τὴν Ἀραβομουσουλμανικὴ Κατοχὴ τοῦ Λεβάντε;
- 630–640: Ἀραβικὴ Ἰσλαμικὴ εἰσβολὴ στὸ Λεβάντε.
- 640–1920: Ἀκολουθία εἰσβολῶν καὶ πολλαπλὴ ἀλλοτρίωση ἀπὸ ξένες πολιτισμικὲς ἐπιρροές:
- Ἐντατικὸς ἐξαραβισμὸς καὶ ἐξισλαμισμός (Ὀμεϋάδες, Ἀββασίδες, Φατιμίδες, Μαμελούκοι): ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὴν ἀραβική· ἐφαρμογὴ τοῦ καθεστῶτος τῶν Ντίμμοι.
- Σταυροφορίες: Λατινοποίηση.
- Ὀθωμανοί (μετὰ τὸ 1516): σύστημα μιλέτ (Millet system).
Μετὰ τὴν Ἀραβικὴ κατάκτηση τοῦ 7ου αἰῶνα, ὁ χῶρος τοῦ Λεβάντε εἰσέρχεται σὲ μία μακρὰ περίοδο μετασχηματισμῶν καὶ διαδοχικῶν ἐπιβολῶν, ποὺ ἀλλοιώνουν βαθιὰ τὴν ἀρχικὴ Ρωμαίικη ταυτότητα.
Σταδιακὰ ἐπικρατεῖ ὁ ἐξαραβισμὸς καὶ ὁ ἐξισλαμισμός: ἡ ἑλληνικὴ, ποὺ ἦταν ἡ γλῶσσα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς πίστεως, παραχωρεῖ τὴν θέση της στὴν ἀραβική, καὶ οἱ Ρωμηοὶ περιορίζονται στὸ καθεστὼς τοῦ ντίμμοι. Δὲν πρόκειται μόνο γιὰ πολιτικὴ κυριαρχία, ἀλλὰ γιὰ βαθιὰ πολιτισμικὴ μετάλλαξη.
Στὴν συνέχεια, οἱ Σταυροφορίες ἐπιφέρουν μία νέα ἐξωτερικὴ παρέμβαση, μὲ ἔντονα λατινικὰ χαρακτηριστικά, ἐπιχειρώντας νὰ ἐπαναπροσδιορίσουν τὸν χῶρο μὲ ὅρους δυτικοὺς καὶ ξένους πρὸς τὴν Ρωμαίικη παράδοση.
Τέλος, μὲ τὴν ὀθωμανικὴ κυριαρχία, ἐδραιώνεται ἕνα διοικητικὸ σύστημα ποὺ ἀναγνωρίζει μὲν τοὺς Ρωμηοὺς ὡς θρησκευτικὴ κοινότητα, ἀλλὰ τοὺς ἐντάσσει ὁριστικὰ σὲ ἕνα πλαίσιο ὑποταγῆς καὶ διαχωρισμοῦ (Rum milleti).
Κατὰ τὴν Ὀθωμανικὴ κατοχή, οἱ Ρωμηοί τοῦ Λεβάντε εἶδαν τὴν κατάστασή τους νὰ βελτιώνεται ἐν μέρει:
- ἐπανῆλθαν σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἄλλους Ρωμηοὺς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῶν Βαλκανίων,
- ἐντάχθηκαν στὸ σύστημα τῶν μιλέτ, ὑπὸ τὴν ἐγγύηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καί
- ἐπετράπη νὰ ἐπισκευάζουν ἢ νὰ ἀνεγείρουν νέους ναούς, νὰ ἔχουν κάποια σχολεῖα κ.ο.κ.
Οἱ μείζονες συνέπειες τῆς μακρᾶς μουσουλμανικῆς κυριαρχίας (13 αἰώνες)
Ἡ μακραίωνη κατοχὴ τοῦ Λεβάντε ὁδήγησε σὲ μία βαθιὰ καὶ σταδιακὴ ἀλλοίωση τῆς ταυτότητος.
Ὁ ἐξαραβισμὸς ἀπομάκρυνε τοὺς Ρωμηοὺς ἀπὸ τὸν φυσικὸ τους κορμό. Ἡ ζωντανὴ τους σχέση μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη ἀδυνάτισε, ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὑποχώρησε ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωή καὶ περιορίστηκε κυρίως στὴν λατρεία, ἐνῶ ἀκόμη καὶ τὰ ὀνόματα ἀντικαταστάθηκαν σταδιακὰ ἀπὸ ἀραβικά, σηματοδοτώντας μία βαθύτερη πολιτισμικὴ μετατόπιση.
Παραλλήλως, ὁ ἐξισλαμισμὸς ἦταν εὐρύς. Μέσα ἀπὸ τὶς κοινωνικὲς καὶ θεσμικὲς πιέσεις τοῦ καθεστῶτος τῶν ντίμμοι, πολλοὶ ὁδηγήθηκαν μαζικὰ στὴν ἀλλαγὴ πίστεως, ἰδίως στὰ ἀστικὰ κέντρα. Ναοὶ μετατράπηκαν σὲ τεμένη, ἡ δημόσια χριστιανικὴ παρουσία περιορίστηκε, καὶ ἡ παιδεία ἀποδυναμώθηκε, καθὼς οἱ Χριστιανοὶ ἐν γένει δὲν διέθεταν σχολεῖα.
Δυτικὴ παρέμβαση καὶ ρωσικὸς ρόλος
Κατὰ τὴν ὀθωμανικὴ περίοδο, ὁ χῶρος τοῦ Λεβάντε γίνεται πεδίο ἀνταγωνισμοῦ ξένων δυνάμεων. Οἱ κρατικὲς συμμαχίες Ὀθωμανῶν καὶ Φράγκων ἔδωσαν προνομιακὴ θέση στὴν Παπικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐπιχείρησε συστηματικὴ διείσδυση μὲ ὄργανό της τὴν διαβόητη Propaganda Fide (Sacra Congregatio de Propaganda Fide). Ἐπρόκειτο γιὰ ἕναν μηχανισμὸ τῆς Ρώμης γιὰ τὴν παγκόσμια ἐξάπλωση τοῦ Παπισμοῦ, μὲ συντονισμὸ ἱεραποστόλων, σχολείων, τυπογραφείων καὶ κάθε δυνατοῦ μέσου.
Ἔτσι, οἱ Ἅγιοι Τόποι τέθηκαν ὑπὸ γαλλικὴ «προστασία» (γιὰ περίπου 100 χρόνια), οἱ Μαρωνῖτες ἔγιναν καθολικοὶ (1580) καὶ δυστυχῶς ἐμφανίστηκαν ρήγματα μέσα καὶ σὲ αὐτὸ καθαυτὸ τὸ Ρωμαίικο σῶμα, ὅπως ἔγινε στὸ σχίσμα τοῦ 1724. Τότε τὸ Ρωμαίικο σῶμα διασπάστηκε σὲ αὐτοὺς ποὺ παρέμειναν Ὀρθόδοξοι Ρωμηοὶ καὶ στοὺς Ἑνωτικούς (Μελχίτες καθολικοί, οἱ ἐπονομαζόμενοι καί Οὐνίτες ἐκ τοῦ Unia, Ἑνωση), ποὺ ἦλθαν σὲ κοινωνία μὲ τὴν Ρώμη.
Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνος προστίθεται καὶ ὁ ἰσχυρὸς προτεσταντικὸς παράγοντας, μὲ ἀποστολὲς ἀπὸ τὴν Πρωσσία, τὴν Ἀγγλία καὶ τὴν Ἀμερική, ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ ἀναδιαμορφώσουν τὴν ταυτότητα τῶν τοπικῶν πληθυσμῶν, μὲ φορεῖς ὅπως ἡ Church Missionary Society (Λονδίνο) καὶ τὸ American Board of Commissioners for Foreign Missions (Νέα Ἀγγλία).
Ἐπιπλέον, ἐπεβλήθη ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ἐθνικισμοῦ ἀπὸ τὴν Δύση, ὡς ἐργαλείου ἀποδυνάμωσης καὶ κατακερματισμοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας (πολλοὶ Ρωμηοὶ προσέλαβαν ἀραβικὸ ἢ συριακὸ ἐθνικισμό).
Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, ἐμφανίζεται καὶ ἡ Ρωσία πολλὲς φορὲς ὡς ἀντίβαρο. Ἀπὸ τὸν 17ο αἰῶνα καὶ ἔπειτα, ἀναπτύσσει σχέσεις μὲ τὰ Πατριαρχεῖα καὶ ἐπεμβαίνει ἐπιδιώκοντας τὴν προστασία τῶν Ὀρθοδόξων. Παρότι ἡ πολιτική της δὲν ἀπέφυγε τὰ λάθη, καὶ μάλιστα σημαντικά, ἡ Ρωσσία, μέσα ἀπὸ τοὺς πολέμους μὲ τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, τὴν διπλωματικὴ της δράση καὶ τὴν διείσδυσή της, συνέβαλε στὴν ἄρση τῆς γαλλικῆς προστασίας ἐπὶ τῶν Ἁγίων Τόπων, στὴν χαλάρωση τῶν περιορισμῶν τοῦ καθεστῶτος τῶν ντίμμοι καὶ ἐν πολλοῖς στήριξε τὴν ἀνασυγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ παιδευτικῆς ζωῆς τῶν Ρωμηῶν τοῦ Λεβάντε.
Ἔτσι, ὁ χῶρος μετατρέπεται σὲ πεδίο συγκρούσεως Δύσεως καὶ Ἀνατολῆς, μὲ τοὺς Ρωμηοὺς νὰ βρίσκονται στὸ ἐπίκεντρο αὐτῆς τῆς γεωπολιτικῆς καὶ πνευματικῆς ἀντιπαραθέσεως.
Σήμερα οἱ Ρωμηοί, μετὰ τὸ σχίσμα τοῦ 1724, διαιροῦνται σὲ δύο θρησκευτικὲς κοινότητες: τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ τοὺς Καθολικούς (Παπικούς). Ἀντιστοίχως, ὑπάρχουν δύο Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα (Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων) καὶ ἕνα Καθολικὸ Πατριαρχεῖο, τοῦ ὁποίου ἡ δικαιοδοσία καλύπτει τὰ πεδία τῶν Πατριαρχείων Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων. Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἕνα μεγάλο ἱστορικὸ θαῦμα πῶς οἱ ἑκατοντάδες χιλιάδες Ὀρθόδοξοι Ρωμηοὶ τοῦ Λεβάντε ἄντεξαν καὶ συνεχίζουν μέχρι σήμερα ὑπερηφάνως καὶ ἀγλαοφανῶς νὰ δηλώνουν καὶ νὰ προασπίζονται τὴν ταυτότητά τους. Ὅλοι ἐμεῖς τοὺς ὀφείλομε πολλὰ καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα τὸν ἀμέριστο σεβασμὸ καὶ τὴν συμπαράστασή μας.
Γιά τούς Ρωμηούς τοῦ Λεβάντε ὃμως θα ἐπανέλθομε.
Ἰωάννης Κων. Νεονάκης

Ρωμηοσύνης τῆς ΝΙΚΗΣ

