Τὸ τραγούδι «Φέρτο», ποὺ θὰ ἐκπροσωπήσει φέτος τὴν Ἑλλάδα στὸν διαγωνισμὸ τῆς Γιουροβίζιον (Eurovision), προκάλεσε ποικίλες ἀντιδράσεις. Ὅμως, πέρα ἀπὸ τὴν ἐπιφανειακὴ ἀνάγνωση τῶν στίχων καὶ τῆς ὅλης σύλληψης (concept) τοῦ ἔργου, ὀφείλουμε νὰ προσεγγίσουμε βαθύτερα τὸ κοινωνικὸ καὶ ὑπαρξιακὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο γεννήθηκε.
Δὲν θὰ σταθοῦμε στὴν ἁπλοϊκότητα τῆς γλώσσας καὶ τῆς μουσικῆς, στὴν ἔλλειψη βάθους καὶ μεγάλου νοήματος, στὴ διατρέχουσα εἰρωνεία καὶ στὸ διαρκὲς «τρολλάρισμα», ποὺ οὐσιαστικὰ ἀποτελεῖ χρήση τοῦ χιούμορ ὡς ἄμυνα καὶ ἀναζήτηση ἄμεσης χαρᾶς.
Κατὰ τὴν ἄποψή μας, τὸ τραγούδι αὐτὸ δὲν εἶναι ἕνας ὕμνος στὸν τζόγο, στὸν καταναλωτισμὸ ἢ στὴν ἀπληστία, ὅπως ἀρχικὰ φαίνεται. Εἶναι κυρίως ἡ ἀγωνιώδης κραυγὴ μιᾶς γενιᾶς — στὴν ὁποία ἐντάσσεται καὶ ὁ δημιουργός του, Ἀκύλας — ποὺ μεγάλωσε μέσα στὴν πολυετῆ κρίση, στερήθηκε βασικὲς δυνατότητες, εἶδε τὶς προσδοκίες της νὰ καταρρέουν καὶ σήμερα παλεύει καθημερινὰ γιὰ τὴν ἐπιβίωση, χωρὶς σαφὴ προοπτικὴ μέλλοντος.
Πίσω ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία γιὰ χρήματα, ἐπιτυχία καὶ ὑλικὴ ἀσφάλεια κρύβεται ἕνα βαθὺ τραῦμα: ἡ ἀνασφάλεια, ἡ ἀβεβαιότητα καὶ ὁ φόβος μήπως ἡ ζωὴ μείνει στάσιμη καὶ ὑποστρέψει. Φράσεις ὅπως «ὅσα στερηθήκαμε παλιά», «μή μᾶς λείψει κάτι ξανά», «ἀγοράζω νὰ κλείσω κενά» ἀποκαλύπτουν ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ βίωμα μιᾶς γενιᾶς ποὺ μεγάλωσε βλέποντας τοὺς γονεῖς της νὰ δοκιμάζονται καὶ τὸ μέλλον νὰ συρρικνώνεται.
Ταυτόχρονα, τὸ τραγούδι ἀντικατοπτρίζει καὶ ἕνα βαθύτερο πολιτισμικὸ κενό: τὴν ἀπώλεια νοήματος καὶ προσανατολισμοῦ στὴν κοινωνία μας. Ὅταν ἡ κοινωνία δὲν προσφέρει ὅραμα, ὅταν ἡ παιδεία δὲν ἐμπνέει, ὅταν ἡ πολιτεία δὲν δημιουργεῖ προοπτικὲς, τότε ἡ νεολαία ἀναζητεῖ διεξόδους ὅπου μπορεῖ.
Σήμερα, μάλιστα, ἡ ἀνησυχία γίνεται ἀκόμη μεγαλύτερη, καθὼς ὁ κόσμος μπαίνει σὲ μιὰ νέα τεχνολογικὴ ἐποχή. Ἡ τεχνητὴ νοημοσύνη, ἡ αὐτοματοποίηση καὶ τὰ ρομπότ δημιουργοῦν ἕνα μέλλον ὅπου πολλοὶ νέοι φοβοῦνται ὅτι θὰ καταστοῦν περιττοὶ γιὰ τὸ σύστημα. Ἡ ἀβεβαιότητα αὐτὴ γεννᾶ ἄγχος, πίεση καὶ ἐνίοτε ἀκραῖες ἐκφράσεις ἐπιθυμίας γιὰ ἐπιτυχία καὶ ἀσφάλεια.
Γι’ αὐτὸ, ἀντὶ νὰ ἀντιμετωπίζουμε τέτοια καλλιτεχνικὰ φαινόμενα μὲ ἀπόρριψη, ὀφείλουμε νὰ τὰ διαβάζουμε ὡς κοινωνικὰ συμπτώματα. Ὁ καλλιτέχνης ἐκφράζει — ἴσως καὶ ἀσυνείδητα — τὴν ἀγωνία μιᾶς ὁλόκληρης γενιᾶς.
Τὸ πραγματικὸ ἐρώτημα, λοιπόν, δὲν εἶναι ἐὰν μᾶς ἀρέσει ἕνα τραγούδι, ἀλλὰ τί κοινωνία δημιουργοῦμε γιὰ τοὺς νέους μας.
Ἡ Ἑλλάδα χρειάζεται ἕνα νέο ὅραμα ζωῆς, ἐλπίδας καὶ προοπτικῆς. Χρειάζεται παιδεία ποὺ νὰ καλλιεργεῖ πρόσωπα καὶ ὄχι μόνον δεξιότητες, κοινωνία ποὺ νὰ προσφέρει νόημα καὶ πολιτεία ποὺ νὰ δημιουργεῖ δυνατότητες.
Ἡ νεολαία μας δὲν ἀξίζει ἐπίκριση, ἀξίζει όμως σίγουρα προοπτική.
Καὶ ἡ προοπτικὴ αὐτὴ μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ μόνον ὅταν ξαναβροῦμε τὶς ρίζες μας, τὴν ταυτότητά μας καὶ τὸν πολιτισμὸ τῆς Ρωμηοσύνης, ποὺ βλέπει τὸν ἄνθρωπο ὄχι ὡς ἄτομο καὶ μονάδα, ἀλλὰ ὡς πρόσωπο μὲ ἀξία καὶ προορισμό.

