Η συζήτηση που άνοιξε το τελευταίο διάστημα σχετικά με την παρουσία του σταυρού σε δημόσιους χώρους, με αφορμή την προσφυγή της επονομαζόμενης “Ένωσης αθέων” (που οργανώνει κρεοφαγίες τη Μ. Παρασκευή…) στις αίθουσες των Δικαστηρίων, δεν είναι απλώς μια νομική διαμάχη για ένα σύμβολο. Αγγίζει βαθύτερα ζητήματα: την ιστορική συγκρότηση του ελληνικού κράτους, την πολιτισμική ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας και την ερμηνεία του ίδιου του Συντάγματος.
Σε ορισμένες παρεμβάσεις παρουσιάζεται η άποψη ότι ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος οφείλει να είναι απολύτως «ουδετερόθρησκο», απομακρύνοντας κάθε θρησκευτικό σύμβολο από τον δημόσιο χώρο. Ωστόσο, η ελληνική συνταγματική τάξη, αλλά και η ευρωπαϊκή νομική πραγματικότητα, δείχνουν ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να αγνοηθεί και η δράση συγκεκριμένων κύκλων, οι οποίοι επιδιώκουν την αποχριστιανοποίηση του κράτους και τον εξοβελισμό κάθε εθνικού και πολιτισμικού στοιχείου, στο όνομα μιας κακώς εννοούμενης παγκοσμιοποίησης. Οι κύκλοι αυτοί ακολουθούν συστηματικά μια συγκεκριμένη τακτική: προσφεύγουν σε ευρωπαϊκά δικαιοδοτικά όργανα, επιχειρώντας να δημιουργήσουν νομικά τετελεσμένα, τα οποία στη συνέχεια αξιοποιούνται ως μοχλός πίεσης προς τα εθνικά κράτη (όπως έκαναν με το ζήτημα της θεσμοθέτησης “γάμου” ατόμων του ίδιου φύλου, που τελικά κατάφεραν να επιβάλλουν).
Αντίστοιχες πρακτικές έχουν παρατηρηθεί και σε άλλες περιπτώσεις θεσμικών μεταβολών, όπου διεθνείς αποφάσεις χρησιμοποιήθηκαν για να επιβληθούν αλλαγές στην εσωτερική έννομη τάξη. Το ίδιο ενδεχόμενο τίθεται και σήμερα ως προς τα θρησκευτικά σύμβολα. Είναι πλέον φανερό ότι η διατήρηση της ιστορικής και πολιτιστικής ταυτότητας δεν είναι αυτονόητη, απαιτεί συνειδητή στάση και συλλογική ευθύνη.
Η ιστορική σχέση του ελληνικού κράτους με την Ορθοδοξία
Το σύγχρονο Ελληνικό Κράτος γεννήθηκε μέσα από την Επανάσταση του 1821. Οι αγωνιστές του ’21 δεν αντιλαμβάνονταν τον αγώνα τους μόνο ως εθνική εξέγερση, αλλά και ως αγώνα υπεράσπισης της Πίστης τους. Το σύνθημα που συνοψίζει αυτή τη συνείδηση είναι γνωστό:
«Για του Χριστού την πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία».
Η φράση αυτή δεν είναι απλώς συμβολική. Αντανακλούσε την πραγματικότητα μιας κοινωνίας, στην οποία η εθνική ταυτότητα και η ορθόδοξη πίστη είχαν διαμορφωθεί μέσα από μια κοινή ιστορική πορεία. Κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία αποτέλεσε τον βασικό θεσμό που διατήρησε: τη γλώσσα, την παιδεία, την ιστορική μνήμη και τη συλλογική ταυτότητα των Ελλήνων.
Δεν είναι τυχαίο, ότι οι πρώτες πολιτικές πράξεις της επαναστατημένης Ελλάδας αναγνώρισαν αμέσως αυτή τη σχέση.
Η προμετωπίδα του Συντάγματος
Η σχέση αυτή αποτυπώνεται και στην προμετωπίδα του ισχύοντος Συντάγματος της Ελλάδας, η οποία αρχίζει με τη φράση: «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος».
Η αναφορά αυτή δεν αποτελεί τυπικό τελετουργικό στοιχείο. Είναι μια ιστορική υπενθύμιση της πολιτιστικής και πνευματικής παράδοσης πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το ελληνικό κράτος.
Το ισχύον Σύνταγμα διατηρεί τη διάταξη αυτή στο άρθρο 3, όπου ορίζεται ότι: «Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού».
Η έννοια της επικρατούσας θρησκείας δεν σημαίνει κρατική επιβολή πίστης. Η συνταγματική θεωρία και η νομολογία έχουν ξεκαθαρίσει, ότι πρόκειται για ιστορική και κοινωνιολογική διαπίστωση, όχι για περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας.
Η τελευταία κατοχυρώνεται πλήρως στο άρθρο 13 του Συντάγματος, το οποίο εγγυάται την ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης και λατρείας για όλους.
Με άλλα λόγια, η έννομη τάξη αναγνωρίζει την ιστορική ταυτότητα του Ελληνικού Κράτους, χωρίς να περιορίζει τα δικαιώματα κανενός πολίτη.
Η ευρωπαϊκή νομολογία για τα θρησκευτικά σύμβολα
Ένα από τα σημαντικότερα νομικά προηγούμενα στην Ευρώπη είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας (2011). Η υπόθεση αφορούσε την παρουσία του σταυρού στις σχολικές αίθουσες της Ιταλίας. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι: η παρουσία του σταυρού δεν παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Τα κράτη έχουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) ως προς τη σχέση τους με τα θρησκευτικά σύμβολα, διότι μπορούν να αποτελούν στοιχεία πολιτιστικής και ιστορικής ταυτότητας.
Η απόφαση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί αναγνωρίζει ότι η Ευρώπη δεν επιβάλλει ένα ενιαίο μοντέλο αυστηρής κοσμικότητας.
Κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να διατηρεί τη δική του ιστορική σχέση με τη θρησκεία.
Ο Σταυρός ως στοιχείο πολιτισμού
Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εξετάζεται και η παρουσία του Σταυρού σε δημόσιους χώρους. Ο Σταυρός δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό σύμβολο. Στην ελληνική ιστορική εμπειρία έχει ταυτόχρονα: πολιτισμική σημασία, ιστορική σημασία και εθνικό συμβολισμό!
Η παρουσία του στην ελληνική σημαία και σε όλες τις Σημαίες των Αγωνιστών είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σύνδεσης.
Ανδρέας Βορύλλας
Βουλευτής Β2 Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ

