Με ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση απέναντι στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου για την εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, ο βουλευτής Λαρίσης και αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ, Γεώργιος Ρούντας, παρενέβη στην Ολομέλεια της Βουλής, αναδεικνύοντας τις σοβαρές εθνικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές διαστάσεις του ζητήματος.
Στην αρχή της ομιλίας του εξέφρασε τη συμπαράστασή του στους κατοίκους της Περαχώρας Λουτρακίου, που δοκιμάστηκαν από την πυρκαγιά, καθώς και στους κατοίκους του Προκοπίου Ευβοίας, μετά τον σεισμό που έπληξε την περιοχή. Παράλληλα, ευχαρίστησε τις δυνάμεις πυρόσβεσης, εναέριες και επίγειες, τονίζοντας την ανάγκη ύπαρξης οργανωμένων χώρων εκκένωσης, σαφών σχεδίων προστασίας και ενημέρωσης των κατοίκων σε κάθε οικισμό.
Στη συνέχεια πέρασε στον πυρήνα της συζήτησης, ασκώντας σκληρή κριτική στην κυβερνητική πολιτική και στο ίδιο το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Όπως τόνισε, το υπό συζήτηση νομοσχέδιο παρουσιάζεται ως τεχνική προσαρμογή στο ευρωπαϊκό δίκαιο, στην πραγματικότητα όμως αφορά την εθνική ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τις αντοχές των τοπικών κοινωνιών, το μέλλον των νησιών και της παραμεθορίου, καθώς και την ουσιαστική προστασία των ελληνικών συνόρων.
«Σήμερα βρισκόμαστε στην Ολομέλεια για να συζητήσουμε την ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο του Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου, μιας γραφειοκρατικής φόρμουλας των Βρυξελλών, η οποία βαφτίζει τη διαχείριση και τη σταδιακή αλλοίωση της πατρίδας μας ως αλληλεγγύη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Ρούντας υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το μεταναστευτικό ως μια μόνιμη κατάσταση προς διαχείριση και όχι ως κρίση που πρέπει να αντιμετωπιστεί στη ρίζα της. Έθεσε συγκεκριμένα ερωτήματα για το εάν το νομοσχέδιο αποτρέπει πράγματι την παράνομη μετανάστευση, εάν προστατεύει την ελληνική κοινωνία και εάν διασφαλίζει την άμεση επιστροφή όσων δεν δικαιούνται άσυλο.
Κατά την τοποθέτησή του, η απάντηση είναι σαφής. Το νομοσχέδιο οργανώνει καλύτερα τη διαχείριση της παραμονής, χωρίς να επιλύει το πρόβλημα. Ο ίδιος μίλησε για μια ασύμμετρη απειλή και για έναν υβριδικό πόλεμο που βιώνει η Ελλάδα λόγω της γεωγραφικής της θέσης ως εξωτερικό σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
«Η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μιας ασύμμετρης απειλής και μιας διαρκούς εισβολής. Η Ελλάδα δέχεται και βιώνει έναν υβριδικό πόλεμο», είπε, επισημαίνοντας ότι η χώρα μετατρέπεται σταδιακά σε ζώνη εγκλωβισμού και σε χώρο όπου άλλοι σχεδιάζουν πολιτικές και άλλοι πληρώνουν το κόστος.
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν απέναντι στη λεγόμενη ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Όπως σημείωσε, οι ισχυρές χώρες του Βορρά μπορούν να εξαγοράζουν την υποχρέωσή τους να δεχθούν μετανάστες, ενώ η Ελλάδα καλείται να σηκώσει το μόνιμο βάρος της υποδοχής, της καταγραφής και της παραμονής ανθρώπων που εισήλθαν παράνομα στην επικράτειά της.
Αναφερόμενος σε τοποθέτηση κυβερνητικού εισηγητή, στάθηκε στην παραδοχή ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει πλέον πως τα ελληνικά σύνορα είναι και ευρωπαϊκά σύνορα. Ο αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ έθεσε το εύλογο ερώτημα γιατί χρειάστηκε να φτάσει η Ευρώπη στο 2026 για να αναγνωρίσει κάτι αυτονόητο και ποια πολιτική άσκησαν οι ελληνικές κυβερνήσεις όλα τα προηγούμενα χρόνια.
«Το 2026 έφτασε η Ευρωπαϊκή Ένωση να αναγνωρίσει ότι η Ελλάδα είναι το εξωτερικό σύνορο της Ε.Ε. Δηλαδή τόσο καιρό τι γινόταν;», σημείωσε, δίνοντας το στίγμα της κριτικής του προς την κυβερνητική διαχείριση.
Ο Γεώργιος Ρούντας τόνισε ότι μια κυρίαρχη μεταναστευτική πολιτική για την Ελλάδα πρέπει να έχει έναν πρωταρχικό στόχο: να αποτρέπει την παράνομη είσοδο από την πρώτη στιγμή. Για τη ΝΙΚΗ, τα σύνορα δεν είναι απλές γραμμές στον χάρτη, είναι το φυσικό και νομικό όριο της εθνικής κυριαρχίας. Όποιος τα παραβιάζει, παραβιάζει το εθνικό και το διεθνές δίκαιο.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η ελληνική πολιτική παράδοση, η ορθόδοξη πίστη και ο πολιτισμός της χώρας επιβάλλουν ανθρωπιά προς όσους πραγματικά διώκονται. Η ανθρωπιά όμως δεν μπορεί να γίνει πρόσχημα για μόνιμη εγκατάσταση πληθυσμών χωρίς έλεγχο, ούτε για μετατροπή της αίτησης ασύλου σε μηχανισμό παραμονής.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις επιπτώσεις που υφίστανται οι γειτονιές, οι πόλεις και οι κοινωνικές δομές. Μίλησε για πίεση στις υπηρεσίες υγείας, πρόνοιας και παιδείας, που συντηρούνται από τον Έλληνα φορολογούμενο, καθώς και για πόρους που θα έπρεπε να στηρίζουν την ελληνική οικογένεια και την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος.
Ο αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ συνέδεσε το ζήτημα και με την ασφάλεια των πολιτών, επικαλούμενος στοιχεία για την παραβατικότητα και την κατάσταση στις φυλακές. Υποστήριξε ότι η συμμετοχή αλλοδαπών σε σοβαρά αδικήματα και οργανωμένες εγκληματικές ομάδες δημιουργεί εύλογη ανησυχία στην ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με αδύναμες πολιτικές ελέγχου και επιστροφών.
Σημαντικό μέρος της ομιλίας του αφιερώθηκε στην εργαλειοποίηση της μετανάστευσης από την Τουρκία. Ο Γεώργιος Ρούντας μίλησε για υβριδική πίεση στα ελληνικά σύνορα και μετέφερε προσωπικές εικόνες από τη Σάμο και τα Χανιά, όπου, όπως ανέφερε, είδε από κοντά τα φουσκωτά των διακινητών και χώρους κράτησης με εκατοντάδες άνδρες, με ελάχιστη δύναμη φύλαξης.
Στο πλαίσιο αυτό, κάλεσε την Πολιτεία να προχωρήσει σε συγκεκριμένα μέτρα: θωράκιση των συνόρων με κάθε διαθέσιμο μέσο, χάραξη γραμμών βάσης, επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, άμεση αποτροπή παράνομων εισόδων, αυστηροποίηση ποινών για τους διακινητές, αυστηρό έλεγχο των ΜΚΟ και περιορισμό κάθε μηχανισμού που λειτουργεί χωρίς επαρκή θεσμικό έλεγχο.
«Μια επιτυχής μεταναστευτική πολιτική δεν διαχειρίζεται την κρίση. Τη σταματά στη ρίζα της, στην πηγή της», υπογράμμισε, αποτυπώνοντας τη βασική θέση της ΝΙΚΗΣ.
Κλείνοντας, ο βουλευτής Λαρίσης τόνισε ότι η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα εθνική πολιτική απόλυτης αποτροπής, προστασίας της κυριαρχίας και πραγματικής ασφάλειας για τους πολίτες. Η χώρα, όπως είπε, δεν αντέχει να μετατραπεί σε μόνιμο χώρο υποδοχής, αναμονής, κατανομής και εγκατάστασης.
«Έχουμε καθήκον να παραδώσουμε στα παιδιά μας μια χώρα ασφαλή, ελεύθερη και ελληνική», ανέφερε, ξεκαθαρίζοντας ότι η ΝΙΚΗ καταψηφίζει το νομοσχέδιο, επειδή θεωρεί ότι δεν υπηρετεί το εθνικό συμφέρον, δεν προστατεύει την κοινωνία και δεν απαντά στην πραγματική διάσταση του μεταναστευτικού προβλήματος.

