Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για μια ελεύθερη κοινωνία είναι συχνά ο πιο ύπουλος. Είναι το οργανωμένο ψέμα, που υφαίνεται με τη συνενοχή κυβερνητικών μηχανισμών, μέσων ενημέρωσης, τμημάτων του ακαδημαϊκού κόσμου και θεσμικών παραγόντων, μέχρι να παρουσιαστεί στον πολίτη ως υποχρεωτική αλήθεια. Η πίεση δεν εμφανίζεται πάντοτε με ωμή καταστολή ή ρητή εντολή. Πολλές φορές περνά μέσα από τον κοινωνικό εκφοβισμό, την επαγγελματική απειλή, την ηθική στοχοποίηση και τη σταδιακή επιβολή μιας γλώσσας που απαγορεύει στον άνθρωπο να περιγράψει αυτό που βλέπει.
Ο George Orwell είχε κατανοήσει εδώ και δεκαετίες ότι η πραγματική ισχύς ενός αυταρχικού συστήματος βρίσκεται στον έλεγχο της ίδιας της αντίληψης. Ο αυταρχισμός που απειλεί σήμερα τις δυτικές κοινωνίες δεν χρειάζεται πάντοτε στολή, καθώς μπορεί να επιβάλλεται μέσα από τον πολιτισμικό εκφοβισμό, την πίεση της ομοφωνίας και τον φόβο του κοινωνικού αποκλεισμού. Μια τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να βαφτίζεται ελευθερία.
Η μεγαλύτερη ανακολουθία στη σύγχρονη Ελλάδα είναι η θεσμική ανειλικρίνεια. Ολόκληρα συστήματα συμμετέχουν πλέον στην ενεργό απόκρυψη δυσάρεστων αληθειών. Δημοσιογράφοι γνωρίζουν πότε μια είδηση κατασκευάζεται με επιλεκτική παρουσίαση. Πολιτικοί γνωρίζουν πότε αποφεύγουν προφανείς πραγματικότητες. Γραφειοκράτες γνωρίζουν πότε οι αριθμοί ωραιοποιούνται. Ακαδημαϊκοί γνωρίζουν πότε τα ερευνητικά συμπεράσματα προσαρμόζονται σε πολιτικές επιταγές. Η συμμετοχή συνεχίζεται, επειδή το επαγγελματικό κόστος της ειλικρίνειας έχει γίνει για πολλούς απαγορευτικό. Έτσι, η κοινωνία ολισθαίνει όλο και βαθύτερα σε ένα οργανωμένο προσποιητό.
Όλοι γνωρίζουν κάποιες αλήθειες. Η δημόσια ζωή, όμως, απαιτεί όλο και συχνότερα να μένουν ανομολόγητες.
Στην Ελλάδα αυτό αποτυπώνεται πλέον ως μετρήσιμη πραγματικότητα. Σύμφωνα με έρευνες, το 92% των πολιτών εμπιστεύεται ελάχιστα ή καθόλου τα ΜΜΕ. Βουλή, κόμματα, κυβέρνηση, δικαστήρια και τράπεζες καταγράφουν αρνητικό ισοζύγιο εμπιστοσύνης, ενώ θετικό ισοζύγιο διατηρούν κυρίως η οικογένεια, οι Ένοπλες Δυνάμεις και η Εκκλησία. Η απόσταση ανάμεσα στη θεσμική εικόνα και στην αίσθηση των πολιτών προκύπτει από την καθημερινή τους εμπειρία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ζήτημα της εγκληματικότητας. Κάθε τέσσερις ημέρες καταγράφεται μία δολοφονία. Κάθε εικοσιτετράωρο καταγράφονται οκτώ ληστείες. Εκτιμάται ότι χιλιάδες κλοπές και διαρρήξεις δεν καταγγέλλονται καν στις αρχές. Ο πολίτης το βλέπει στη γειτονιά του, στα κοινωνικά δίκτυα, στις ειδήσεις όταν αυτές δεν αποσιωπούνται, στην καθημερινή ανασφάλεια που μεταφέρεται από σπίτι σε σπίτι και από περιοχή σε περιοχή. Η Αστυνομία το διαχειρίζεται, τα δικαστήρια το επεξεργάζονται, η κυβέρνηση το παρακολουθεί εσωτερικά και η δημόσια αφήγηση εξακολουθεί να εμφανίζεται συστηματικά ωραιοποιημένη. Ο πολίτης καλείται να μην ανησυχεί, την ώρα που η εμπειρία του διαψεύδει την επίσημη εικόνα.
Το ίδιο φάνηκε και στην τραγωδία των Τεμπών. Η χώρα δεν ήρθε αντιμέτωπη μόνο με ένα τραγικό συμβάν, καθώς αποκαλύφθηκε ένα ολόκληρο σύστημα που λειτουργούσε με ελλείμματα, ενώ οι πολίτες άκουγαν διαβεβαιώσεις για την ασφάλειά του. Οι αρχές γνώριζαν. Κάποιοι δημοσιογράφοι γνώριζαν. Η θεσμική αφήγηση συνέχιζε την πορεία της, μέχρι που η ίδια η πραγματικότητα τη διέλυσε με τον πιο οδυνηρό τρόπο, με 57 νεκρούς. Ακόμη και τότε, για πολλούς προτεραιότητα έγινε η επικοινωνιακή διαχείριση της κρίσης και όχι η πλήρης αποκάλυψη της αλήθειας.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάστηκε και στην υπόθεση των υποκλοπών. Παρακολουθήσεις σε βάρος δημοσιογράφων, αξιωματούχων και πολιτικών προσώπων, με την επίσημη αφήγηση να κινείται για μήνες ανάμεσα στην αδιαφορία, τη συσκότιση και τον ενεργητικό αποπροσανατολισμό. Μια δημοκρατία που ανέχεται την κατασκοπεία στο εσωτερικό της τραυματίζει η ίδια τον πυρήνα του κράτους δικαίου.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι βαθύτερο. Μια κοινωνία μπορεί να αντέξει τη διαφωνία, την πολιτική σύγκρουση και την ιδεολογική αντιπαράθεση. Εκείνο που φθείρει τα θεμέλιά της είναι η συστηματική καταστροφή της εμπιστοσύνης. Όταν οι πολίτες πειστούν ότι κυβερνήσεις, μέσα ενημέρωσης και δημόσιοι θεσμοί αποκρύπτουν συνειδητά στοιχεία, η ηθική αυθεντία αυτών των θεσμών αρχίζει να καταρρέει. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο πολίτης καλείται να παρακολουθεί αδιαμαρτύρητα. Του ζητείται να αποδέχεται αφηγήσεις που γνωρίζει ότι είναι ελλιπείς ή ψευδείς, να σιωπά μπροστά σε αλήθειες που βλέπει, να χρησιμοποιεί τη γλώσσα της επιβεβλημένης κοινωνικής ευαισθησίας ακόμη και όταν αυτή συγκρούεται με την εμπειρία του. Η απαίτηση δεν αφορά μόνο τη συμπεριφορά του. Αγγίζει την ηθική του συγκρότηση, τη σκέψη του, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα.
Αυτός είναι ο ήπιος αυταρχισμός που περιγράφει η ΝΙΚΗ, όταν μιλά για ένα σύστημα που επιχειρεί να ελέγχει άμεσα ή έμμεσα τις κοινωνικές δραστηριότητες, να κλείνει λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να περιορίζει την ελευθερία έκφρασης και να οικοδομεί στενή συνεργασία ανάμεσα σε αρχές και κυρίαρχα ΜΜΕ, με σκοπό να καθορίζει τι σκέφτεται και τι πιστεύει το κοινό. Αυτός ο χαρακτηρισμός δεν είναι υπερβολή. Είναι περιγραφή μιας πραγματικότητας που οι πολίτες αναγνωρίζουν όλο και πιο καθαρά.
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε νέα σχήματα διαχείρισης ούτε σε ακόμη περισσότερες ρυθμίσεις που διευρύνουν τον έλεγχο πάνω στην κοινωνία. Βρίσκεται στην επαναφορά της αλήθειας ως αξίας και αυτό απαιτεί θεσμούς που αξίζουν ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών. Η ΝΙΚΗ θέτει ως θεμέλιο της πολιτικής της πρότασης μια Αστυνομία που υπηρετεί τον απλό πολίτη και όχι την πολιτική εξουσία, μια παιδεία που διδάσκει πρώτα τη γλώσσα της αρετής και της εντιμότητας και ένα κράτος που λειτουργεί ως εγγυητής δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας για όλους, με ενιαίο μέτρο απέναντι σε κάθε πολίτη.
Οι θεσμοί που εξακολουθούν να χαίρουν εμπιστοσύνης στην Ελλάδα, η οικογένεια, οι Ένοπλες Δυνάμεις και η Εκκλησία, δεν βρίσκονται τυχαία σε αυτή τη θέση. Είναι θεσμοί που στη συνείδηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας διατηρούν ακόμη τη βασική τους λειτουργία, να προστατεύουν, να σταθεροποιούν και να προσφέρουν χωρίς να εμφανίζονται ως μηχανισμοί επιβολής. Η Πολιτεία οφείλει να διδαχθεί από αυτή τη σχέση εμπιστοσύνης.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι πολλοί συμμετέχουν πλέον εθελοντικά στην ανειλικρίνεια. Η σιωπή είναι εύκολη, η συμμόρφωση προσφέρει επαγγελματική προστασία και η δημόσια διαφοροποίηση έχει κόστος. Έτσι η κοινωνία βυθίζεται όλο και περισσότερο στο κοινόχρηστο ψέμα, με ανθρώπους που γνωρίζουν, σιωπούν και υποδύονται ότι το σύστημα λειτουργεί κανονικά.
Μια φοβισμένη κοινωνία σπάνια παραμένει ελεύθερη για πολύ. Ο μόνος τρόπος να αντισταθεί κανείς σε αυτό το ολίσθημα είναι απλός και δύσκολος ταυτόχρονα: να αρνηθεί να ζει μέσα στο ψέμα. Με ψυχραιμία, σοβαρότητα και καθημερινή επιμονή στην αλήθεια, ακόμη και όταν το κόστος είναι υψηλό. Αυτή δεν είναι απλώς πολιτική θέση. Είναι ηθική επιταγή.
Χριστόδουλος Μολύβας
Μέλος Θεματικής Ομάδας Ρωμηοσύνης της ΝΙΚΗΣ

