Λίγες μόλις ημέρες πριν καταθέσει το νομοσχέδιο για τη δήθεν προστασία της καταναλωτικής πίστης, ο Υπουργός Ανάπτυξης κ. Θεοδωρικάκος διαβεβαίωνε δημόσια ότι το νέο πλαίσιο θα καλύπτει και τις πιστωτικές κάρτες και ότι η συνολική επιβάρυνση του δανειολήπτη δεν θα υπερβαίνει το 30%-50% του αρχικού κεφαλαίου.
Ωστόσο, στο σχέδιο νόμου και στο άρθρο 40 προβλεπόταν ανώτατο συνολικό κόστος 60%-75% και
αυτό μόνο για συγκεκριμένες συμβάσεις, ενώ οι πιστωτικές κάρτες – το πλέον διαδεδομένο προϊόν – εξαιρούνταν από το πλαφόν «προστασίας».
Η Κυβέρνηση λοιπόν οφείλει να εξηγήσει στον ελληνικό λαό γιατί οι τελικές επιλογές της αποδείχθηκαν πολλαπλά ευνοϊκότερες για τα πιστωτικά ιδρύματα; Γιατί άλλα υποσχόταν και άλλα τελικά νομοθέτησε; Ποιος είχε την δύναμη να της επιβάλλει αυτή την αντικοινωνική στάση και γιατί;
Η Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης καταρρίπτει το κυβερνητικό αφήγημα για μετακύλιση της ευθύνης στις Βρυξέλλες. Η Οδηγία ΕΕ 2023/2225 δεν επέβαλε ούτε τα συγκεκριμένα ποσοστά ούτε τις συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Έδινε στην κυβέρνηση την ευχέρεια να αποφασίσει η ίδια πόσο ισχυρή θα είναι η προστασία των δανειοληπτών, ωστόσο αυτή επέλεξε την ελάχιστη δυνατή. Επιπρόσθετα, ενώ το άρθρο 31 παρ. 2 της Οδηγίας επιτρέπει ρητά στα κράτη να επιβάλλουν περιορισμούς ή ακόμη και απαγορεύσεις σε τραπεζικές χρεώσεις και
προμήθειες, η κυβέρνηση δεν αξιοποίησε ούτε αυτή τη δυνατότητα. Αρνήθηκε να
αφουγκραστεί ένα από τα μεγαλύτερα παράπονα των πολιτών απέναντι στο τραπεζικό
σύστημα, δηλαδή τις συνεχείς επιβαρύνσεις για υπηρεσίες που παρέχονται πλέον
ψηφιακά και με ελάχιστο λειτουργικό κόστος.
Ο Υπουργός νομοθέτησε σαν να ζεί σε μια χώρα χωρίς ακρίβεια, χωρίς στεγαστική κρίση και χωρίς υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Την ώρα που χιλιάδες οικογένειες χρησιμοποιούν την πίστωση για να καλύψουν βασικές ανάγκες και όχι για πολυτέλεια, η κυβέρνηση άφησε κρίσιμες μορφές δανεισμού εκτός προστασίας. Όπου είχε τη δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα στην ισχυρότερη προστασία του πολίτη και στη
μικρότερη επιβάρυνση των τραπεζών, επέλεξε το δεύτερο.
Αντίθετα, εμείς στη ΝΙΚΗ πιστεύουμε οτι η τραπεζική πίστη πρέπει να αποτελεί εργαλείο ανάπτυξης και όχι στημένη κυβερνητική και τραπεζική παγίδα υπερχρέωσης.
Πιστεύουμε σε αποτελεσματικό έλεγχο των τραπεζικών προμηθειών, σε πλήρη διαφάνεια των χρεώσεων και σε ένα θεσμικό πλαίσιο που θα προστατεύει τον πολίτη πριν εγκλωβιστεί και όχι όταν είναι πλέον αργά. Οι τράπεζες υπάρχουν για να χρηματοδοτούν την οικονομία και να στηρίζουν τα νοικοκυριά και τις ΜμΕ, όχι να
μεγιστοποιούν τα έσοδά τους με αστρονομικές και ανεξέλεγκτες επιβαρύνσεις.
Η Κυβέρνηση δεν μπορεί αιωνίως να μεσολαβεί μόνο για τα συμφέροντα των ισχυρών της αγοράς. Οφείλει να παρεμβαίνει όταν το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, όταν η ακρίβεια εξαντλεί το διαθέσιμο εισόδημα και όταν η πίστωση χρησιμοποιείται πλέον για την κάλυψη βασικών αναγκών. Αυτή είναι η κοινωνική αποστολή της πολιτείας και αυτή είναι η πολιτική που εμείς θα συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε.
Θ.Ο Οικονομικών

