Σοβαρότατα ερωτήματα για την πορεία και την ανεξαρτησία της έρευνας εγείρει η απόφαση του Αρείου Πάγου να «θάψει» τη δικογραφία για τις υποκλοπές.
Αυτή η εξέλιξη μόνο τυπική δεν είναι. Πρόκειται για μια συνειδητή υποβάθμιση μιας υπόθεσης που αγγίζει τον πυρήνα της Δημοκρατίας.
Το ουσιαστικό ζήτημα του σκανδάλου, δεν αφορά σε πρόσωπα αλλά σε θεσμούς. Θύματα της είναι η Δικαιοσύνη που εργαλειοποιείται κατά το δοκούν και η Δημοκρατία που πλήττεται το κύρος της.
Με τη σημερινή εξέλιξη, παγιώνεται η αντίληψη ότι όχι μόνο δεν υπάρχει πολιτική βούληση για να αποκαλυφθεί η πλήρης αλήθεια αλλά και ότι η Δικαιοσύνη κινδυνεύει να εμφανιστεί όχι ως θεματοφύλακας της διαφάνειας, αλλά ως μηχανισμός συγκάλυψης.
Αλήθεια, πώς μπορεί να εξηγηθεί πως από τη μία η δικογραφία επέστρεψε στον Άρειο Πάγο για τη διερεύνηση τέλεσης αδικημάτων, ανάμεσά τους και αυτό της κατασκοπείας, και από την άλλη το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο να ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν λόγοι ανάσυρσης της υπόθεσης;
«Άλλων ιατρός, αυτός έλκεσι βρύων»… Η Δικαιοσύνη κάνει τον γιατρό, τη στιγμή που είναι η Ίδια γεμάτη πληγές…
Η ΝΙΚΗ, από την πρώτη στιγμή ήταν ξεκάθαρη: Οι υπαίτιοι των υποκλοπών διέπραξαν κακουργήματα που έπληξαν την Εθνική Ασφάλεια και τη λειτουργία του πολιτεύματος.
Στη ΝΙΚΗ επιμένουμε από την πρώτη στιγμή: το ζήτημα δεν έχει κλείσει. Παραμένει ορθάνοιχτο – όσο κι αν επιχειρείται να θαφτεί.
Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν θα κλείσει με αρχειοθετήσεις, αλλά μόνο όταν αποδοθούν ευθύνες σε όλους όσοι εμπλέκονται – όσο ψηλά κι αν βρίσκονται.

